'Ακαπουλκο' (2018)



Το 'Ακαπούλκο' (Ιανουάριος, 2018) κυκλοφορεί σε ηλεκτρονική μορφή – ebook ePUB, mobi, pdf – και διατίθεται για κατέβασμα απ’ το Barnes & Noble, το smashwords και το kobo. Επίσης μπορείτε να το βρείτε και στο iBooks
Και σε έντυπη μορφή θα το βρείτε εδώ: lulu


Διαβάστε εδώ τα δυο πρώτα κεφάλαια: 

Ι.

 Το Ακαπούλκο ήταν το καλύτερο μέρος για να τελειώσεις το σαββατόβραδό σου. Εκεί γνώρισα την Γαδέα και τον Τόνυ. Αναπάντεχα. Σαν να μπήκα ανάμεσα στις ηλικίες τους για να συμπληρώσω το κενό. Εκείνη πενήντα τρία, ο Τόνυ τριάντα τρία κι εγώ σαράντα τρία. Αν συνέπιπταν και οι ημερομηνίες γεννήσεως μα το Θεό, θα ’ψαχνα την ερμηνεία του φαινομένου μέσα από μαθηματικά συγγράμματα αλλά τουλάχιστον αυτό δεν χρειάστηκε να το κάνω.
Όταν έφτασα στο κλαμπ ήταν περασμένες δώδεκα. Αυτές τις ώρες βρίσκομαι κάτω απ’ τα σκεπάσματα ή χωρίς αυτά στο κρεβάτι μου. Και μια και βρισκόμαστε στο τέλος του καλοκαιριού κι η ζέστη έχει κάπως υποχωρήσει, μερικές φορές όταν έχω πιει με παίρνει ο ύπνος έξω στην αυλή, πάνω σε μια ξύλινη κούνια που πρέπει να ’χει δει δυο πολέμους και να ’χει νιώσει αμέτρητα χάδια από πινέλα να φροντίζουν την τραχιά επιφάνεια της. Αν βέβαια κάτι τέτοιο συμβεί το πιο πιθανό είναι το επόμενο πρωί να αισθάνομαι σαν να ’χω ταξιδέψει όλο το βράδυ όρθιος πίσω απ’ το τιμόνι, με την νιτσεράδα να ’χει κολλήσει στο κορμί μου απ’ την υγρασία. Και μου ’ρχεται αυτή η εικόνα, μια και βγάζω τα προς το ζην κάνοντας τον καπετάνιο σε ένα πολυτελές ιστιοπλοϊκό δεκαοκτώ μέτρων που ανήκει σε ένα γνωστό μου τον Άντριαν, αλλά αυτόν θα το συναντήσουμε και πιο κάτω οπότε ας μην σας ζαλίζω με λεπτομέρειες για το ποιόν του κι ας γράψω λίγα ακόμα για μένα.
Ασχολήθηκα με τον τουρισμό και διέπρεψα ως ξεναγός, κάποια στιγμή κουράστηκα απ’ τα πολλά πηγαινέλα και τα διάφορα αφεντικά κι αποφάσισα να αλλάξω ρότα, να κάνω κάτι έξω απ’ τα συνηθισμένα. Μια αλλαγή περιβάλλοντος ήταν επιβεβλημένη. Αυτή βέβαια είναι η εκδοχή που άκουσαν οι ντόπιοι κι ο νέος μου εργοδότης. Ντρεπόμουν να ομολογήσω πως με είχαν διώξει από την εταιρεία που δούλευα επειδή ήμουν πια έμπειρος και κόστιζα πολλά. Άσε που σε λίγο θα ξεκινούσα να βγάζω προβλήματα όπως τα αυτοκίνητα μετά την πενταετία και θα έπρεπε να με προσέχουν και να μετράνε απουσίες. Τόπο στα νιάτα ήθελε να μου πει ο διευθυντής μου. Και για να με πείσει με άφησε με το ένα τρίτο του μισθού μου και χωρίς αντιρρήσεις σε οποιαδήποτε απαίτηση. Αργότερα μου έσκασε το παραμύθι για τις περικοπές προσωπικού και σε δύο μόλις μέρες με είχε αντικαταστήσει. Θυμάμαι τη μέρα που βρέθηκα μπροστά του, λίγα εκατοστά από το τακτοποιημένο και ξεσκονισμένο γραφείο του. Κάπως έτσι ήταν κι ο ίδιος από την κορφή ως τα νύχια. Άλλος ένας δέσμιος του συστήματος ο οποίος είμαι βέβαιος ότι ήδη το καταδίκαζε όταν βρισκόταν με τους φίλους του, θέλοντας να δείξει το προοδευτικό και κοινωνικό του πρόσωπο ενώ βαθιά μέσα του φοβόταν μη τυχόν αλλάξει μια κατάσταση που παρείχε σε εκείνον και στην οικογένεια του μια άνετη ζωή. Ήταν αυτός που έσπευδε στις κάλπες για να ψηφίσει και πάλι το κόμμα που του καταστρέφει τη χώρα και πριν από αυτό το άλλο κόμμα που συνέχιζε κι εκείνο το ξεπούλημά της. Αυτός που μια μέρα μπορεί να βρισκόταν στο δρόμο και να φώναζε σ’ εκείνους που τον πέταξαν και του στέρησαν την πολυτέλεια που στερούσε από κάποιους άλλους, το δικαίωμα σε μια καλύτερη ζωή. Είμαστε από ένα γρανάζι ο καθένας κι όλοι φοβόμαστε μη τυχόν και βρεθούμε, απέξω μη θέλοντας να κατανοήσουμε ότι σ’ αυτή τη μηχανή το λάδι στερεύει, οι τριβές μεγαλώνουν κι η λειτουργία της επιβραδύνεται επειδή μια χούφτα άνθρωποι το αποφασίζουν.
Ντρεπόμουν να ομολογήσω ότι τα ’χα κάνει σκατά και με την προσωπική μου ζωή.
Κι έτσι έφτασα σ’ αυτή την παραλιακή κωμόπολη που πνίγεται στην ομίχλη το χειμώνα και καίγεται απ’ τη ζέστη το καλοκαίρι. Θα μπορούσα να επιλέξω κάποιο τουριστικό μέρος με περισσότερο κόσμο και δουλειές. Έχω δει όμως αρκετά και τα έχω βαρεθεί. Ο σκοπός ήταν να ασχολούμαι με επισκευές εξοχικών κατοικιών και συντήρηση σκαφών το χειμώνα και ό,τι ήθελε προκύψει τους ζεστούς μήνες του χρόνου. Και πάλι σ’ αυτό το σημείο οφείλω να πω ότι η πραγματική αιτία ήταν ότι δεν έβρισκα τίποτα στις αγγελίες. Κι έτσι διάλεξα αυτή την πόλη ύστερα από ένα ηλεκτρονικό μήνυμα από μια ιστοσελίδα εύρεσης εργασίας όπου κάποιος ζητούσε ένα άνθρωπο για όλες τις δουλειές.
Αυτό που δεν είχα υπολογίσει ήταν ότι σαν καπετάνιος θα ερχόμουν σε στενή επαφή με άτομα όπως περίπου γινόταν και στην προηγούμενη μου δουλειά. Τότε που συνόδευα ομάδες από ηλικιωμένους σε εξωτικά μέρη κι ήμουν αναγκασμένος να κουβεντιάζω ώρες ατελείωτες ακόμα και τις πιο ακατάλληλες στιγμές της ημέρας. Κοινώς αργά το βράδυ ή αξημέρωτα. Αυτά λοιπόν τα κολλητιλίκια είχα καταφέρει να τ’ αποφύγω το χειμώνα και να βλέπω μονάχα ανθρώπους που ήθελα πραγματικά να βρίσκομαι μαζί τους. Αυτούς τους λίγους που ξεχειμωνιάζανε πάντα σ’ αυτή την πόλη και δεν είχαν πουθενά αλλού να πάνε. Αλλά κι εκείνους που ερχόντουσαν στη χάση και στη φέξη για κανένα διήμερο, να ζεστάνουν το σπίτι τους και να γυρίσουν ευχαριστημένοι στην κόλαση της πρωτεύουσας. Το ότι όλοι ζούμε με ψευδαισθήσεις δεν είναι δα και κανένα νέο. Δεν είναι τυχαίο που η εικονική πραγματικότητα μας έχει ταιριάξει γάντι.
Ο Άντριαν μου είχε διαμηνύσει μέσω της αδελφής του την οποία συναντούσα σχεδόν καθημερινά στην αγορά της πόλης ότι δεν υπήρχε ταξίδι μέχρι το τέλος του Σεπτέμβρη και το πιθανότερο ήταν πως η καλοκαιρινή περίοδος σε ό,τι αφορά τα ιστιοπλοϊκά είχε φτάσει στο τέλος της. Μήπως θα με ενδιέφερε να οργανώσουμε μαθήματα σε όσους εκδηλώσουν ενδιαφέρον από δω και πέρα και μέχρι το τέλος Οκτώβρη; Μ’ αυτά κατά νου και κάποια ευρώ που θα με συντηρούσαν μέχρι τα Χριστούγεννα, η προοπτική ενός χαλαρού διμήνου με εκδρομούλες στα πέριξ της χερσονήσου που αγκάλιαζε την πόλη, ξεκούραζε το κορμί μου καθώς ανέβαινε το πρώτο κομμάτι με τα σκαλιά. Η μικρή εξέδρα από μαδέρια πρόβαλλε στο τέλος τους, μπροστά από ένα εντυπωσιακό κοίλωμα το περίγραμμα του οποίου βάφονταν με ένα έντονο πράσινο φως που διαχέονταν από τρεις προβολείς. Σ’ αυτό το σημείο πλήρωνε κανείς το αντίτιμο για την είσοδο και για μια διόλου ευκαταφρόνητη κατανάλωση αλκοόλ και συνέχιζε στο δεύτερο και πιο μακρύ κομμάτι από πλατύσκαλα που οδηγούσε στην κορυφή του λόφου σε ένα εντυπωσιακό χώρο με δύο επίπεδα. 
Μπορούσες να απολαύσεις ένα εξωτικό δείπνο στην πρώτη ταράτσα ή να κατέβεις στη δεύτερη, εκεί απ’ όπου θα σε παρατηρούσαν όσοι είχαν διαλέξει να παραμείνουν στην πρώτη, να προσπαθείς να φτάσεις από τη μια άκρη στην άλλη, σπρώχνοντας, χορεύοντας πάνω σε μια κυκλική πίστα με ένα νεροπότηρο γεμάτο ρούμι να βρίσκεται πάνω απ’ το κεφάλι σου παρέα με πολλά ακόμα που θα έχαναν το ένα τρίτο του περιεχόμενού τους μέχρι να ακουμπήσουν σε κάποια απ’ τις μπάρες που εκτείνονταν απ’ άκρη σ’ άκρη της ταράτσας. Θα μπορούσε κανείς να ξεκινήσει έχοντας κατά νου μια νοητή σπείρα, αυτό συνήθιζα να κάνω για να διασκεδάσω τον εαυτό μου, να φτάσει στο κέντρο και έπειτα να ακολουθήσει μια ακτίνα μέχρι το στηθαίο προσπαθώντας εν τέλει να χωθεί σε κάποιο σημείο, ανάμεσα σε γυναίκες και άντρες που ήθελαν να βλέπουν τον κόλπο απ’ τη μια και ολόκληρο το κλάμπ απ’ την άλλη. Αναμφίβολα ένα πολυσύχναστο και ασφυκτικά γεμάτο μέρος.
Ευτυχώς για εκείνους που παρέμεναν και το χειμώνα στην πόλη, το Ακαπούλκο ξεκινούσε την χρυσή του περίοδο στο τέλος Αυγούστου. Ο κόσμος αραίωνε σε σημείο που να φαίνονται τα γραμμικά σχέδια που διακοσμούσαν το δάπεδο της πίστας. Δεν έδινες πλέον μάχη για να απολαύσεις το ποτό σου και υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να μιλήσεις με κάποιον χωρίς να σε σκουντάνε ή να σε περιχύνουν με πολύχρωμα cocktails. Ήταν η πρώτη επίσκεψη της φετινής περιόδου και αισθανόμουν ευφορία που το βλέμμα μου θα γέμιζε με όμορφες εικόνες απ’ τους επιβλητικούς όγκους των δύο βουνών που δέσποζαν σε ισάριθμα νησάκια απέναντι απ’ την μικρή πόλη καθώς και την απέραντη αμμουδιά που ξεκινούσε κάτω απ’ το σημείο που βρισκόμουν και χανόταν στα δεξιά μου πριν συναντήσει τον επόμενο παραθαλάσσιο οικισμό. Δίπλα μου στεκόταν μια κοκκινομάλλα που φορούσε ένα μωβ παντελόνι, μια λευκή μακρυμάνικη μπλούζα με ένα σχετικά βαθύ ντεκολτέ κι ένα πολύχρωμο περιδέραιο με πλαστικά πετράδια. Το πρόσωπο της ήταν στρογγυλό σα το φεγγάρι και οι ρυτίδες γύρω απ’ τα μάτια και τα μεγάλα της χείλη με έκαναν να πιστεύω πως ήταν μεγαλύτερη μου. Συνομιλούσε με ένα άντρα κατά πολύ νεότερό της και μου τράβηξε την προσοχή σε μια στιγμή γιατί εκείνος άρχισε να σφυρίζει αυτοσχεδιάζοντας πάνω σε μια απαλή μπόσσα νόβα. Προφανώς είχε επέλθει μια παύση στην κουβέντα τους κι εκείνος, σαν να αφαιρέθηκε, πιθανότατα εξ αιτίας της μελωδίας, άρχιζε να χτίζει σα πραγματικός μουσικός μια ακολουθία εύηχη και συνάμα ενδιαφέρουσα.
Αυτή η σκηνή με πήγε χρόνια πίσω, όταν στο πρώτο επαγγελματικό μου ταξίδι βρέθηκα στην Κούβα και πιο συγκεκριμένα στο Βαραδέρο, ένα μεγάλο θέρετρο γεμάτο πολυτελείς ξενοδοχειακές μονάδες όπου η φτώχεια και η ανέχεια των ντόπιων λάμπει δια της απουσίας της. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι θα συναντούσα τόσο μεγάλη αντίθεση μεταξύ ενός περιβάλλοντος απίστευτης χλιδής και αφθονίας και της σκληρής πραγματικότητας της Αβάνας. Ήμουν νέος, αφελής και ρομαντικός. Ένα βράδυ που είχαμε μαζευτεί στην αμμουδιά γύρω από μια μεγάλη φωτιά, τουρίστες ντυμένοι ελαφρά, όλοι τους πάνω από τα εβδομήντα, πρόσωπα γυναικεία που γυάλιζαν, αντρικά με ρυτίδες που γίνονταν χαρακιές μέσα απ’ το πορτοκαλί χρώμα που τους χάριζε η παραγόμενη θερμότητα, ένα βράδυ πριν την αναχώρησή μας για τον πολιτισμό που μας είχαν μάθει, μας πλησίασε ένας ξερακιανός ντυμένος στα λευκά, με μια τρομπέτα στο δεξί του χέρι κι ένα μπουκάλι που πρέπει να ήταν καφέ ρούμι. Τα μεγάλα του μάτια, η χοντρή του μύτη, τα έντονα ζυγωματικά, τα ρουφηγμένα μάγουλα είχαν μπει τώρα ανάμεσα σε μένα και τον συνοδό της διπλανής μου.
Ο Πάκο ήταν λαντζέρης, είχε επτά παιδιά στην Αβάνα και μια γυναίκα που έβλεπε μια φορά το μήνα. Κάτι που συνέβαινε καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Το χαμόγελο που ήταν μόνιμα κολλημένο στο πρόσωπό του πρόδιδε μια εσωτερική γαλήνη, μια ηρεμία που διοχέτευε άθελά του σε εμάς που βρισκόμασταν εκείνο το βράδυ κοντά του. Μας χαιρέτησε στα ισπανικά, μας πρόσφερε να πιούμε απ’ το μπουκάλι του βγάζοντας τέσσερα ποτηράκια που ήταν στριμωγμένα στις τσέπες του παντελονιού του κάνοντας μας νόημα για να τα μοιραστούμε. Ήμασταν έντεκα. Πέντε υπερήλικα ζευγάρια απ’ την Γηραιά Αλβιόνα κι εγώ. Πριν προλάβουμε να του προσφέρουμε κι εμείς με τη σειρά μας τα εδέσματα που είχαμε φέρει απ’ το ξενοδοχείο, έφερε την τρομπέτα στα χείλη του και μας τύλιξε με μια μελωδία κι έπειτα με μια δεύτερη και μια τρίτη, δεν θυμάμαι πόσες ήταν τελικά, που θα ξέχναγα σε λίγες ώρες όταν ο ήλιος θα αποκάλυπτε την ομορφιά της θάλασσας και θα έπαυα να αναρωτιέμαι αν ο θάνατος και η εγγύτητα που ένιωθαν προς αυτόν στοίχειωναν τις σκέψεις των παρευρισκόμενων.  

ΙΙ.

«Καλησπέρα» είπα απευθυνόμενος και στους δύο τους. «Θα πρέπει να ασχολείστε με τη μουσική».
«Μπα, όχι καθόλου. Ο Τόνυ όμως έχει μια … τρέλα να το πω; Από δω είστε;»
Είχα λοιπόν αποκτήσει κιόλας τον αέρα των ντόπιων; Κι εγώ που νόμιζα ότι ξεχώριζα σα τη μύγα μες το γάλα.
«Εμείς έχουμε δυο μέρες που ήρθαμε». Η γυναίκα που βρισκόταν δίπλα μου είχε μιλήσει πρώτη χαμογελώντας. Τώρα είχε γυρίσει προς τον συνοδό της.
«Ναι, η μητέρα μου θεωρεί ότι για κάθε τι που ασχολούμαι, με πιάνει οίστρος. Καλησπέρα κι από μένα. Με λένε Τόνυ». Μου έτεινε το χέρι του. Η προφορά τους ήταν βαριά και σκληρή. Θα στοιχημάτιζα ότι ήταν Πορτογάλοι ή Ισπανοί.
«Κι εμένα Γαδέα» μου είπε με ένα χαμόγελο που δεν έλεγε να ξεκολλήσει απ’ τα χείλη της. Ήταν όμως γλυκερό, κάπως προσποιητό. Ενώ του γιού της φαινόταν αυθεντικό.
«Ο Τόνυ έχει σπουδάσει οικονομικά αλλά ασχολήθηκε και με το σαξόφωνο για ένα διάστημα μέχρις ότου βαρέθηκε. Ο Τόνυ βαριέται εύκολα» μου είπε κοιτάζοντας εκείνον.
«Κι εγώ. Η ζωή είναι μικρή για να ασχολείται κανείς όλο με τα ίδια και τα ίδια. Δε νομίζετε;». Ο Τόνυ έκανε να μιλήσει αλλά και πάλι τον πρόλαβε η μητέρα του.
«Ε, ναι, αλλά πρέπει να ’χουμε και μια … μια ασφάλεια. Δεν μπορεί να περιδιαβαίνουμε μέχρι τα γεράματά μας».
«Νομίζω ότι θα βόλευε όλους μας καλύτερα αν μιλούσαμε ισπανικά» τους είπα κάνοντας μια μαντεψιά.
«Α, πως μας καταλάβετε; Είστε πολύ παρατηρητικός» μου είπε η Γαδέα στη γλώσσα της.
«Ε, δεν είναι δα και δύσκολο Γαδέα, με τέτοια προφορά …» κατάφερε επιτέλους να πει ο Τόνυ.
«Ήμουν ξεναγός ξέρετε, για αρκετά χρόνια. Από ποιο μέρος; Καταλωνία;»
«Μπαρθελόνα. Το βρήκατε κι αυτό!» μου είπε η Γαδέα.
«Σχεδόν» απάντησα. «Πόσο καιρό θα μείνετε στην όμορφη πόλη μας;»
«Λέμε καμιά βδομάδα. Θα θέλαμε να κάνουμε και κανένα ταξιδάκι εδώ γύρω. Τι μας προτείνετε;» είπε ο Τόνυ.
«Θα σας ενδιέφερε μια βόλτα με ένα ιστιοπλοϊκό; Τρεις μέρες αρκούν για να δείτε τις πιο όμορφες τοποθεσίες της περιοχής. Και σε καλή τιμή, ε;»
Η Γαδέα κοίταξε τον Τόνυ με ένα βλέμμα που έμοιαζε να τον προστάζει να μην φέρει αντίρρηση. Ήταν μια υπέροχη ιδέα έσπευσε να φωνάξει πάνω απ’ τη μουσική που εκείνη τη στιγμή είχε δυναμώσει, είχε γίνει πιο ρυθμική, χορευτική. Σε λίγο δεν θα άκουγε ό ένας τον άλλο. Τη διασκέδαση θα αναλάμβανε η ένταση και το αλκοόλ, πνίγοντας την λεκτική επικοινωνία, ανοίγοντας δρόμο για χάδια, παθιασμένα φιλιά, κολλημένα κορμιά. Ένας ξέφρενος χορός θα στηνόταν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Όποιος ήθελε να συνεχίσει να απολαμβάνει τη θέα χωρίς να συμμετέχει ή θα ’πρεπε να φορέσει ωτοασπίδες και να πιαστεί γερά απ’ την μπάρα υπομένοντας το σπρώξιμο, τις λιποθυμίες και τους εμετούς ή να ανέβει στο πρώτο επίπεδο εκεί όπου βρισκόταν το εστιατόριο. Κι εγώ θα έκανα αυτό ακριβώς. Ήταν νωρίς για να φύγω. Ήλπιζα ότι απόψε θα έβρισκα συντροφιά για την καλύβα μου. Και μ’ αυτό δεν εννοούσα την μεσόκοπη ισπανίδα που μ’ ακολουθούσε τώρα ύστερα από ένα νεύμα που έκανα και στους δυο δείχνοντας την ταράτσα που βρισκόταν λίγα μέτρα πιο πάνω από εμάς. Προς στιγμήν φοβήθηκα πως ο Τόνυ δεν θα ’ρχοταν. Αλλά με τέτοια μητέρα δε νομίζω ότι θα του ήταν εύκολο να ξεφύγει ακόμα κι αν του είχαν φράξει το δρόμο φιλήδονα ιδρωμένα κορμιά. Στα λίγα λεπτά που μεσολάβησαν μέχρι να βρούμε κάπου να κάτσουμε και να συνεχίσουμε την κουβέντα μας ήλπιζα ότι θα συναντούσα κάποιο γνωστό με τον οποίο θα μοιραζόμουνα τους καινούριους μου φίλους για να μπορώ έτσι κι εγώ να παρατηρώ τις γυναίκες που είτε μόλις είχαν μπει είτε ετοιμαζόντουσαν να φύγουν προς άγνωστη κατεύθυνση. Θα μου ήταν πολύ πιο ανώδυνο απ’ το να υπομείνω την κατά πάσα πιθανότητα χωρίς ενδιαφέρον φλυαρία της Γαδέα. Εκτός κι αν με διέψευδε ο γιός της.
«Υπάρχει ένα ακόμα μέλος της παρέας μας ή της οικογένειας θα έπρεπε μάλλον να πω το οποίο θα έρθει αύριο το πρωί για να κάνουμε μαζί διακοπές. Η Άννα, η κόρη μου. Σε εκείνη σίγουρα θα άρεσε πολύ η ιδέα του ιστιοπλοϊκού. Της αρέσει να ζει κοντά στη φύση. Αλλά για μερικές μέρες μόνο. Είμαι σίγουρη ότι αν της πρότεινε κανείς να μείνει για ένα χρόνο μακριά απ’ τη Λεόν, εκεί κατοικεί τα τελευταία χρόνια, θα τον έπαιρνε για τρελό. Επαναστάτης του καναπέ κι αυτή, όπως οι περισσότεροι από μας».
«Δεν θα έβαζα και τον εαυτό μου σ’ αυτούς» της είπε εμφατικά ο Τόνυ.
«Ναι, βέβαια. Ο Τόνυ αρνείται να καθίσει μπροστά σε υπολογιστή, τηλεόραση. Αρνείται να μείνει στο σπίτι του παραπάνω από δυο ώρες συν τις ώρες του ύπνου. Όπου κι αν τον πετύχεις είναι με ένα κινητό σαν παντόφλα στο δεξί του χέρι, είτε μιλώντας, είτε πληκτρολογώντας, είτε βλέποντας ολόκληρα επεισόδια από τηλεοπτικές σειρές».
«Πρόβλημα μου. Τουλάχιστον εγώ δεν σαπίζω μέσα στο σπίτι μου ανοίγοντας κάθε τρεις και λίγο το ψυγείο ή μαγειρεύοντας φαγητά σε ποσότητα τόσο μεγάλη που ούτε οι γείτονες πια δεν τα δέχονται».
Α, ναι, ναι. Αυτό το βράδυ δεν θα κατάφερνα να γλιτώσω την ημικρανία. Τι ήθελα και τους πρότεινα το ταξίδι; Έπρεπε τώρα κιόλας να επιχειρήσω αλλαγή πορείας. Η καλύτερη άμυνα δεν είναι η επίθεση; Σε μένα φάνηκε πως ο πάτος ενός ακόμα νεροπότηρου με ρούμι θα μου δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για μια μεγάλη νίκη. Αν κατάφερνα να αλλοιώσω την πραγματικότητα υποδυόμενος ένα διπολικό καπετάνιο, που τη μια στιγμή παρουσιαζόταν φιλικός και ευπροσήγορος και την άλλη υπό την επήρεια του οινοπνεύματος μεταμφιεζόταν σε ένα έκφυλο, χυδαίο, φωνακλάδικο αρσενικό που δεν έλεγε να μαζέψει τα χέρια του από τις καμπύλες γυναικών αλλά και τις πτωχότερες των αντρών, ίσως και να γλύτωνα τη χειρότερη μορφή τρικυμίας. Αυτήν που ξεσπάει μέσα στο σκάφος κι όχι κάτω από αυτό.
Δύο προβλήματα προέκυπταν μέχρι στιγμής: πρώτον, αντέχω πολύ το πιώμα και δεύτερον, ένα που έπαιρνε τη μορφή ενός ψηλού ξανθού Βρετανού με μακριά μαλλιά και ηλιοκαμένο πρόσωπο, ντυμένου με ένα λευκό λινό σακάκι, μαύρο πουκάμισο ανοιχτό μέχρι τον αφαλό, που εντός δευτερολέπτων θα μισάνοιγε το στόμα του ψιθυρίζοντας στ’ αυτί μου αφού θα μ’ είχε τραβήξει πρώτα παράμερα πιάνοντας με απ’ το μπράτσο, αδιαφορώντας για τη γνώμη που θα σχημάτιζαν οι παρευρισκόμενοι: «πελάτες; πες μου ότι είναι, πες το Άλκη».
Το μπράτσο μου πονούσε. Αύριο θα ανακάλυπτα ότι η λαβή του μου είχε αφήσει σημάδι. Ο Άντριαν ήταν δυνατός αλλά δεν χρησιμοποιούσε τη δύναμή του για νταηλίκια. Επιβαλλόταν με τη μεστή μπάσα φωνή του και το ογκώδες αλλά συνάμα άγαρμπο σε κινήσεις κορμί του. Ο  Άντριαν ήταν επιχειρηματίας, τον ενδιέφερε να καλοπερνάει και να αυγατίζει τη μικρή του περιουσία εκμεταλλευόμενος τον πάσα έναν. Και τα κατάφερνε πολύ καλά ακόμα και σ’ αυτή τη δύσκολη περίοδο που η οικονομική κρίση χτυπούσε τους πάντες. Δεν του άλλαζες εύκολα γνώμη. Ποτέ δεν λάμβανε στα σοβαρά αυτά που του έλεγες και πάντα είχε δίκιο. Όσοι είχαν καταφέρει να μείνουν πλάι του, φίλοι, γνωστοί, συγγενείς, πρέπει να είχαν πολύ γερό στομάχι. Ο Άντριαν περιαυτολογούσε με κάθε ευκαιρία κι έτσι ξεκίνησε να μιλάει απευθυνόμενος στη Γαδέα και τον Τόνυ. Ήταν προφανές ότι είχε χαθεί κάθε ελπίδα για να ακυρωθεί το ταξίδι που είχα υπολογίσει.

Comments