Monday, September 24, 2012

Διακοπές στο Χωριό, Κεφάλαιο Τέταρτο


ΙV.

Ο Μάρκος καλησπέρισε τους φίλους της Δήμητρας , της ευχήθηκε χρόνια πολλά και κάθησε σε μια πάνινη καρέκλα πλάι στην έκπληκτη μητέρα του.
«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου να έρθεις. Δεν το περίμενα» του είπε η εορτάζουσα.
«Σ΄ ευχαριστώ, η αλήθεια είναι ότι με τίποτα δεν θα θελα να το χάσω. Είναι μια σπουδαία μέρα για σένα» είπε με αδικαιολόγητο στόμφο. Η Μαρίνα είχε αρχίσει ήδη να ανησυχεί. Σηκώθηκε νευρικά και πήγε στην κουζίνα για να κοιτάξει το γλυκό.
«Μα εσύ Μάρκο μου δεν έχεις παρευρεθεί και σε πολλά γενέθλια της αδερφής σου. Μόνο τηλεφωνικά της εύχεσαι όποτε και αν το θυμηθείς» του πέταξε η Ανθή. «Άλλωστε η αδερφή σου λείπει τόσα χρόνια απ την Ελλάδα και δεν φιλοτιμήθηκες μια φορά να ανεβείς να την δεις».
«Ούτε και κείνη όμως έκανε προσπάθεια για να βρεθούμε. Γι αυτό και εγώ αποφάσισα να της κάνω ένα μεγάλο δώρο για να καταλάβει πόσο πραγματικά την νοιάζομαι» και βγάζοντας επιδεικτικά από μία σακούλα το δέμα με τα γράμματα το ακούμπησε στο τραπεζάκι που ήταν μπροστά του. Η Μαρίνα που ερχόταν εκείνη τη στιγμή με το γλυκό στα χέρια, πάγωσε. Η πιατέλα γλίστρησε και έσκασε με δύναμη στο πλακόστρωτο της αυλής. Είχε αναγνωρίσει την αλληλογραφία της με τον Ιταλό. Η Δήμητρα κοίταξε σαστισμένη την μάνα της και έπειτα τον αδερφό της.
«Τι σημαίνουν αυτά;» τον ρώτησε φοβισμένη.
«Αυτά γράφουν για τον πατέρα σου Δήμητρα. Διάβασε τα να μάθεις να μου πεις και μένα. Τα βρήκα κατά τύχη τις προάλλες ενώ έψαχνα για παιδικές φωτογραφίες. Η μητέρα μας τα ’χε μπλέξει με ένα διάσημο Ιταλό οινοπαραγωγό, έτσι δεν είναι;» έστρεψε το βλέμμα του απευθυνόμενος στην Μαρίνα.
«Εσύ δεν έχεις ούτε ιερό ούτε όσιο. Ψάχνεις τα προσωπικά μου αντικείμενα, τα παραβιάζεις και τα χρησιμοποιείς για να μας φαρμακώσεις. Γιατί τόσο μίσος; Τι σου έκανα; Γιός μου δεν είσαι;» του είπε οργισμένη.
«Γιός σου ήμουν και όταν ερωτοτροπούσες με τον Τσέτρι, έτοιμη φαντάζομαι να τα αφήσεις όλα για χάρη του. Αλήθεια τι συνέβη και δεν μας παράτησες; Σ’ άφησε εκείνος; Και στην κόρη σου που τόσο λες ότι αγαπάς γιατί δεν της φανέρωσες την αλήθεια; Ήσουν τόσο εγωίστρια που την έφερες στον κόσμο χωρίς να σκεφθείς τις συνέπειες. Αυτό είσαι. Τον εαυτούλη σου κοίταξες»
«Μιλάς χωρίς να ξέρεις. Νομίζεις ότι ο πατέρας σου ήταν ο άγιος σύζυγος; Για τρέχα ρώτα τον να σου πει πόσο ασχολιόταν με τον γάμο του και με μένα. Είχε βουίξει όλο το αεροδρόμιο με τις βρωμοδουλειές του και εγώ τα ανεχόμουνα για σένα. Για να μην χωρίσουμε και βρεθείς με μια διαλυμένη οικογένεια. Αλλά δεν άντεξα, δεν άντεξα την αδιαφορία και την υποκρισία του. Ναι, ο Αλέξανδρος, το υπόδειγμα οικογενειάρχη. Μέχρι και ξύλο μου ριχνε».
«Ας σηκωνόσουν να φύγεις. Να τον παράταγες και ας έκανες μετά ότι ήθελες. Για μένα δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Και να ξέρεις, θα τον βρω τον Ιταλό και θα του μιλήσω. Πρέπει να αποκαταστήσει το όνομα της αδερφής μου».
«Αν κάποιος πρέπει να τον βρει και να του μιλήσει αυτή είμαι εγώ» του πέταξε η Δήμητρα που παρακολουθούσε εμβρόντητη την φιλονικία. Η αποκάλυψη για την ύπαρξη του πατέρα της ήταν συγκλονιστική αλλά το ξαφνικό ενδιαφέρον του Μάρκου για την τιμή της έκρυβε κάποιο σχέδιο από πίσω.
Ζήτησε από τους φίλους και τον αδερφό της να φύγουν και να την αφήσουν μόνη της. Έπρεπε να κουβεντιάσει με την μητέρα της.
Η Μαρίνα της διηγήθηκε για την σχέση της με τον Τσέτρι. Παραδέχθηκε ότι είχε φερθεί επιπόλαια με το να αποφασίσει να την φέρει στη ζωή αλλά της εξήγησε ότι εκείνη την εποχή έτρεφε ελπίδες πως ίσως με την γέννηση της να άλλαζε η αρχική απόφαση του Ιταλού μιας και δεν είχε παιδιά απ’ τον πρώτο του γάμο.
«Μα εσύ μου είπες ότι εκείνος δεν χώριζε γιατί είχε ανάγκη την οικονομική υποστήριξη της γυναίκας του. Πως και ξαναπαντρεύτηκε;» απόρησε η κόρη της.
Η Μαρίνα έγινε έξαλλη όταν έμαθε ότι ο Τσέτρι χώρισε την γυναίκα του για μια κατά πολλά χρόνια νεώτερη του και έπαψε πια να έχει επαφή μαζί του. Εκείνος προσπαθούσε επανειλημμένα να έρθει σε επικοινωνία μαζί της, σε ένα γράμμα του μάλιστα της εξηγούσε ότι δεν μπορούσε να συγκρίνει την μια σχέση με την άλλη μιας και τα πράγματα είχαν αλλάξει, η συμβίωση με την νεότερη γυναίκα του ήταν μια τυπική συμφωνία, δεν υπήρχε έρωτας παρά μόνο συμφέρον. Αλλά εκείνη δεν μπορούσε πια να πεισθεί. Θα του χε πάρει σίγουρα τα μυαλά για να αποφασίσει να διαλύσει το γάμο του.
«Πήγες και εσύ και βρήκες άνθρωπο για να μπλέξεις. Θέλω να με φέρεις σε επαφή μαζί του. Καταλαβαίνεις ότι είναι πολύ σημαντικό για μένα. Θέλω να τον γνωρίσω και ας μην νοιώθω τίποτα μέσα μου γι αυτόν»
«Στάσου, στάσου, γιατί δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα Δήμητρα. Ξέρω ότι αυτά που θα σου πω δεν θα σ αρέσουν αλλά εδώ που φτάσαμε δεν γίνεται κι αλλιώς. Ο πατέρας σου είχε παραιτηθεί απ’ την πρώτη στιγμή απ τον ρόλο του και δεν έχει καμία διάθεση να σε αναγνωρίσει. Προθυμοποιήθηκε πολλές φορές στο παρελθόν να με βοηθήσει για το μέλλον σου χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες του και την οικονομική του ευρωστία αλλά δεν δέχθηκα ποτέ τίποτα. Δεν ήθελε με τίποτα να μαθευτεί ότι υπάρχεις και μου είχε απαγορέψει να σου αποκαλύψω την αληθινή του ταυτότητα.»
«Δηλαδή δεν ρωτούσε ποτέ για μένα;».
«Τον πρώτο καιρό ναι, αργότερα που αραίωσαν και οι επαφές μας, σχεδόν καθόλου. Ο πατέρας σου είναι ένας αθεράπευτος γυναικάς αλλά και αδίστακτος επιχειρηματίας με άλλα λόγια ένας παλιοεγωίσταρος. Όλοι πρέπει να ασχολούνται μ’ αυτόν και εκείνος να ασχολείται και να βοηθάει αυτούς που επιλέγει από αυταρέσκεια.»
«Παρόλα αυτά εσύ τον ερωτεύτηκες, τον αγάπησες»
«Οι συνθήκες ήταν ιδανικές. Εκείνη την εποχή αισθανόμουν άδεια χωρίς το ενδιαφέρον του πατέρα σου. Ο Τσέτρι ήρθε σαν σίφουνας και με πήρε για λίγο στον δικό του κόσμο, με μάγεψε και σηκώθηκε και έφυγε. Η απόσταση, η γοητεία του ακατόρθωτου, οι ωραίες στιγμές που περνάγαμε μαζί όταν ερχόταν για λίγες μέρες εδώ, εξιδανίκευσαν την ερωτική ανάταση που αναζητούσα και συντήρησαν για ένα μεγάλο διάστημα τον έρωτα μου γι αυτόν. Την κακή του πλευρά δεν μπορούσα να την δω, δεν τον ζούσα άλλωστε, μια ζωή τον περίμενα. Δεν ήξερα καν πως ήταν όταν θυμώνει. Αυτά τα ανακάλυψα αργότερα όταν χωρίσαμε. Παραδέχομαι ότι ο πατέρας σου είναι ότι πιο έντονο έζησα στην ζωή μου, δεν είχα ποτέ την δύναμη όμως να πάω να τον βρω και να τον διεκδικήσω. Ίσως και να μαι λάθος. Η αξιοπρέπεια μου με εμπόδισε ως τώρα να το κάνω».
«Η δική μου πάντως δεν θα με εμποδίσει καθόλου πίστεψε με μαμά. Νομίζω ότι μου το χρωστάς, φέρε με σε επαφή μαζί του. Όχι τώρα, όχι αμέσως, γιατί δεν είμαι έτοιμη ακόμα. Θέλω να πάρω μια ανάσα, να γυρίσω στη δουλειά μου, να δω τα πράγματα με καθαρό μυαλό. Αισθάνομαι….μπερδεμένη». Η Δήμητρα σηκώθηκε ταραγμένη πέρασε την τσάντα της στον ώμο και έκανε να φύγει. Δεν άντεχε άλλο σ’ αυτό το σπίτι, σ’ αυτό το νησί, ήθελε να χαθεί μέσα σ ένα πλήθος από αγνώστους, να μην της μιλάει κανείς, να σπρώξει με οργή, να τρέξει, να φτάσει σε ένα άδειο σταυροδρόμι λαχανιασμένη, να κάτσει κάτω στη μέση του δρόμου και να κλάψει για ώρα πολλή. Να αδειάσει το βάρος που της πλάκωνε το στήθος. Η μητέρα της την έπιασε απ’ το χέρι και την συνόδεψε μέχρι την αυλόπορτα.
«Όταν θα θελήσεις πες μου και θα κάνω ότι μπορώ. Κάνε μου και συ μια χάρη πριν φύγεις. Πιάσε εκείνο τον αδερφό σου και μάθε τι έχει στο μυαλό του. Σε μένα δεν πρόκειται να μιλήσει».
Η Δήμητρα συναντήθηκε δύο μέρες αργότερα με τον Μάρκο. Εκείνος αρνήθηκε ότι θα ασχοληθεί με όλη αυτή την ιστορία που πολύ τον είχε λυπήσει. Ότι είπε εκείνο το απόγευμα το είπε λόγω συναισθηματικής φόρτισης. Ας έκανε ότι νομίζει με τον πατέρα της. Ήταν δικός της λογαριασμός. Η Δήμητρα αναχώρησε ανακουφισμένη απ το νησί. Η δουλειά την περίμενε, εργασιοθεραπεία για την ψυχική της υγεία.
Το πραγματικό σχέδιο του αδερφού της ήταν απλό. Θα ερχόταν σε επαφή με τον Τσέτρι και θα τον απειλούσε ότι θα τον εξέθετε στα ελληνικά και ιταλικά μέσα ενημέρωσης εξιστορώντας με λεπτομέρειες την σχέση του με τη μητέρα του,  αποκαλύπτοντας την ύπαρξη της κόρης του, αν δεν τον έχριζε γενικό αντιπρόσωπο της εταιρίας του στην Ελλάδα! Η μεγαλομανία του, του είχε θολώσει το μυαλό.

Τρεις βδομάδες μετά την αποκάλυψη της ταυτότητας του πατέρα της Δήμητρας, η Μαρίνα επιστρέφοντας από την δουλειά βρήκε ένα τηλεφωνικό μήνυμα απ’ τον Τσέτρι. Της ζητούσε να έρθει επειγόντως σε επικοινωνία μαζί του και να μην τον αγνοήσει όπως έκανε χρόνια τώρα. Της άφησε ένα νούμερο για απ’ ευθείας συνομιλία οποιαδήποτε ώρα μπορούσε. Το ξανάκουσε, ήταν αστείο, τόσο καιρό ανέβαλε να εκπληρώσει την υπόσχεση που είχε δώσει στην κόρη της και να ρθεί σε επικοινωνία μαζί του και να που τώρα προέκυψε να το προκαλέσει ο ίδιος. Τι να συνέβαινε όμως; Οι δισταγμοί της κάμφθηκαν μονομιάς με την σκέψη και μόνο ότι ο γιός της ίσως να είχε κάνει την παρουσία του στο περιβάλλον του Ιταλού. Πριν αφήσει το μυαλό της να περάσει στην όχθη του παραλόγου, σχημάτισε το νούμερο που είχε σημειώσει στην πράσινη συσκευή που βρισκόταν εγκλωβισμένη στις ιδρωμένες παλάμες της. Η φωνή του Τσέτρι ακούστηκε σπασμένη, κουρασμένη.
«Τι κάνεις μπέλα; Πάει καιρός πολύς που δεν σε ακούω. Θα έχουμε προβλήματα ξέρεις, με τον γιό σου, πρέπει να τον μαζέψεις. Μα πως το ‘μαθε μου λες;» μιλούσε αργά αλλά ο τόνος της φωνής του ήταν ήπιος, φιλικός. Αυτό ηρέμησε κάπως την Μαρίνα που του εξήγησε με λίγα λόγια τι είχε συμβεί πριν λίγο καιρό.
«Μου φαίνεται ότι ο γιός σου δεν σου ‘μοιασε καθόλου. Αν σου πω τι μου ζήτησε σε αντάλλαγμα για τη σιωπή του. Να τον διορίσω διευθυντή της θυγατρικής μου εταιρίας που εδρεύει στην Κέρκυρα μαζί με ένα πακέτο μετοχών της. Μα ποιος του φούσκωσε τα μυαλά; Ο πατέρας του; Μάλιστα δεν μου μίλησε ο ίδιος είχε κάποιον μαζί του για διερμηνέα. Άρα υπάρχει ήδη κι άλλος που τα ξέρει».
«Και εσύ τι του απάντησες;»
«Κοίταξε, δεν τον άφησα να μου πάρει τον αέρα, τον απείλησα ότι δεν ξέρει με ποιον πάει να μπλέξει αλλά εκείνος με ξανακάλεσε και μου επανέλαβε ότι θα τα βγάλει όλα στη φόρα. Μου δίνει μια βδομάδα να το σκεφτώ! Μα είναι τρελός! Καταλαβαίνεις ότι αν αυτά διαρρεύσουν στον Τύπο θα έχω σοβαρά προβλήματα να αντιμετωπίσω. Μόνο η γυναίκα μου…..»
«Ναι, ξέρω» τον διέκοψε εκνευρισμένη η Μαρίνα «αυτά δεν μου λεγες και μένα τότε; Τώρα είσαι παντρεμένος με κάποια άλλη όμως και θα στοιχημάτιζα ότι δεν εξαρτάσαι από κείνη οικονομικά ή μήπως κάνω λάθος;»
«Αν το μάθει η Ρίτα θα χει απαιτήσεις, θα διεκδικήσει το μέλλον των παιδιών μας. Εγώ θα αναγκαστώ να αναγνωρίσω την κόρη σου το οποίο αυτόματα θα σημαίνει ότι θα έχει δικαιώματα στην περιουσία μου. Αυτό δεν θα αρέσει καθόλου στη γυναίκα μου. Δεν έχω καμία διάθεση για μπλεξίματα με δικηγόρους και διακανονισμούς». Υπήρχε όμως και κάτι άλλο. Ο Τσέτρι ετοιμαζόταν να πολιτευτεί, δεχόταν αφόρητες πιέσεις απ’ τους ανθρώπους που τον βοήθησαν στα πρώτα του βήματα όπως ο Μάσιμο Ντιάρκο, για να χρησιμοποιηθούν τα κανάλια διανομής του κρασιού από τη Μαφία. Ο ίδιος ο Μάσιμο που ήταν κρυφό στέλεχος των επιχειρήσεων του Ιταλού δεχόταν απειλές για τη ζωή του προκειμένου να τον πείσει. Η είσοδος του στην πολιτική ζωή του τόπου θα τον βοηθούσε να ισχυροποιήσει την θέση του και να ελέγχει τις σκοτεινές υποθέσεις προσφέροντας άλλου είδους ανταλλάγματα, αφήνοντας έτσι απέξω τις δικές του οικονομικές δραστηριότητες. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο, τον τελευταίο καιρό είχε επιδοθεί σε ένα αγώνα προβολής του κοινωνικού του προφίλ για να προετοιμάσει το έδαφος για την εκλογή του. Το ύποπτο παρελθόν του ήταν λίγο πολύ γνωστό σε αρκετούς ανθρώπους. Το να εξαγοράσει κάποιους δεν θα ήταν δύσκολο αλλά όλο και κάτι θα διέρρεε στον Τύπο. Το μόνο που του ’λειπε λοιπόν αυτή τη στιγμή ήταν το σκάνδαλο της Μαρίνας για να αρχίσουν οι δημοσιογράφοι να σκαλίζουν ακόμα περισσότερο το παρελθόν του. Ο Τσέτρι ήταν ανήσυχος. Αν δεν σταματάγανε τον Μάρκο εγκαίρως θα κινδύνευε και ο ίδιος.
«Με τον Μάρκο δεν τα πάμε καλά. Ο πατέρας του κατάφερε να δηλητηριάσει τη σχέση μας. Είδες τι πήγε και έκανε, είναι πολύ φιλόδοξος και η συμπεριφορά του μπορεί να γίνει νοσηρή για να το πετύχει. Θα του μιλήσω πάντως διότι αντιλαμβάνομαι ότι η κατάσταση είναι πιο σοβαρή απ’ ότι θέλεις να την παρουσιάζεις. Δεν είσαι δα και κανένας άγιος και ο Μάρκος δεν παύει να ναι γιός μου. Θα χεις σύντομα νέα μου».
Κλείνοντας το τηλέφωνο συνειδητοποίησε ότι είχε ιδρώσει. Πως θα κατάφερνε να αλλάξει τα μυαλά του γιού της; Έπρεπε να επικοινωνήσει με τον Αλέξανδρο. Δεν ήξερε πως θα αντιδρούσε ο Πάολο κάτω από πίεση, μπορεί η γνωριμία τους να τον απέτρεπε από το να προβεί σε ακρότητες αλλά για πόσο.
Τρεις μέρες και κάμποσα τηλεφωνικά μηνύματα αργότερα κατάφερε να τον συναντήσει – τι ειρωνεία – στο Κανόνι. Στο ίδιο μέρος που πριν από χρόνια ξεκίνησε η γνωριμία της με τον Τσέτρι. Ο Αλέξανδρος την υποδέχθηκε δήθεν ενοχλημένος από την επιμονή της να βρεθούν επειγόντως. Τι της συνέβαινε; Γιατί τον θυμήθηκε έτσι ξαφνικά; Ακούγοντας τους λόγους για τους οποίους αναγκάστηκε να βρίσκεται εκείνο το απόγευμα πλάι της, συνέχισε να τηρεί την ίδια ενοχλημένη στάση απέναντι της μην δείχνοντας όμως κάποια έκπληξη για την αποκάλυψη της ταυτότητας του πραγματικού πατέρα της Δήμητρας. Ναι, καλά το φαντάστηκε, ο Μάρκος τον είχε ενημερώσει. Του έδειξε και τα γράμματα που είχε σουφρώσει. Δεν μπήκε στον κόπο να τα διαβάσει διότι τον αηδίαζε και μόνο η σκέψη ότι θα μάθαινε γλυκανάλατες λεπτομέρειες απ’ αυτή την ιστορία. Η ιδέα του γιού του δεν του φάνηκε καθόλου άσχημη και ήταν εκείνος που τον βοήθησε να επικοινωνήσει με τον Ιταλό!
Η Μαρίνα άρχισε να πνίγεται, δεν ήταν δυνατόν να συμβαίνουν όλα αυτά. Προσπάθησε και πάλι να εξηγήσει στον άνθρωπο που βρισκόταν απέναντι της ότι ο γιός του και εκείνος ο ίδιος παίζουν με τη φωτιά. Ο Τσέτρι ήρθε σε επικοινωνία μαζί της για να την προειδοποιήσει. Δεν μπορούσε κανείς να ξέρει τι θα επακολουθήσει μετά από μια τέτοια ενέργεια εκ μέρους του Μάρκου.
«Δεν έχετε ιδέα με ποιόν πάτε να τα βάλετε. Αφήστε αυτή την ιστορία εκεί που ήταν θαμμένη εδώ και τόσο καιρό. Δεν σας φτάνει που αναστατώσατε την ζωή της Δήμητρας;» του είπε πολύ ταραγμένη.
«Ο γιός μου θέλει να εκδικηθεί τον άνθρωπο που διέλυσε αυτή την οικογένεια» της απάντησε «δικαίωμα του είναι».
«Για ποια οικογένεια μιλάς; Ας μην αρχίσουμε πάλι τα ίδια για το ένδοξο παρελθόν της σχέσης μας. Ζήτησα να σε δω για να αποφύγουμε τα χειρότερα. Πιάσε τον Μάρκο και σταμάτα τον πριν να είναι αργά. Σε παρακαλώ, καν το». Η απελπισμένη έκκληση θορύβησε κάπως τον Αλέξανδρο. Της υποσχέθηκε ότι θα του μιλήσει.

Στο μεταξύ ο Τσέτρι έσπευσε να δηλώσει την υποψηφιότητα του για τις επερχόμενες εκλογές, προσέλαβε ανθρώπους για την προετοιμασία της εκστρατείας του και συναντήθηκε με δημοσιογράφους για να εξασφαλίσει την έγκαιρη προβολή του στα μέσα ενημέρωσης. Άφησε πίσω του το συμβάν με τον γιό της Μαρίνας πιστεύοντας πως τελικά αποφεύχθηκαν τα χειρότερα. Πόσο λάθος είχε κάνει…..


Ήταν αργά το μεσημέρι όταν ο Μιχάλης επέστρεφε στο Χωριό ύστερα από αρκετές ώρες οδήγησης. Ακολουθώντας τις υποδείξεις του Αντόνιο έκανε τον γύρο της ανατολικής ακτής περνώντας ένα πανύψηλο βουνό, απολαμβάνοντας στριφτερές διαδρομές, σταματώντας σε πολλά σημεία για να ξεκουραστεί και να χαρεί τη θέα του απέραντου γαλάζιου που απλωνόταν στα πόδια του. Το μυαλό του άδειασε για όλο αυτό το διάστημα και η μόνη σκέψη που έκανε την εμφάνιση της προς το τέλος της βόλτας ήταν οι γαστριμαργικές φαντασιώσεις που δημιουργούσε το άδειο του στομάχι. Λίγα χιλιόμετρα πριν την είσοδο του χωριού βρήκε ένα απομονωμένο εστιατόριο στο τέλος ενός χωματόδρομου, άφησε την μοτοσικλέτα του δίπλα σε ένα πολυτελές αυτοκίνητο και βγήκε στην βεράντα για να βρει τραπέζι. Το εστιατόριο ήταν χτισμένο πάνω σε ένα γκρεμό. Κάτω απ την βεράντα έβλεπε κανείς μια δύσβατη παραλία με μεγάλα βότσαλα περιτριγυρισμένη από απόκρημνα βράχια. Η θάλασσα ήταν φουρτουνιασμένη και η Ρίτα Τσέτρι πάσχιζε να κρατήσει δεμένο το μαύρο μαντήλι στα μαλλιά της. Το μέρος ήταν σχεδόν άδειο και είχε επιλέξει να κάτσει σε ένα πέτρινο τραπεζάκι δίπλα στο στηθαίο. Ήταν αδύνατον να μην την προσέξει. Τελικά το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο σκέφτηκε και προχώρησε προς το μέρος της.
«Καλησπέρα κυρία Τσέτρι»
Η Ρίτα ξαφνιάστηκε που είδε τον απρόσκλητο επισκέπτη του προηγούμενου απογεύματος  μπροστά της αλλά προσπάθησε να μην το δείξει.
«Τι κάνετε κύριε Ματρίτη; Να υποθέσω ότι ακολουθήσατε την συμβουλή μου και φεύγετε απ το χωριό μας;» είπε με ένα περιπαικτικό τόνο στην φωνή της.
«Δεν θα το έκανα δίχως να σας χαιρετήσω».
«Α, βλέπω ότι συνεχίζετε να είστε θρασύς. Πως και τριγυρνάτε λοιπόν ντυμένος έτσι;»
«Την φόρμα την φοράω κάθε φορά που οδηγώ για να καλύψω κάποια μεγάλη απόσταση όπως σήμερα που έκανα μια υπέροχη βόλτα στα βουνά της περιοχής. Εσείς πως τα πάτε;»
«Καλά μέχρι τώρα. Πίστευα ότι εδώ θα έβρισκα λίγη ησυχία αλλά . . . αλήθεια πως στην ευχή το βρήκατε αυτό το μέρος;». Ένα μικρό χαμόγελο ξέφυγε απ το σφιγμένο πρόσωπο της.
«Κατά τύχη, είδα την μικρή ταμπέλα και έστριψα. Είδατε που με οδήγησε; Σε ένα μέρος ιδιαίτερα όμορφο…. Όπως εσείς!»
«Λοιπόν είστε πολύ επιθετικός, φλερτάρετε μια διάσημη χήρα χωρίς να λαμβάνετε υπ’ όψη τις συνέπειες»
«Αν είναι να υπάρξουν συνέπειες τότε μάλλον καλά κάνω» πρόσθεσε χαμογελώντας κι αυτός με τη σειρά του. Δεν ήξερε πώς, αλλά η γυναίκα αυτή του προκαλούσε ένα επικίνδυνο  χαλάρωμα της γλώσσας, δεν μπορούσε να σκεφτεί από πριν την βαρύτητα αυτών που έλεγε. Ήταν ξεκάθαρο γι αυτόν ότι δεν θα άφηνε την ευκαιρία να την πλησιάσει όσο γινόταν περισσότερο. Ήταν απ’ αυτές τις γυναίκες που δεν βρίσκεις εύκολα στο διάβα σου. Η δεύτερη συνάντηση ήρθε απλά να το επιβεβαιώσει. Μα και απ’ το μέρος της Ρίτας υπήρχε ενδιαφέρον παρ όλο που μια ‘ανάρμοστη’ συμπεριφορά τέτοια ώρα και στιγμή θα μπορούσε να αποβεί καταστροφική.
«Ακούστε κύριε Ματρίτη, βρίσκομαι σε δύσκολη θέση εξ’ αιτίας αυτού του δικηγόρου που γνωρίσατε στο σπίτι μου. Για κάποιο λόγο που μόνο εκείνος ξέρει, εγώ είμαι υπεύθυνη για το θάνατο του συζύγου μου. Δεν ήμουν το υπόδειγμα καλής νοικοκυράς αλλά ποτέ δεν σκέφτηκα να τον βλάψω. Το γεγονός της εξαφάνισης της διαθήκης δεν μπορεί να με ενοχοποιήσει μιας και ο ίδιος ο Νικηφόρος ξέρει ότι δεν γνώριζα μέχρι την μέρα που με άφησε ο Τσέτρι το περιεχόμενο της. Δεν είχα κάποιο πρόβλημα στη σχέση μου με τον Πάολο. Το ότι δεν ήμασταν και το πιο αγαπημένο ζευγάρι δεν επηρέαζε κανένα απ’ τους δυό. Ότι ήθελα το είχα στη ζωή μου».
«Θα σε πείραζε να μιλάμε στον ενικό; Ξέρεις, απ τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου σ’ αυτό το χωριό βρέθηκα μπλεγμένος χωρίς να το καταλάβω σ’ αυτή την ιστορία με τον άντρα σου. Στ’ αλήθεια η διαθήκη έκανε φτερά; Έκατσα και σκέφτηκα αυτά που μου συνέβησαν μέσα σε λιγότερο από εικοσιτέσσερις ώρες και δεν έχω καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα εκτός απ΄ το γεγονός ότι η γνωριμία μας μου δημιούργησε μια έντονη επιθυμία να σε ξαναδώ. Αντιλαμβάνομαι ότι κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες το να σε φλερτάρω φαντάζει εξωφρενικό αλλά είδες ότι ακόμα και η τύχη με ξανάφερε κοντά σου».
Η Ρίτα ένοιωσε την ερωτική επιθυμία στο βλέμμα του Μιχάλη. Της άρεσε η αμεσότητα του, ήξερε τι ήθελε και το διεκδικούσε. Του εξήγησε ότι δεν θα έπρεπε να παραμείνουν άλλο μαζί διότι από στιγμή σε στιγμή κάποιος γνωστός μπορεί να τους έβλεπε. Του ζήτησε το νούμερο του κινητού του και φεύγοντας του υποσχέθηκε πως θα έβρισκε τρόπο και τόπο για να τα ξαναπούνε. Εκείνος να μην προσπαθούσε να έρθει σε επικοινωνία μαζί της.
Ο Μιχάλης έμεινε να κοιτάζει την σιλουέτα της καθώς απομακρυνόταν απ’ το τραπεζάκι όπου καθόταν.
«Τι διάολο πάω να κάνω;» μουρμούρισε.
«Παρακαλώ τι θα επιθυμούσε ο κύριος;» τον διέκοψε απότομα ο σερβιτόρος.
Παρήγγειλε λίγο κρασί και μια μακαρονάδα και έπιασε να παρατηρεί τα αφρισμένα κύματα που έσπαγαν με μανία στους βράχους. Με τέτοια πιθανόν μανία θα τον ταρακούναγε και η Βέρα η φιλενάδα του πίσω στην Αθήνα αν μάθαινε για τη συμπεριφορά του και τις ακατάλληλες σκέψεις που είχαν κατακλύσει εδώ και λίγα λεπτά το μυαλό του. Θυμήθηκε ότι είχε να μιλήσει μαζί της εδώ και δύο μέρες. Έπρεπε να της τηλεφωνήσει αλλά ήταν εντελώς απορροφημένος από αυτά που του συνέβαιναν εδώ. Αισθανόταν πλέον οικεία με το περιβάλλον, με τη χώρα ακόμα και με τους ανθρώπους. Ενώ ετοιμαζόταν να φύγει απ’ το εστιατόριο κουδούνισε το κινητό του. Απ την άλλη μεριά της γραμμής ακούστηκε η δυνατή μπάσα φωνή του Νικηφόρου Κριεζάτου.
«Που είσαι φίλε μου; Τι κάνεις; Έχεις λίγο χρόνο για ένα εσπρέσο;»
«Καλά είμαι Νικηφόρε, θα προτιμούσα να τα λέγαμε κάποια άλλη στιγμή. Είμαι στο δρόμο και γυρνάω στην πανσιόν. Έχω ανάγκη επειγόντως από ξεκούραση»
«Έχει καλώς, κοιμήσου, διότι αύριο το απόγευμα θα σου χω μια έκπληξη»
«Τι έκπληξη;……….».


Monday, September 17, 2012

Διακοπές στο Χωριό, Κεφάλαιο Τρίτο


ΙΙΙ.


Δύο μήνες αργότερα, ο Ιταλός έλαβε ένα επείγον μήνυμα στην προσωπική του ταχυδρομική θυρίδα απ’ τη Μαρίνα. Έπρεπε να μιλήσουν. Η τηλεφωνική τους συνομιλία είχε μια αναπάντεχη τροπή για τον Τσέτρι. Η Μαρίνα ήταν ήδη τριών μηνών έγγυος και δεν σκόπευε να ρίξει το παιδί τους! Η απόφαση της ήταν τετελεσμένη. Ήθελε να μείνει κάτι απ’ τη σχέση τους πέρα απ τις αναμνήσεις και τις φιλίες.
«Και ο άντρας σου τι θα πει;»
«Ειλικρινά δεν με ενδιαφέρει. Αλλά δεν πιστεύω ότι θα καταλάβει και τίποτα, τουλάχιστον στην αρχή. Είχαμε κάποιες επαφές εκείνο το διάστημα. Λίγες, αλλά είχαμε. Νόμιζα ότι μ’ αυτό τον τρόπο θα κατάφερνα να σταματήσω να σε σκέφτομαι. Προσπάθησα να σε βγάλω από πάνω μου διότι κατά βάθος ήξερα ότι ποτέ δεν θα χώριζες.»
«Και στο παιδί τι θα πεις σαν μεγαλώσει;»
«Δεν ξέρω, άσε να γεννηθεί πρώτα..»



Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν αποχώρησαν και οι τελευταίοι επισκέπτες απ’ το αρχοντικό των Τσέτρι. Η Ρίτα βυθίστηκε στην ζεστή μπανιέρα της αναλογιζόμενη την συνάντηση της με τον Νικηφόρο. Ήταν απορίας άξιο το ότι χάθηκαν και τα δύο αντίτυπα της διαθήκης του άντρα της. Για την ύπαρξη του δεύτερου που κρατούσε ο Πάολο δεν ήταν καν ενήμερη. Χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο της είχε μάθει απ’ τον ίδιο ότι η διαθήκη βρισκόταν στην Αθήνα και θα ανοιγόταν μόνο παρουσία του δικηγόρου του. Ποιός άλλος λοιπόν γνώριζε το μυστικό τους; Ο ίδιος ο Νικηφόρος θα την θεωρούσε ύποπτη σίγουρα. Η αστυνομία θα μπλεκόταν τώρα στα πόδια της για αρκετό καιρό αφού όλη η περιουσία θα πέρναγε στα χέρια της. Αρκετός κόσμος θα σιγομουρμούριζε την πιθανή ενοχή της και θα ήταν δύσκολο γι αυτήν να υπερασπίζεται κάθε τρεις και λίγο την ακεραιότητα της. Έπρεπε να διατηρήσει μια στάση αναμονής για ένα διάστημα μέχρις ότου κοπάσει η καταιγίδα για να μπορέσει αργότερα να δρέψει τους καρπούς του γάμου της. Ναι, δεν ήταν καθόλου άσκημη τελικά αυτή η εξέλιξη. Ο Νικηφόρος της είπε ότι στην διαθήκη του ο Τσέτρι άφηνε ότι είχε και δεν είχε στα τρία τους κορίτσια. Τον αχάριστο! Εκείνη ξόδεψε τα νιάτα της στο πλάι του και αυτό ήταν το ευχαριστώ; Άραγε να γνώριζε για τις μικρές της περιπετειούλες; Να την είχε άχτι επειδή δεν φρόντιζε όσο έπρεπε τις κόρες της;
Τις σκέψεις της διέκοψε ένα επίμονο κουδούνισμα.
«Σας ζητούν στο τηλέφωνο κυρία Ρίτα. Απ’ την πανσιόν Αντόνιο’ς. Είναι ο κύριος Κριεζάτος».
«Τι συμβαίνει Νικηφόρε; Έχεις αϋπνίες;»
«Υπάρχει μια εξέλιξη στο θέμα της κλοπής της διαθήκης και είμαι βέβαιος ότι θα θέλατε να την μάθετε.»
«Για να ακούσω λοιπόν»
«Η αστυνομία βρήκε τον διαρρήκτη στην Αθήνα απ τις κάμερες κλειστού κυκλώματος  που έχω στο γραφείο. Είναι ένας σεσημασμένος ο οποίος ομολόγησε ότι είχε συμφωνήσει έναντι σεβαστού χρηματικού ποσού να κλέψει την διαθήκη και να την παραδώσει σε κάποιον κύριο του οποίου το όνομα δεν γνωρίζει και που πολύ πιθανόν να μην ήταν και ο ίδιος ο άμεσα ενδιαφερόμενος. Πως σας φαίνεται αυτό αγαπητή μου;» πρόσθεσε με ειρωνικό τόνο.
«Μου φαίνεται ότι είσαι πολύ ταραγμένος απ’ αυτή την ιστορία και θα έπρεπε να πας για ύπνο. Όπως σου είπα και πιο πριν το απόγευμα, εγώ δεν έχω καμία σχέση με όλα αυτά. Με λάθος άνθρωπο ασχολείσαι. Τα ξαναλέμε αύριο. Καληνύχτα».
Ο Νικηφόρος έκλεισε το τηλέφωνο φανερά εκνευρισμένος. Πίστευε ότι η Ρίτα ήταν μπλεγμένη αν όχι και αυτή που τα σχεδίασε όλα αυτά. Ήταν αποφασισμένος να ζητήσει και δεύτερη νεκροψία. Ο Τσέτρι εκτός από πελάτης ήταν και καλός φίλος. Κάτι είχε συμβεί, δεν μπορεί να αυτοκτόνησε. Απ την στιγμή που το έμαθε δεν μπορούσε να ησυχάσει. Απορροφημένος όπως ήταν δεν αντιλήφθηκε την είσοδο του Μιχάλη στον ξενώνα. Εκείνος ανέβηκε σιγά σιγά τις σκάλες και γλίστρησε στο δωμάτιο του. Καλύτερα να απέφευγε μια κουβέντα μαζί του. Ήταν κουρασμένος και σκόπευε να ξυπνήσει πολύ πρωί, να φορέσει την δερμάτινη φόρμα του και να κάνει μια ωραία βόλτα με την μοτοσυκλέτα του μακριά για λίγο από όλη αυτή την ιστορία. Οι ίντριγκες και τα εγκλήματα μπορούσαν να περιμένουν……
Τέτοια ήταν η προσμονή του για αυτή την έξοδο απ’ το χωριό που ξύπνησε μισή ώρα νωρίτερα για να ετοιμαστεί. Στις έξι και μισή το πρωί επικρατούσε απόλυτη ησυχία στο σπίτι. Κατέβηκε στο πίσω μέρος της αυλής όπου είχε αφήσει την μηχανή του για ένα σύντομο έλεγχο. Αφαίρεσε λίγο αέρα απ’ το πίσω λάστιχο μιας και δεν υπήρχε πια το βάρος απ τα σαμάρια για να το επιβαρύνει, κοίταξε την στάθμη του λαδιού απ το μικρό γυάλινο παραθυράκι στο κάτω μέρος του κινητήρα, μάζεψε λίγο τα μπόσικα στην μανέτα του συμπλέκτη και επέστρεψε στο οίκημα για να φτιάξει ένα ζεστό καφέ.
«Καλημέρα σινιόρ Μικάλη. Πως είστε;». Ο Αντόνιο ξεπρόβαλε απ’ την είσοδο της κουζίνας με ένα κόκκινο φυλλάδιο στο χέρι.
«Σας άκουσα που βγήκατε στην αυλή. Πάμε εκδρομή ε; Αν δεν είστε πολύ βιαστικός ελάτε να πιούμε ένα καφέ μαζί. Δεν έχω και γω πολύ ώρα που σηκώθηκα».
«Μα, ναι γιατί όχι; Είμαι βέβαιος ότι θα φτιάχνετε καλύτερο εσπρέσο από μένα.»
Ο Αντόνιο του άφησε το φυλλάδιο στο μικρό τραπέζι που έβλεπε στην αυλή της κουζίνας και έπιασε να ετοιμάζει το ρόφημα.
«Αυτή είναι η δική μου μεγάλη αγάπη, η Ducati 750. Κράτησα το διαφημιστικό δίφυλλο που πήρα στα χέρια μου την μέρα που μπήκα σε ένα κατάστημα της φίρμας εκστασιασμένος από την ομορφιά της. Την αγόρασα πριν τριάντα πέντε χρόνια με πολύ κόπο και θα την κρατήσω για πάντα. Κόκκινη φυσικά. Μ αυτή γύρισα σχεδόν όλη αυτή τη χώρα και μ αυτή πηγαίνω κάθε χρόνο στην Νάπολη σε μια συνάντηση φίλων με το ίδιο ακριβώς μοντέλο, κόκκινο φυσικά!» Ο Αντόνιο μιλούσε με ενθουσιασμό και συγκίνηση για την μοτοσικλέτα του.
«Τώρα πια οι βόλτες μου έχουν λιγοστέψει κατά πολύ. Αν τα καταφέρω δυο τρεις φορές το μήνα κάνω μια μικρή διαδρομή που μπορώ να σου αποκαλύψω αν θέλεις. Δεν την γνωρίζουν παρά μόνο οι ντόπιοι. Μόνο προσοχή, οι οδηγοί χρησιμοποιούν πολλές φορές όλο το πλάτος του δρόμου. Μην παρασυρθείς και οδηγήσεις γρήγορα. Θα σε αποζημιώσει και με το παραπάνω η θέα και η άγρια ομορφιά του βουνού.»
Έκατσαν με τον χάρτη του Μιχάλη ανοιγμένο και κουβέντιασαν για την ευρύτερη περιοχή του χωριού. Σε μια στιγμή ο Αντόνιο γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. «Έμαθα ότι αντάμωσες με το σόι του ξαδέρφου μου χθες. Θα σου δώσω μια συμβουλή. Μακριά! Απόλαυσε τις διακοπές σου, μην ξαναζυγώσεις. Αν είσαι απ αυτούς που ανακατεύονται εκεί που δεν πρέπει, σήκω και φύγε απ το χωριό. Θα μπλέξεις και αυτοί δεν αστειεύονται, δεν σέβονται την ανθρώπινη ζωή. Αρκετό κακό έκανε αυτός ο άνθρωπος όσο ζούσε και αν θες την γνώμη μου ίσως και να του άξιζε να πεθάνει μ αυτό τον τρόπο!» τόνισε με σκληράδα.
«Βαριά κουβέντα μου λέτε Αντόνιο. Φαντάζομαι ότι θα χετε τους λόγους σας».
Ο Αντόνιο απέφυγε να δώσει συνέχεια στην κουβέντα. «Πρέπει να ξεκινήσεις για την βόλτα σου σινιόρ Μικάλη, τώρα που είναι ακόμα πρωί.» Μα εκείνος αποφάσισε να επιμείνει. Η περιέργεια του έκανε αντιπερισπασμό στην μέχρι πρότινος έντονη διάθεση για φυγή και φαινόταν για την ώρα να κερδίζει το παιχνίδι. Σαν ένα δυσεπίλυτο μαθηματικό πρόβλημα είχε προβάλει πλέον στο μυαλό του η υπόθεση του Ιταλού οινοπαραγωγού και αυτό από μόνο του ήταν ικανό για να υποσκελίσει και να επισκιάσει την ανάγκη του για την εκτόνωση της δίτροχης συμβίας του.
«Έχω χρόνο για λίγη κουβέντα ακόμα, δεν βιάζομαι. Όσο για τον αν θα μπλέξω ή όχι αυτό αφήστε να το αποφασίσω μόνος μου. Δεν έχω καμία διάθεση, πιστέψτε με, να διακινδυνεύσω την σωματική μου ακεραιότητα» και προφέροντας αυτές τις τελευταίες λέξεις ήξερε καλά πως η σκέψη και μόνο μιας εμπλοκής του σε μια επικίνδυνη περιπέτεια τον γοήτευε παρ όλο που πίστευε ότι κατά βάθος μπορεί και να δείλιαζε αν χρειαζόταν να κινηθεί παράτολμα για να φτάσει ως το τέλος.
Ο Αντόνιο ξεκίνησε να του διηγείται την ιστορία της Μάρτα και του Κάρλ και την στάση του Τσέτρι απέναντι της και έπειτα του μίλησε για την σχέση που είχε εκείνος με τον ξάδερφο του. Μεγάλωσαν μαζί στην ίδια αυλή και πήγαν στο ίδιο σχολείο, ήταν στις ίδιες παρέες, με τον Πάολο να έχει πάντα τον πρώτο λόγο ακόμα και όταν βρισκόντουσαν μεταξύ τους. Λίγο μετά την ενηλικίωση τους οι δρόμοι τους χώρισαν για ένα διάστημα. Ο Αντόνιο έφυγε στην Νάπολη για να σπουδάσει μηχανικός ενώ εκείνος παρέμεινε στο χωριό μαθαίνοντας την τέχνη του κρασιού απ’ τον παππού του προετοιμάζοντας το έδαφος για την παραγωγή κρασιού στην κοιλάδα του χωριού. Εκείνη την εποχή συνδέεται με δύο νεαρούς απ την Σικελία οι οποίοι κρατούσαν από ύποπτες οικογένειες και με τη βοήθεια τους αγοράζει το ένα μετά το άλλο τα αγροτεμάχια της περιοχής, απειλώντας μερικές φορές τους χωρικούς και δημιουργώντας  γκαγκστερικού τύπου φασαρίες για τον εκφοβισμό τους. Ένα μέρος απ αυτές τις εκτάσεις ανήκε σε εκείνον και στην Μάρτα. Ήρθε σε συμφωνία με την αδερφή του να του παραχωρήσουν το κτήμα προς εκμετάλλευση με αντίτιμο την συμμετοχή τους στα κέρδη απ την παραγωγή του κρασιού. Ο λόγος που στην δική τους περίπτωση ο ξάδερφος δεν χρησιμοποίησε τις γνώστες του μεθόδους ήταν μια υπόσχεση που είχε δώσει στον πατέρα τους ότι θα ήταν πάντα σαν αδέρφια και ότι θα φρόντιζε ο ένας τον άλλο. Τρία χρόνια μετά, το κρασί του Πάολο είχε ήδη αρχίσει να πουλάει καλά σε όλη τη χώρα και ενώ εκείνοι δεν είχαν λάβει την παραμικρή χρηματική απολαβή απ’ τα κέρδη, η Μάρτα ζήτησε απ τον Τσέτρι λεφτά για την διαμόρφωση αυτού εδώ του σπιτιού, μισογκρεμισμένου τότε, κληρονομιά απ την γιαγιά τους. Το πόσο δεν ήταν πολύ μεγάλο αλλά εκείνος άρπαξε την ευκαιρία και ζήτησε για αντάλλαγμα το κτήμα. Η πανσιόν ήταν όνειρο ζωής για την αδερφή του αλλά και για τον Αντόνιο. Δεν είχαν την δύναμη να κυνηγήσουν δικαστικά τον Πάολο για να διεκδικήσουν αυτά που τους ανήκαν. Πήρε αυτό που ήθελε, οι επιχειρήσεις του πολλαπλασιάστηκαν και έγινε το σήμα κατατεθέν του χωριού. Ο άνθρωπος που εμφανίζονταν ως ευεργέτης με τις δωρεές και τα έργα υποδομής που έφτιαχνε για τον τόπο του, μια καλοστημένη βιτρίνα για να δικαιολογεί έξοδα και να ξεπλένει μαύρο χρήμα. Μόνο για δήμαρχος δεν κατέβηκε αλλά ποιος ξέρει αν ζούσε μπορεί και να το επιχειρούσε κι αυτό. Οι σχέσεις του με την μαφία της Σικελίας διατηρήθηκαν μέχρι το τέλος του. Ο ένας εκ των δύο νεαρών που τον βοήθησαν στην αρχή της διαβόητης σταδιοδρομίας του σκοτώθηκε πριν από αρκετά χρόνια σε τροχαίο δυστύχημα ενώ ακόμα και οι πέτρες γνώριζαν ότι είχε έρθει σε ρήξη με τους άλλους δύο εξ αιτίας οικονομικών διαφορών. Φυσικά κανείς δεν πίστεψε ότι επρόκειτο για τυχαίο συμβάν. Ο έτερος συνέταιρος είναι ο Μάσιμο Ντιάρκο ο οποίος ήρθε με ελικόπτερο στην κηδεία και έφυγε εσπευσμένα αμέσως μετά. Ο άνθρωπος αυτός δεν θεωρείται απ’ τα κεφάλια της κόζα νόστρα, συνεταιρίστηκε με τον Τσέτρι την εποχή που ήταν αρχηγός μιας μικρής συμμορίας που έκανε εισπράξεις από λιανεμπόρους πουλώντας δήθεν προστασία και ανελίχθηκε μαζί με τον Πάολο όντας το δεξί του χέρι στους εκβιασμούς και τον εκφοβισμό χωριανών του αλλά και επιφανών επιχειρηματιών της Νότιας Ιταλίας.
Ο Μιχάλης νόμισε ότι θα ξεπροβάλει σε λίγο απ’ την είσοδο του ξενώνα και ο Μάρλον Μπράντο για να του συνεχίσει την αφήγηση του Αντόνιο λίγο πριν κάνει διάλειμμα και σηκωθεί απ την αναπαυτική του καρέκλα για να αγοράσει πατατάκια και μια σοκολάτα γάλακτος. Αντίθετα με ότι θα μπορούσε να πιστέψει κανείς οι ταινίες με αυτού του είδους το περιεχόμενο δεν ήταν του γούστου του. Μα όλα πια σ αυτή τη χώρα λειτουργούσαν με την βοήθεια ή την καθοδήγηση της μαφίας; σκέφθηκε. Ή μήπως αυτές ήταν υπερβολές και μυθεύματα των ντόπιων;
«Γι αυτό σε προειδοποίησα αμίκο μίο, για να ξέρεις με τι και ποιους έχεις να κάνεις αν θελήσεις να χώσεις τη μύτη σου βαθύτερα σε αυτή την υπόθεση» πρόσθεσε ο Αντόνιο βλέποντας τον συνομιλητή του λίγο αφηρημένο.
Ο Μιχάλης ευχαρίστησε τον Αντόνιο για την καλή παρέα και τον εξαιρετικό καφέ αλλά και για το ενδιαφέρον που έδειχνε για τον ίδιο, βγήκε απ’ την κουζίνα έξω στον πίσω κήπο και έβαλε μπρος την μοτοσικλέτα του. Οι πληροφορίες του παλαίμαχου μηχανόβιου πήραν την θέση τους στην μνήμη του κεφαλιού του και η ανησυχία του  τον έκαναν να αισθάνεται ότι έπρεπε να σκεφθεί ποιο θα ήταν το επόμενο βήμα. Η αυτοσυγκέντρωση χάθηκε. Σταμάτησε σε ένα σημείο δεξιά του δρόμου, έβγαλε το κράνος και άναψε ένα τσιγάρο. Μήπως να σηκωθεί να φύγει εν τέλει απ’ την Ιταλία και να ξαναγυρίσει στην φυσιολογική ρουτίνα της μεγαλούπολης; Τι δουλειά είχε στ αλήθεια εδώ κάτω;
Γιατί επιδιώκει ξαφνικά να παραστήσει τον ήρωα ενός αστυνομικού μυθιστορήματος;
Υπήρχε άραγε ένα μυστήριο σ αυτή την ιστορία ή ήταν μονάχα η ελκυστική κυρία Τσέτρι που τον κρατούσε δεμένο στο γραφικό λιμανάκι του Χωριού;


Πριν από μερικούς μήνες η Δήμητρα Γεωργίου έκλεινε τα τριάντα της χρόνια και είχε αποφασίσει να γιορτάσει τα γενέθλια της στην πόλη της Κέρκυρας παρέα με την μητέρα της και κάποιους παιδικούς φίλους. Χρόνια τώρα είχε ρίξει μαύρη πέτρα πίσω της αφού τελειώνοντας την σχολή μεταφραστών και διερμηνείας του νησιού έφυγε για μεταπτυχιακές σπουδές στο Βέλγιο όπου και παρέμεινε μετά το τέλος της ακαδημαϊκής της καριέρας ως ενεργή επαγγελματίας στα γραφεία της ΕΟΚ στις Βρυξέλλες. Η ζωή στην βελγική μεγαλούπολη ταίριαζε γάντι με τον δυναμικό χαρακτήρα της Δήμητρας που ήθελε να βρίσκεται διαρκώς περιτριγυρισμένη από συναδέλφους και πελάτες και να μαθαίνει από πρώτο χέρι τα μελλοντικά σχέδια της Γηραιάς Ηπείρου. Στα όνειρα της δέσποζε η επικράτηση ενός παγκόσμιου οικολογικού κινήματος που θα άλλαζε τον τρόπο σκέψης και δράσης του σύγχρονου ανθρώπου και θα προστάτευε τον πλανήτη απ τον βέβαιο αφανισμό του. Η ίδια ήταν ενεργό μέλος μιας περιβαλλοντολογικής οργάνωσης που προσπαθούσε να προστατέψει την χλωρίδα και την πανίδα της Ευρώπης απ’ το μένος των πολυεθνικών αλλά και τον αμέτοχο και αδιάφορο πολίτη. Οι έντονες αντιπαραθέσεις της με συναδέλφους και φίλους είχαν ανασταλτική επίδραση στην ερωτική της ζωή. Το πορτραίτο μιας γυναίκας μαχητή ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το καλό της γούστο στην γκαρνταρόμπα και την προσεγμένη εμφάνιση. Η Δήμητρα ήταν μετρίου αναστήματος, μελαχρινή με μεγάλα πράσινα μάτια κάτω από αρκετά πυκνά για γυναίκα φρύδια, μεγάλα σαρκώδη χείλη και μια αστραφτερή σειρά από καλοσχηματισμένα δόντια που δεν έπαυε με κάθε ευκαιρία να επιδεικνύει. Το χαμόγελο ήταν μόνιμο ζωγραφισμένο στο στρογγυλό της πρόσωπο ακόμα και στις δύσκολες στιγμές τονίζοντας τον αισιόδοξο χαρακτήρα της. Από μικρή έζησε χωρίς πατέρα, η μητέρα της αναγκάστηκε να την σκληραγωγήσει και να μην την χαρεί στα τρυφερά της χρόνια. Ο πατριός της αντιλήφθηκε σύντομα ότι το κοριτσάκι αυτό δεν είχε καμία ομοιότητα με κείνον και πολύ μικρή με την Μαρίνα, την μητέρα της. Η αβεβαιότητα της προέλευσης της Δήμητρας τον έκανε εντελώς αδιάφορο απέναντι της και επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την σχέση της με τον κατά έξι χρόνια μεγαλύτερο ετεροθαλή αδερφό, τον Μάρκο. Σε αντίθεση με ότι συνέβαινε σε μια φυσιολογική οικογένεια ο γιός είχε αδυναμία στον πατέρα και η μητέρα στην κόρη. Το ζευγάρι χώρισε όταν η Δήμητρα ήταν ακόμα έξι χρονών. Η Μαρίνα αναγκάστηκε να ομολογήσει στον Αλέξανδρο ότι δεν ήταν κόρη του αλλά καρπός μιας εφήμερης σχέσης με ένα Ιταλό τουρίστα τον οποίο και ποτέ δεν ξανάδε. Την ίδια ιστορία είπε αργότερα και στην ίδια. Η Δήμητρα μεγάλωσε με την εντύπωση ότι ο πατέρας της ήταν ουσιαστικά ένα ανύπαρκτο πρόσωπο μιας και η μητέρα της όσες φορές και αν την είχε ρωτήσει της απαντούσε ότι το μόνο που ήξερε για αυτόν ήταν ότι τον έλεγαν Πάολο και πιθανόν να ζούσε στην Ρώμη. Με τον πατριό της δεν ξανασχολήθηκε ποτέ. Μια απ’ τις χειρότερες παιδικές της αναμνήσεις η οποία έμελλε να της δημιουργήσει φοβία ήταν η βόλτα με αεροπλάνο που της υποσχέθηκε όταν ήταν μόλις πέντε χρονών. Σε μια υποτιθέμενη κίνηση προσέγγισης ο Αλέξανδρος την κάλεσε στο αεροδρόμιο εν αγνοία της μητέρας της για μια πτήση μαζί με τον αδερφό της με ένα μονοκινητήριο αεροπλάνο ενός γνωστού του. Η εμπειρία ήταν τρομακτική για την μικρή Δήμητρα μιας και τελευταία στιγμή δεν παρευρέθηκε ο πατριός της προφασιζόμενος έκτακτη υπηρεσία. Βρέθηκε ξαφνικά με ένα ξένο μέσα σε ένα αεροπλάνο που βούιζε και τρανταζόταν σαν καρυδότσουφλο και για δέκα λεπτά που κράτησε η σύντομη πτήση έμεινε να κοιτάει τρομαγμένη το πιλοτήριο χωρίς να μπορεί μήτε να κλάψει απ’ τον φόβο της. Οι αιθέρες θα συνέχιζαν να υπάρχουν και χωρίς την παρουσία της, από τότε ορκίστηκε να μην ξαναβρεθεί σε αεροπλάνο.
Ο Αλέξανδρος ξαναπαντρεύτηκε και ο γιός του πήγε να μείνει με την καινούργια του οικογένεια μιας και ο πατέρας του είχε καταφέρει να τον απομακρύνει απ’ την Μαρίνα.
Εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα του περασμένου Μάρτη η Δήμητρα καθόταν στην αυλή στο πίσω μέρος του πατρικού της μαζί με την Κατερίνα , την Ανθή και τον Άλκη και απολάμβαναν ελληνικό καφέ με σπιτικά κουλουράκια περιμένοντας να ολοκληρωθεί το ψήσιμο του γαλακτομπούρεκου που ετοίμασε η μητέρα της. Δεν θα υπήρχε τούρτα, θα έσβηνε κεριά πάνω στο αγαπημένο της γλυκό κάτω από την μουσμουλιά που σκαρφάλωνε όταν ήταν μικρή και έπαιζε με τα παιδιά που βρισκόταν τώρα πλάι της. Η Μαρίνα ειδοποίησε και τον αδερφό της αλλά κανείς δεν τον περίμενε στ’ αλήθεια. Ο Άλκης που τον γνώριζε καλά ήξερε ότι ο Μάρκος δεν θα πάταγε το πόδι του δίχως σοβαρό λόγο σ αυτό το σπίτι. Γι αυτό και ξαφνιάστηκε όταν είδε την τροφαντή του σιλουέτα να προβάλλει στην αυλόπορτα. Θα μπορούσε κανείς να τον αντιπαθήσει πριν καν μπει στον κόπο να τον γνωρίσει. Ίσως να ήταν εξ αιτίας της ίδιας και απαράλλαχτης έκφρασης στο πρόσωπο του, κάτι μεταξύ απαξίωσης και βαρεμάρας ή πάλι το κακιασμένο βλέμμα που σου ριχνε με εκείνα τα σχιστά μάτια που νόμιζες ότι κάτι συμβαίνει με σένα ή τους γύρω σου και έπρεπε να εξαφανιστείς αμέσως απ το οπτικό του πεδίο. Στα τριάντα έξι του χρόνια δούλευε και αυτός πλέον σαν επιθεωρητής  αεροσκαφών όπως ο συνταξιοδοτημένος πια πατέρας του, δήλωνε αμετανόητος εργένης και πάσχιζε να βρει τρόπους για να πλουτίσει. Οι απολαβές του ήταν ήδη καλές αλλά η μεγάλη ζωή που πίστευε ότι έκαναν όλοι αυτοί που περνούσαν τα καλοκαίρια απ’ το νησί με τα πολυτελή κότερα τους τον έθελγε τόσο ώστε έψαχνε πάση θυσία να βρει τρόπους για να την προσεγγίσει. Και αυτή την φορά πίστευε ότι η τύχη του χαμογέλασε. Ή μάλλον όχι η τύχη όπως συνήθιζε να λέει αλλά η καλή του διαίσθηση τον είχε οδηγήσει εκείνο το βράδυ στο πατρικό του, μια βδομάδα μόλις πριν την άφιξη της αδερφής του για να ζητήσει απ’ την μητέρα του ένα φωτογραφικό λεύκωμα με υλικό απ τα πρώτα του βήματα. Η παλιοπαρέα με την οποία ήταν αχώριστος απ’ τα χρόνια του λυκείου ετοίμαζε μια συγκέντρωση όπου ο καθένας απ τους τέσσερις κολλητούς φίλους θα έφερνε τις παιδικές του φωτογραφίες. Ο σκοπός πέρα απ’ τον σχετικό χαβαλέ που θα γινόταν βλέποντας ο ένας τον άλλο σε μωρουδιακές περιπέτειες, ήταν να επιλέξουν τις καλύτερες και να τις επιδείξουν στις κοπέλες τους για να δουν αν θα τους αναγνωρίσουν. Άλλωστε το ίδιο θα έπρεπε να κάνουν και κείνοι με τις αντίστοιχες φωτογραφίες που θα τους έφερναν τα κορίτσια. Δεν είχε αποφασιστεί ακόμα σε τι δοκιμασία θα έπρεπε να υποβληθεί όποιος έχανε.
Αυτό ακριβώς σκεπτόταν καθώς χτυπούσε το κουδούνι της εξώπορτας. Λίγα λεπτά αργότερα έμπαινε απ’ την πόρτα της κουζίνας, η μητέρα του έλλειπε και το κλειδί τον περίμενε κάτω απ το χαλάκι όπως τα παλιά χρόνια που ήταν πιτσιρικάς και δεν μαζευόταν απ’ τις αλάνες παρά μόνο όταν έπεφτε ο ήλιος.
Έψαξε στην βιβλιοθήκη, στην συρταριέρα του σαλονιού ακόμα και στον μπουφέ αλλά δεν βρήκε αυτό που γύρευε. Μπήκε αποφασισμένος στο δωμάτιο της Μαρίνας. «Εδώ θα το χε παραχώσει στα σίγουρα» σκέφθηκε. Σε κάποιο απ’ τα συρτάρια της τουαλέτας ανακάλυψε ένα εβένινο κουτί με φιλντισένια τελειώματα στο καπάκι. Παραβιάζοντας το εύκολα με μια λίμα για τα νύχια που βρήκε πάνω στο έπιπλο, μια μικρή στοίβα από γράμματα δεμένα πρόχειρα με ένα σχοινάκι εμφανίστηκαν μπροστά του. Ο πρώτος φάκελος μαρτυρούσε το ονοματεπώνυμο της μητέρας του με λατινικούς χαρακτήρες και στην πάνω αριστερή άκρη, εκεί δηλαδή που ‘κατοικούσε’ συνήθως ο αποστολέας υπήρχε γραμμένο κάπως άτσαλα ένα όνομα: Paolo Tsetri, Via Casole d´Elsa 1, Italia. «Αυτό πάλι; Έχει γούστο να  ’ναι ο τύπος που γκάστρωσε την μάνα μου και μας φόρτωσε εκείνο το χαζό την αδερφή μου;». Όλες οι επιστολές είχαν τον ίδιο αποστολέα. Ο Μάρκος έκλεισε το κουτί χωρίς να συμπεριλάβει το περιεχόμενο. Βρισκόταν σε τέτοια έξαψη με την ανακάλυψη που μόλις είχε κάνει που ξέχασε εντελώς τον λόγο της επίσκεψης του. Θα μάθαινε άραγε λεπτομέρειες για το φευγαλέο ειδύλλιο της μάνας του; Έ ρε δούλεμα που θα κανε στην αδερφή του αλλά και στον πατέρα του. Θα επέστρεφε στο διαμέρισμα του για να στρωθεί στο διάβασμα. Μα, τι κουτός που ήταν, τα γράμματα ήταν στην ιταλική πως διάβολο θα τα καταλάβαινε; Το να βρεις κάποιον να διαβάζει ιταλικά δεν είναι δα και τόσο δύσκολο στην Κέρκυρα. Γυρνώντας απ’ το πατρικό του πέρασε απ την κάβα της γειτονιάς του. Συνήθιζε να αγοράζει λίγο χύμα κρασί και να το πίνει καθισμένος στην βεράντα, χαζεύοντας το έμπα του λιμανιού, πειράζοντας τις κοπελιές που πέρναγαν κάτω απ’ το σπίτι. Μ’ αυτό τον τρόπο χαλάρωνε απ το άγχος που του προκαλούσε η δουλειά. Η επιθεώρηση ενός αεροσκάφους δεν άφηνε περιθώρια λάθους. Έπρεπε να γίνει σε πολύ σύντομο χρόνο, οι αφίξεις και οι αναχωρήσεις έμοιαζαν να μην έχουν τελειωμό.
«Πως πή’αμε σήμερα;» τον ρώτησε μια μεσόκοπη γυναίκα που είχε το μαγαζί.
«Όπως πάντα, κυρά Ζωγραφούλα μου. Πολλή δουλειά».
«Το συνηθισμένο;»
«Ξέρεις κάτι; Δεν μου φέρνεις λίγο λευκό σήμερα; Έτσι για αλλαγή».
Περιμένοντας να τον εξυπηρετήσει το βλέμμα του ‘σκόνταψε’ σε ένα κιβώτιο που βρισκόταν πάνω στον πάγκο με την ταμειακή μηχανή. Τα μάτια του γούρλωσαν.
Με μεγάλα ευκρινέστατα γράμματα η λέξη Τσέτρι χόρευε μπροστά του. Χόρευε!
Ένας ποταμός χρημάτων έλουσε το πακέτο, τον ίδιο, όλο το μαγαζί. Πνιγόταν στα λεφτά, κολυμπούσε, εκείνος, τα μπουκάλια, η Ζωγραφούλα.
«Μάλλον το παράκανες κυρ Μάρκο σήμερα και χάζεψες!». Η τσιριχτή φωνή της γυναίκας τον επανέφερε στην πραγματικότητα.
«Δεν μου δίνεις και ένα μπουκάλι από τούτα; Ιταλικό ε;».
«Όι δα, εδώ τα φτιάνουνε».
«Το κιβώτιο λέει άλλα».
«Αυτός που λέει το κουτί είναι απ’ απέναντι, Ιταλιάνο. Αλλά τα χει κάμει πλακάκια με κάτι δικούς μας και τα αμολάνε παρέα, κατάλαβες εσύ;»
Που και που δυσκολευόταν όντως να καταλάβει τι του λεγε η Ζωγραφούλα. Μίλαγε πάντα γρήγορα και με προφορά δωδεκανησιώτικη, κρατούσε απ’ τη Λέρο. Τούτη τη φορά όμως τα λόγια της ηχούσαν σαν το γάργαρο νερό μεσ’ στο κεφάλι του. Δεν χρειάζεται λοιπόν καν να διαβάσει το περιεχόμενο των γραμμάτων. Δεν τον ενδιέφερε. Θα κρατούσε βέβαια ένα αντίγραφο πριν τα επιστρέψει στην μάνα του αφού πρώτα αφήσει να τα δει και κείνη η καημένη η αδερφούλα του…


Monday, September 10, 2012

Διακοπές στο Χωριό,  Κεφάλαιο Δεύτερο



ΙΙ.




Το δικηγορικό γραφείο του Νικηφόρου Κριεζάτου βρισκόταν στον τέταρτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας στην αρχή της οδού Σόλωνος. Ο κοκέτης όπως τον έλεγαν οι συνάδελφοι του, εμφανιζόταν πάντα καλοντυμένος, παρφουμαρισμένος και συνεπής με ακρίβεια λεπτού στις συναντήσεις του. Το γραφείο του δεν θα μπορούσε να βρίσκεται κάπου αλλού. Ήταν αρκετά ψηλός , σχετικά γεμάτος – η γυμναστική είχε πει κάποτε είναι εκδήλωση ματαιότητας και ματαιοδοξίας και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε – με στρογγυλό πρόσωπο, καστανά πυκνά μαλλιά, πράσινα μικρά και σχιστά μάτια και μια μεγάλη μύτη που κατηφόριζε με ορμή προς τα χείλη του. Η σημαντικότερη επιτυχία στην μέχρι τώρα σταδιοδρομία του ήταν η γνωριμία με τον Πάολο Τσέτρι. Ένα καλοκαίρι, πριν από επτά χρόνια, ο Τσέτρι παραθέριζε στην Κεφαλονιά με το κότερο του. Ήταν μεσημέρι όταν γυρνώντας απ την παραλία με το φουσκωτό, η εξωλέμβια μηχανή παρέδωσε πνεύμα και ο Τσέτρι έμεινε καταμεσής του κόλπου δίχως κουπιά αλλά μήτε και τηλέφωνο για να ειδοποιήσει κάποιον απ το πλήρωμα του. Ως συνήθως τα χε κοπανήσει λίγο και σε μια προσπάθεια του να διορθώσει την βλάβη – μάλλον το αλκοόλ του χε δώσει την ψευδαίσθηση ότι είχε ελπίδες να βρει την αιτία - βρέθηκε στο νερό. Ζαλισμένος, άρχισε να πίνει αρκετή ποσότητα και να πνίγεται.
Σε μικρή απόσταση απ το φουσκωτό, ο Νικηφόρος είχε διακόψει εδώ και λίγα λεπτά την περιήγηση του και παρατηρούσε τις κινήσεις του Ιταλού. Βουτούσε από μικρός στα κρυστάλλινα και γεμάτα επικίνδυνα ρεύματα νερά της ιδιαίτερης πατρίδας του και έπιανε να χαζεύει με τις ώρες τον βυθό. Οι καταδύσεις ήταν η μόνη απασχόληση που μπορούσε να συναγωνιστεί την αγάπη του για τα νομικά. Μόλις τον είδε να πέφτει άτσαλα απ το βαρκάκι του κολύμπησε γρήγορα προς το μέρος του.
Ο Τσέτρι σώθηκε , ο Νικηφόρος γευμάτισε αστακό στο κότερο του και η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ τους του απέφερε μεγάλα οικονομικά οφέλη αλλά και υποχρεώσεις. Ο Ιταλός συμπάθησε τον πληθωρικό χαρακτήρα του δικηγόρου και τον καλούσε συχνά πυκνά στο Χωριό για την καλή του παρέα. Σε μια απ αυτές τις επισκέψεις του παρουσίασε την  διαθήκη του και τον όρισε εκτελεστή της. Η περιουσία που θα άφηνε κάποια μέρα πίσω του ήταν τεράστια και οι μνηστήρες αρκετοί. Ήθελε να εξασφαλίσει ότι θα μοιραζόταν σωστά αν και το μεγαλύτερο μέρος της φαινόταν να το καρπώνονται οι τρεις του κόρες με διαχειριστή τον ίδιο τον Νικηφόρο σε περίπτωση που ο Τσέτρι «έφευγε» πριν ενηλικιωθούν.
Λίγες μέρες πριν το αιφνίδιο θάνατο του, είχε λάβει ένα γράμμα – αυτός ήταν και ο τρόπος που επικοινωνούσαν κατά απαίτηση του Ιταλού – το οποίο έλεγε ότι έπρεπε να συναντηθούν το συντομότερο δυνατό διότι κάτι αναπάντεχο είχε προκύψει. Μια διάρρηξη στο γραφείο καθυστέρησε την αναχώρηση του και έτσι όταν πια το αεροπλάνο τροχοδρομούσε στο αεροδρόμιο του Φιουμιτσίνο το μοιραίο είχε ήδη συμβεί. Ο Τσέτρι είχε βρεθεί νεκρός το πρωί της Παρασκευής, μια μέρα πριν την άφιξη του Μιχάλη στο χωριό. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του με ένα μισοτελειωμένο μπουκάλι κρασί στο κομοδίνο και ένα άδειο κουτί από ηρεμιστικά στο πάτωμα.


Ο Μιχάλης οδηγήθηκε στο εσωτερικού του σπιτιού συνοδευόμενος τώρα και από ένα δεύτερο άντρα διασχίζοντας ένα υπέροχο κήπο γεμάτο πορτοκαλιές . Απέφυγαν την κεντρική είσοδο ανεβαίνοντας από μια εξωτερική σκάλα στον πρώτο όροφο του οικήματος. Εκεί, σε ένα μικρό σαλόνι ένας ψηλός άντρας μιλούσε έντονα στην κυρία Τσέτρι.
«Μα τι λέτε αγαπητή μου Ρίτα; Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Πως χάθηκε;. Ασφαλώς κάποιος ήθελε να χαθεί η διαθήκη δεν νομίζετε;»
«Υπονοείς κάτι Νικηφόρε;». Η Ρίτα του απευθυνόταν στον ενικό ενώ εκείνος ποτέ. Υπήρχε μια αντιπάθεια μεταξύ τους. Εκείνη δεν μπορούσε να δεχθεί το γεγονός ότι ένας ξένος επιλήφθηκε την σύνταξη και εκτέλεση της διαθήκης όταν υπήρχαν στο περιβάλλον τους παλιοί καλοί φίλοι δικηγόροι αποδεδειγμένα αξιόπιστοι.
«Δεν υπονοώ, αλλά είμαι εξοργισμένος και ξέρετε γιατί; Διότι μια μέρα πριν έρθω εδώ μου διέρρηξαν το γραφείο……Μα ποιος είναι ο κύριος αυτός με τον Γκουίντο;»
Ο Μιχάλης δεν ήθελε να πανικοβάλλει τον εαυτό του μ αυτά που του συνέβαιναν και έπιασε να παρατηρεί το σαλόνι στο οποίο βρισκόταν μέχρι κάποιος να του απευθύνει τον λόγο. Άλλωστε δεν ήταν και λίγο το γεγονός ότι θα βρισκόταν και πάλι μπροστά σ αυτή την εντυπωσιακή γυναίκα.
«Αυτό ελπίζω να μας το πει ο ίδιος» είπε και προχώρησε προς το μέρος του. «Καθίστε.» Κοίταξε τον Μιχάλη από πάνω ως κάτω σαν για να βεβαιωθεί ότι αυτός ήταν που τους είχε ακολουθήσει, αυτός που της έριξε ένα βλέμμα διαπεραστικό όταν συναντήθηκαν στην γωνία του δρόμου. Ναι, δεν θα μπορούσε να το αρνηθεί στον εαυτό της, ήταν γοητευτικός. Αλλά δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για φλερτ. Πενθούσε και έπρεπε να το δείχνει, πόσο μάλλον σε ανθρώπους όπως ο Νικηφόρος. Τον τελευταίο χρόνο είχε απομακρυνθεί αρκετά απ τον Πάολο. Δεν τον άντεχε, η μεγάλη ηλικιακή διαφορά κέρδισε εύκολα την μάχη μιας σχέσης που έτσι κι αλλιώς δεν ξεκίνησε από ένα παράφορο έρωτα. Εκείνος μπορεί και να το ήξερε απ την αρχή. Η συμπεριφορά του ήταν άψογη απέναντι της με μόνη ουσιαστική απαίτηση την εκπλήρωση των συζυγικών της καθηκόντων μια φορά την βδομάδα με την βοήθεια του Θεού ή μάλλον του Βιάγκρα. Οι κοινές εμφανίσεις σε καλέσματα, εκδηλώσεις και οινολογικά συμπόσια δεν καταπίεζαν την Ρίτα. Ήταν απ τις ευχάριστες ενασχολήσεις της. Τα τρία κοριτσάκια που του χάρισε περνούσαν τον περισσότερο χρόνο με νταντάδες διαφόρων προελεύσεων αφήνοντας της έτσι και λίγο χώρο για ατασθαλίες με νεαρούς γόνους πλουσίων. Η διάθεση του Παόλο κάποια στιγμή άλλαξε. Τους δύο τελευταίους μήνες είχε συνέχεια νεύρα, η κατανάλωση αλκόολ και υπνωτικών χαπιών είχε αυξηθεί κατακόρυφα και οι συνευρέσεις του ζευγαριού έλαμπαν δια της απουσίας τους. Πέρναγαν μέρες ολόκληρες χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα και η επαφή του με τα κορίτσια που τόσο αγαπούσε περιορίστηκε στο ελάχιστο. Ένα ταξίδι αστραπή στην Κέρκυρα λίγο πριν πεθάνει τον έκανε ακόμα πιο απόμακρο. Από το δωμάτιο του στην ταράτσα μέχρι το βράδυ και από κει πάλι στο δωμάτιο του. Αυτός που φρόντιζε να του γεμίζει το ποτήρι και να τον προμηθεύει με φάρμακα, ο πιστός του υπηρέτης ο Μάριο, έλεγε ότι τον άκουγε να μουρμουράει μόνος του αριθμούς και να κάνει πράξεις, σαν να τα χε χαμένα. Την Πέμπτη το βράδυ, μια μέρα πριν πεθάνει είχε παρακαλέσει τον Μάριο να πιει μαζί του. Ήθελε να μοιραστεί με κάποιον τα καλά νέα. Ο Μάριο αναγκάστηκε να φύγει εσπευσμένα για το χωριό διότι γεννούσε η κόρη του και έτσι δεν έμαθε ποτέ τι είχε συμβεί και ο κύριος του άλλαξε διάθεση……

«Λοιπόν, πως σας φαίνετε το χωριό μας κύριε….»
«Ματρίτης. Μιχάλης»
«Ω, μα πρέπει να είναι Έλληνας» σκέφτηκε έκπληκτος ο Νικηφόρος.
«Πολύ όμορφο. Μου θυμίζει αρκετά τον τόπο μου. Είμαι Έλληνας».
«Και εκτός από Έλληνας είστε και τυχερός διότι και ο κύριος που βρίσκεται δίπλα μου είναι απ τα μέρη σας και είναι και δικηγόρος. Όποτε θα σας εξηγήσει για ποιο λόγο δεν πρέπει να μας ξαναενοχλήσετε.» Ο τρόπος ομιλίας της Ρίτας δεν παρουσίαζε ίχνος συναισθηματικής φόρτισης λόγω του γεγονότος. «Ωραία είναι και τούτη» σκέφθηκε «πέθανε ο άντρας της και είναι φρέσκια σαν το τριαντάφυλλο»
«Σας ζητώ συγνώμη για την ενόχληση αλλά παρασύρθηκα απ την ατμόσφαιρα – την τελευταία λέξη την πρόφερε στα ελληνικά – αλλά και την ιδιαίτερη παρουσία σας. Αυτή είναι η αλήθεια.»
«Νικηφόρε, θα τα πούμε σε λίγο. Εξήγησε στον κύριο Ματρίτη τι πρέπει να κάνει.»
Οι δυο άντρες έσφιξαν εγκάρδια τα χέρια και βγήκαν να περπατήσουν στον κήπο.
«Οφείλω να ομολογήσω κύριε Ματρίτη ότι βρήκατε πολύ ακατάλληλη στιγμή για να κάνετε τον περίπατο σας. Είχατε και το θράσος να της κάνετε κομπλιμέντο. Δεν σας κρύβω ότι μου άρεσε αυτό. Η κυρία Τσέτρι είναι – έσκυψε κοντά στ αυτί του Μιχάλη – μια σκύλα! Γοητευτική δεν λέω, αλλά σκύλα. Θα πρέπει να φύγετε τώρα. Που μένετε στο Χωριό;»
«Στην πανσιόν Αντόνιος».
«Α, μα εκεί μένω και εγώ. Πάντα εκεί πηγαίνω αλλά θα πρεπε να ξέρετε ότι ο Αντόνιο και η Μάρτα είναι συγγενείς του θανόντος. Καλό θα είναι να μην τους αναφέρετε το σημερινό περιστατικό. Θα τα ξαναπούμε. Καλή διαμονή φίλε μου!»
«Σε ευχαριστώ. Μίλα μου στον ενικό, νοιώθω άβολα».


«Τι απόγευμα και αυτό» μονολογούσε ο Μιχάλης κατηφορίζοντας την Βία Μεντιτεράνεα. «Γυναικάρα η κυρία Τσέτρι. Σαν να μην λυπήθηκε καθόλου για τον χαμό του συζύγου της. Θα μ άρεσε να την συναντούσα για ένα ποτό. Μήπως να το επεδίωκα μέσω του δικηγόρου; Μπα, άλλωστε εκείνος δεν φαίνεται να την συμπαθεί. Πρέπει να βρω μια αφορμή για να της τηλεφωνήσω. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι της έκανα εντύπωση.»
Το καφέ Μίο ήταν ουσιαστικά η ταράτσα ενός παλιού νεοκλασικού σπιτιού με θέα την Μεσόγειο. Μερικές πορτοκαλί ομπρέλες  και έξι επτά ανεμιστήρες βοηθούσαν τους θαμώνες τις δύσκολες ώρες της ηλιοφάνειας, καναπέδες διθέσιοι και τριθέσιοι με αφράτα χρωματιστά μαξιλάρια δημιουργούσαν το κατάλληλο περιβάλλον για χαλάρωση κάτω από ήχους έθνικ και τζαζ μουσικής. Ηλικίες διάφορες, ασουλούπωτοι άντρες από κότερα, πιτσιρίκες με μαγιό , περιποιημένες πενηντάρες και κομψοί επιχειρηματίες αποτελούσαν την σύνθεση του μωσαϊκού που αντίκρισε ο Μιχάλης, όταν έφτασε στο τέλος της φαρδιάς εξωτερικής ξύλινης σκάλας που οδηγούσε στο μπαρ. Ένα άδειο σκαμνί τον περίμενε στην μια άκρη δίπλα σε ένα τραπέζι με μια μεγάλη παρέα από γυναίκες μεγάλης σχετικά ηλικίας. Παρήγγειλε ένα μαρτίνι με λεμόνι και πάγο και έπιασε να τις παρατηρεί. Δεν άργησε να ξεχωρίσει την φιγούρα της Μάρτα ανάμεσα τους, τον είχε δει άραγε; Αργά ή γρήγορα θα τον έβλεπε γι αυτό και έσπευσε να την χαιρετήσει. Η Μάρτα σηκώθηκε απ το τραπέζι και τον πλησίασε.
«Τελικά ακολουθήσατε την συμβουλή μου αν και αργήσατε μάλλον να ρθετε. Πως σας φαίνετε το Μίο;»
«Πολύ όμορφο και γραφικό. Έκανα ένα περίπατο μέχρι την κορυφή του λόφου».
«Δεν κάθεστε μαζί μας για ένα ποτό; Εκτός αν βαριέστε να ακούτε κουτσομπολιά για το χωριό μας. Δεν θα σας κουράσουμε πολύ όμως, ελάτε.»
Ο Μιχάλης ήξερε ότι θα ήταν αγενές εκ μέρους του να αρνηθεί αν και ούτως ή άλλως δεν το είχε σκοπό. Ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να μάθει κι άλλες πληροφορίες για το συμβάν της ημέρας. «Τώρα που μπήκα στο χωρό ας χορέψω» σκέφτηκε. Οι διακοπές στην Ιταλία είχαν αρχίσει να αποκτούν ενδιαφέρον.
Οι τέσσερις γυναίκες του έδωσαν γνωριμία, η Άννα, η Σοφία, η Μαρία-Γκράτσια και η  Ελένα. Αφού κουβέντιασαν για την Ελλάδα και τις ομορφιές της ο Μιχάλης τους διηγήθηκε την κατάληξη της απογευματινής του βόλτας περιμένοντας με αγωνία την αντίδραση της Μάρτα.
«Ο Νικηφόρος μου είπε ότι γνωρίζετε τον θανόντα» πρόσθεσε παραβιάζοντας την υπόσχεση που είχε δώσει στον Έλληνα δικηγόρο σκοπεύοντας να χοντρύνει το παιχνίδι. Εκείνη δεν φάνηκε να ταράχτηκε, ο Τσέτρι ήταν ξάδερφος της απ το σόι της μητέρας της και ήταν αυτός που την βοήθησε να χτίσει με τον αδερφό της τον ξενώνα. Της είχε ιδιαίτερη αδυναμία μέχρις ότου γνώρισε «εκείνον τον Γερμανό τον Κάρλ» τον οποίο απέρριψε χωρίς δεύτερη σκέψη εκφράζοντας την αντιπάθεια του για ένα λαό που όπως έλεγε κατέστρεψε τον Νότο κατά την διάρκεια του πολέμου με τις ιδεολογικές του μπούρδες. Δεν της το συγχώρεσε ούτε όταν πια γύρισε πίσω μετά από πολλά χρόνια. Κυκλοφορούσαν κάποιες φήμες ότι  η Μάρτα φλέρταρε τους κατά πολύ νεότερους αλλοδαπούς παραθεριστές του ξενώνα τις οποίες εκείνη απέδιδε στην κακία του Τσέτρι.
«Ο ιατροδικαστής είπε ότι ήταν η κατάληξη μιας βαριάς μορφής κατάθλιψης κάτι που για μένα προσωπικά φαίνεται αρκετά παράξενο. Ο ξάδερφος μου ήξερε πάνω απ όλα να περνάει καλά και να μην χολοσκάει για τίποτε και για κανένα εκτός απ τα παιδιά του τα οποία και λάτρευε αν και τον περισσότερο καιρό εξ αποστάσεως.»
«Πάντως», πρόσθεσε μια απ τις φίλες της, «ακούστηκε ότι τώρα τελευταία κάτι συνέβαινε στο σπίτι, μια ‘περιπέτεια’ απ το παρελθόν του Πάολο που του δημιούργησε αυτή την μεγάλη στενοχώρια».
«Ερωτική εννοείς;» την ρώτησε η Σοφία.
«Μα αυτός ο άνθρωπος δεν καθόταν ποτέ σε ησυχία;» πέταξε η Μάρτα και έπιασε να διηγείται στον Μιχάλη για τους γάμους και την αδυναμία του για το ασθενές φίλο παραλείποντας όμως ένα σημαντικό κομμάτι απ το μωσαϊκό της ερωτικής ζωής του το οποίο έμελλε να αποκαλυφθεί.


Ήταν καλοκαίρι του 1976 όταν ο Πάολο Τσέτρι βρέθηκε για δουλειές στην όμορφη Κέρκυρα. Ύστερα από επαφές με ντόπιους παραγωγούς αποφασίστηκε από κοινού μια καλλιέργεια σταφυλιών με σπόρους απ τα δύο μέρη για την δημιουργία ενός ξεχωριστού λευκού κρασιού. Ο Τσέτρι θα έστελνε δικούς του ανθρώπους να παραμείνουν στο νησί για όσο χρειαζόταν και έπειτα θα έστηνε το δίκτυο διάθεσης σε όλη την Ελλάδα αλλά και την Ιταλία. Έκλεισε μια σουίτα στο ξενοδοχείο Royal στο γραφικό Κανόνι και νοίκιασε μια κόκκινη Άλφα Ρομέο Βελότσε για τις μετακινήσεις του. Ένα απόγευμα γυρνώντας με τ αμάξι του από μια συνάντηση με κάποιον εκπρόσωπο αποφάσισε να μην στρίψει για το ξενοδοχείο και να συνεχίσει έως το καφεζαχαροπλαστείο που βρισκόταν στην άκρη του λοφίσκου για να απολαύσει το ξακουστό παγωτό του με γεύση μόκα και να τονωθεί ευχάριστα με ένα εσπρέσο χαζεύοντας το Ποντικονήσι αλλά και τα αεροπλάνα που πηγαινοερχόντουσαν από και προς το αεροδρόμιο που βρισκόταν εκεί κοντά.
Από αυτό το αεροδρόμιο είχε φθάσει πριν από λίγο και η κομψή κυρία που καθόταν μόνη της σε ένα τραπεζάκι λίγο πιο πέρα από κει που κάθισε ο Τσέτρι. Φορούσε ένα κοντομάνικο μεταξωτό πουκαμισάκι ξεκούμπωτο μέχρι το σημείο που να δημιουργεί αναστάτωση σε όποιο αρσενικό έστρεφε το βλέμμα του πάνω της και μια μπεζ φούστα μέχρι τα γόνατα με ένα μικρό σκίσιμο στο πλαϊ. Η Μαρίνα δεν ήταν προκλητική γυναίκα, οι ενδυματολογικές της προτιμήσεις είχαν να κάνουν καθαρά με πρακτικούς λόγους. Ήταν σχετικά ψηλή, λεπτή, συνήθως με δεμένα τα καστανά μαλλιά της κότσο, στρογγυλοπρόσωπη με φίνα χαρακτηριστικά. Γεννημένη στην Κέρκυρα από γονείς μεροκαματιάρηδες, ο πατέρας της δούλευε σε βυρσοδεψείο και η μητέρα της σε ένα φούρνο στην χώρα, ξέφυγε κάποια στιγμή απ το σπίτι με τους καλούς βαθμούς της στο σχολείο και την έμφυτη κλίση της στις ξένες γλώσσες (ήδη μιλούσε αγγλικά χωρίς να έχει μελετήσει ποτέ) και έπιασε δουλειά σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο απ τα δεκαοχτώ της. Κάποια μέρα ύστερα από χρόνια και ενώ ήταν στο αεροδρόμιο για να παραλάβει ένα γκρουπ εγγλέζων για να τους συνοδεύσει στο ξενοδοχείο τους, γνώρισε τον Αλέξανδρο. Επιθεωρητής αεροσκαφών, εκπαιδευόμενος τότε στην Ολυμπιακή είχε μόλις έρθει από την Αθήνα με μετάθεση. Η σχέση τους εξελίχθηκε γρήγορα , παντρεύτηκαν και απέκτησαν και ένα γιο.
Η Μαρίνα συνήθιζε να τον επισκέπτεται στην δουλειά όποτε βρισκόταν και κείνη για κάποιο λόγο στο αεροδρόμιο και να πίνουν καφέ πριν αλλάξει η βάρδια. Ο Αλέξανδρος δούλευε με κυλιόμενο ωράριο, κάποιες μέρες πρωινά και άλλες βράδια. Εκείνη την μέρα δεν κατάφερε να τον συναντήσει και αποφάσισε να ανέβει στο Κανόνι για να πιει το αγαπημένο της ρόφημα. Η άφιξη του Τσέτρι δεν είχε περάσει απαρατήρητη. Το κόκκινο αυτοκίνητο τράβηξε το βλέμμα της Μαρίνας που προσπάθησε να διακρίνει τον οδηγό που έβγαινε από μέσα. Απέφευγε να φοράει τα μυωπικά της γυαλιά διότι όπως έλεγε «μέχρι το σούρουπο βλέπω μια χαρά». Ένας άντρας γύρω στα σαράντα, με καφέ σπορ κουστούμι, σχετικά γεμάτος, μετρίου αναστήματος, με κάπως αραιά μαλλιά ήρθε να κάτσει στο διπλανό τραπέζι. Έστρεψε το κεφάλι της προς την αντίθετη κατεύθυνση, δεν ήθελε και να την πάρουν χαμπάρι, παντρεμένη γυναίκα και να νομίζουν ότι ξενοκοιτούσε. Το νησί είναι μικρό, όλο και κάποιος μπορεί να την αναγνώριζε, άλλωστε στ αλήθεια το κανε από περιέργεια. Δεν παραδεχόταν ότι της πέρναγε καμιά φορά απ το μυαλό η ερωτική περιπέτεια με κάποιον άλλο εκτός απ τον άντρα της. Ήταν πολύ συντηρητική και πίστευε ότι ο γάμος είναι ιερός και θέλει θυσίες για να διατηρηθεί, εκείνη ήταν πρόθυμη να υπομένει αλλά και να επιμένει για το καλό της οικογένειας.
Ο Τσέτρι ήταν απορροφημένος διαβάζοντας κάποια στοιχεία για την πορεία των ελληνικών κρασιών όταν μια χαρτοπετσέτα που δεν άντεξε τις πιέσεις απ το βοριαδάκι που είχε δυναμώσει, ξέφυγε απ το τραπεζάκι της Μαρίνας και προσγειώθηκε στα διαγράμματα των πωλήσεων.
«Συγνώμη, ο αέρας….  δεν πρόλαβα να την πιάσω» του είπε.
«Don’t worry, its ok, parla italiano?». Η Μαρίνα αιφνιδιάστηκε, δεν περίμενε ότι θα ανοίξουν κουβέντα και έμεινε να τον κοιτάζει αμήχανα.
«Parla italiano?» την ξαναρώτησε ενώ παράλληλα έκανε νόημα στο γκαρσόνι. Σηκώθηκε, του είπε κάτι στ αυτί, του έχωσε ένα χαρτονόμισμα στην τσέπη και ξανακάθησε αυτή τη φορά στο τραπέζι της όμως. Η Μαρίνα αφού ανάκτησε την αυτοκυριαρχία της αντέδρασε σπασμωδικά σ αυτή του την κίνηση.
«Δεν έχουμε να πούμε τίποτε κύριε. Θα σας παρακαλούσα να σηκωθείτε απ το τραπέζι. Δεν επιθυμώ την συντροφιά σας. Χαίρετε» του απευθύνθηκε σε άψογα ιταλικά.
«Μιλάτε την γλώσσα μου λοιπόν. Πολύ ωραία. Είστε πολύ όμορφη» και παίρνοντας τα τριαντάφυλλα που μόλις είχε φέρει το γκαρσόνι της τα πρόσφερε.  
«Και σεις πολύ αναιδής». Η Μαρίνα σηκώθηκε εκνευρισμένη αλλά και αναψοκοκκινισμένη για να φύγει.
«Θα τα ξαναπούμε μπέλα». Για τον Πάολο το κυνήγι είχε μόλις ξεκινήσει και με τις καλύτερες προϋποθέσεις. Οι εύκολες γυναίκες ήταν βαρετές, ετούτη δω θα τον παίδευε και αυτό τον ευχαριστούσε ήδη. Πολλές φορές το κυνήγι είναι καλύτερο ακόμα κι απ την περιπέτεια που θα προκύψει.
Την επόμενη μέρα κατέβηκε στην χώρα αρκετά νωρίτερα από τις προγραμματισμένες  συναντήσεις του για να ψάξει να την βρει. Θα ήταν το πρώτο μέρος που θα κοίταζε. «Η άψογη ιταλική της προφορά πολύ πιθανό να έχει σχέση με το επάγγελμα της. Το οποίο με τη σειρά του θα μπορούσε είναι τουριστικό, εκπαιδευτικό….Μια βόλτα στα τουριστικά γραφεία γύρω απ την Εσπλανάντ για αρχή» σκέφτηκε. Τελικά ήταν πολύ εύκολο, θα προλάβαινε άνετα και τα ραντεβού του. Το γραφείο που δούλευε η Μαρίνα βρισκόταν δίπλα σε μια τράπεζα στον δρόμο που πέρναγε ακριβώς πίσω απ την πλατεία και επειδή η τύχη ήταν με το μέρος του Ιταλού, βρισκόταν εκείνη τη στιγμή κοντά στην είσοδο κουβεντιάζοντας με ένα ζευγάρι τουρίστες δείχνοντας τους κάποια σημεία της πόλης που άξιζε να επισκεφθούν. Ο Τσέτρι προσπέρασε χωρίς να τον δει. Σημείωσε την διεύθυνση στο μυαλό του και κατευθύνθηκε σε ένα καφέ λίγο πιο κάτω. Αφού σκέφθηκε για λίγο το επόμενο του βήμα έκανε κάποια τηλέφωνα για να μάθει το νούμερο του γραφείου που εργαζόταν η Μαρίνα. Λίγο αργότερα, ένας άντρας μπήκε στο πρακτορείο και απευθυνόμενος σε κείνη της ζήτησε να κλείσει ένα δωμάτιο σε ένα καλό ξενοδοχείο για λογαριασμό ενός σημαντικού πελάτη που θα έφτανε την άλλη μέρα οδικώς απ την Ιταλία στο νησί, και μήπως θα μπορούσε να τον συναντήσει αύριο στην πλατεία για να τον καθοδηγήσει;
Το άλλο πρωϊ ο Τσέτρι πάρκαρε την Άλφα Ρομέο στην έξοδο της πλατείας και περίμενε. Σε λίγα λεπτά την είδε να έρχεται προς το μέρος του. Ένας γνωστός του είχε αναλάβει να την ειδοποιήσει, δεν ήθελε να της μιλήσει ο ίδιος μήπως και καταλάβει την φωνή του. Η Μαρίνα που δεν ξέχασε το περιστατικό στο Κανόνι αναρωτήθηκε έντρομη μήπως αυτό το αυτοκίνητο που έβλεπε τώρα στα δέκα μέτρα μπροστά της δεν ήταν το ίδιο με κείνου του άξεστου Ιταλού.
«Ας κάνουμε ανακωχή. Πάολο Τσέτρι.» είπε εκείνος ανοίγοντας την πόρτα του οδηγού, ντυμένος με το ίδιο καφέ κουστούμι προσφέροντας της ένα ωραίο μπουκέτο από άγρια λουλούδια.
«Σας είπα ότι θα ιδωθούμε ξανά, η ζωή είναι μικρή για να την αποφεύγουμε.»
«Φαίνεται ότι δεν παίρνετε εύκολα από λόγια. Γιατί με πολιορκέιτε;» του είπε σαστισμένη .
«Σας πολιορκώ και θα συνεχίσω να το κάνω. Δεν τα παρατάω όταν πρόκειται για μια γυναίκα όπως εσείς. Δεν έχετε να χάσετε τίποτα, λίγο απ τον χρόνο σας ίσως. Αντίθετα, μια φιλία μπορεί να σας φανεί χρήσιμη στο μέλλον.  Γνωρίζω αρκετό κόσμο ακόμα και δω στο νησί σας.»
«Σας είπα είμαι παντρεμένη, τι θα πει…»
«Σωπάστε και μην ασχολείστε με τους άλλους. Τι ώρα θα θέλατε να βρεθούμε;».

Η Μαρίνα απόρησε με τον ίδιο της τον εαυτό. Τι πήγαινε να κάνει; «Έρχεται μια στιγμή στην ζωή μας που όλα συνηγορούν στο να κάνουμε μια τρέλα. Μια φορά θα συμβεί και πρέπει να αγνοήσουμε τις συνέπειες» της είχε πει πολλές φορές η αδερφή της που είχε αφήσει στα κρύα του λουτρού τον άντρα της για να ξενιτευτεί στην μακρινή Αργεντινή και να βόσκει γελάδια σε μια φάρμα. Δεν είχε όμως παιδιά, ούτε καθόταν και ποτέ στα αυγά της. Ακόμα και παντρεμένη ξενοπηδιόταν. Ο πρώτος γύρος της πάλης για αυτοσυγκράτηση είχε χαθεί. Αποφάσισε να βρεθεί με τον Πάολο διότι κακά τα ψέμματα την κολάκεψε με την επιμονή του και τον τρόπο που την προσέγγισε. Συναντήθηκαν την επομένη το μεσημέρι στην αποβάθρα για μικρά σκάφη. Ο Αλέξανδρος είχε βάρδια απ τις τρεις έως τις έντεκα, υπήρχε πολύς χρόνος στην διάθεση τους. Ο Ιταλός ήθελε να την εντυπωσιάσει και κανόνισε βόλτα και γεύμα πάνω σε ένα πολυτελές γιώτ. Παρ όλες τις αντιρρήσεις που έφερε στην αρχή τελικά βρέθηκε καταμεσής του πελάγου να απολαμβάνει την παρέα , το θαλασσινό αεράκι και τα φρέσκα ψάρια που είχε φροντίσει εκείνος να υπάρχουν για να την ευχαριστήσει. Εκείνο το απόγευμα σήμανε την έναρξη μιας σχέσης που κράτησε όσο και τα πήγαινε έλα του Τσέτρι στην Κέρκυρα. Η συνεργασία με τους ντόπιους εδραιώθηκε, τα αποτελέσματα ήταν καλύτερα απ το αναμενόμενο και έτσι ύστερα από τέσσερα χρόνια επίβλεψης και χρηματοδότησης είχε φτάσει πια η ώρα να αφήσει τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους κάτω απ την επίβλεψη ενός έμπιστου συνεργάτη του. Νέες προοπτικές και συνεργασίες διαφαίνονταν στο εγγύς μέλλον με άλλες χώρες. Άλλωστε υπήρχαν προβλήματα και απ τις δύο πλευρές. Η γυναίκα του Τσέτρι, παρατήρησε την θεαματική αλλαγή στην διάθεση του συζύγου της κάθε φορά που ετοιμαζόταν για ένα ταξίδι στο νησί και του κανε σκηνές ζηλοτυπίες προσπαθώντας με κάθε τρόπο να την πάρει μαζί του. Ο Τσέτρι παντρεύτηκε την πρώτη του γυναίκα καθαρά για οικονομικούς λόγους. Η Λίντα προερχόταν από μια αριστοκρατική οικογένεια του Βορρά με πολλές διασυνδέσεις και μια αλυσίδα πολυτελή εστιατόρια που θα αποτελούσαν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την προώθηση των κρασιών του. Την εποχή εκείνη χρειαζόταν ακόμα την υποστήριξη της για τα μεγαλεπίβολα σχέδια του , θα την κρατούσε κοντά του πάση θυσία. Η σχέση με την Μαρίνα όσο και να τον ευχαριστούσε, όσο και αν την αγαπούσε δεν έπρεπε να σταθεί εμπόδιο για το μέλλον.
Απ την άλλη, ο Αλέξανδρος βλεπόταν όλο και λιγότερο με την γυναίκα του κάποιες συγκεκριμένες χρονικές περιόδους και αναρωτιόταν αν αυτή η συνεργασία με τα μεγάλα πρακτορεία του εξωτερικού που απαιτούσε την πολύωρη ή και ολιγοήμερη μερικές φορές απασχόληση της Μαρίνας δεν έκρυβε κάτι άλλο. Όχι ότι είχε την γυναίκα του ικανή για αταξίες. Αυτά μόνο εκείνος μπορούσε και είχε το δικαίωμα να κάνει με τις αεροσυνοδούς ή τις γραμματείς των εκάστοτε αεροπορικών εταιριών. Που και που όμως του έμπαιναν σκέψεις βλέποντας τις φρεσκαδούρες της όταν επέστρεφε απ αυτές τις εκδρομές. Της πετούσε διάφορα υπονοούμενα τα οποία περισσότερο εξυπηρετούσαν εκείνον παρουσιάζοντας τον ως βράχο οικογενειακής αφοσίωσης – «μα δεν σκέφτεσαι ούτε τον γιό σου πόσο μάλλον εμένα και απουσιάζεις τόσο πολύ;» της έλεγε – . Η Μαρίνα όμως καταπιεζόταν διότι αγαπούσε τον Τσέτρι και θα ήθελε πολύ να τα βροντήξει όλα και να φύγει μαζί του. Τέτοια προοπτική δεν υπήρχε, η δικαιολογία ήταν πάντα η ίδια: «δεν μπορώ, η γυναίκα μου διαχειρίζεται σχεδόν όλη την περιουσία μας, θα τα χάσω όλα, δεν το καταλαβαίνεις; Πρέπει να περιμένουμε». Τέσσερα χρόνια ήταν πολλά. Έτσι, όταν ο Πάολο την συνάντησε εκείνο το απόγευμα της Παρασκευής στο Κανόνι για να της ανακοινώσει κάτι σημαντικό, η Μαρίνα είχε διαισθανθεί ότι το τέλος ήταν κοντά. Εκείνος της εξήγησε τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να διακόψουν, η γυναίκα του δεν φαινόταν πρόθυμη να του δώσει διαζύγιο, είχε ανακαλύψει την σχέση τους προσλαμβάνοντας ιδιωτικό ντετέκτιβ και απαιτούσε την άμεση διακοπή της. Δεν είχε συμβεί βέβαια κάτι τέτοιο, αλλά το ψέμα τον βοηθούσε συχνά πυκνά στην ζωή του γιατί να μην τον βγάλει απ την δύσκολη θέση και τώρα; Συμφώνησαν ότι θα διατηρήσουν μια φιλική επαφή, ήταν κάτι που επιθυμούσαν και οι δύο.