Saturday, June 22, 2013

Ο ταξιδιώτης του αιώνα - Andrés Neuman


‘ Ο ταξιδιώτης του αιώνα’ (El viajero del siglo) είναι ένα μυθιστόρημα του 19 αιώνα, γραμμένο τον 21ο (2009). Ο Hans είναι ένας περιπλανώμενος μεταφραστής που καταλήγει μια νύχτα σε μια μικρή  γερμανική πόλη όπου θα συναντήσει και θα ερωτευθεί την Σοφί, μια δυναμική γυναίκα με καλλιτεχνικές ανησυχίες  η οποία είναι ήδη λογοδοσμένη σε ένα πλούσιο ευγενή χωρίς τις ανάλογες ευαισθησίες. Απλοϊκό θα μπορούσε να πει κανείς, χιλιογραμμένο στην βασική του ιδέα επίσης. Μονάχα που εδώ ο τρόπος είναι αυτό που μετράει και είναι αυτός που το κάνει να ξεχωρίζει απ’ τον σωρό. Ο συγγραφέας Andrés Neuman (Αργεντινή, 1977) προσεγγίζει με νεανική ορμή τους ήρωες του, σκιαγραφεί την εποχή μετά την κυριαρχία του Ναπολέοντα στην Ευρώπη και εξισορροπεί το παλιό με μια φρέσκια οπτική που το κάνει επίκαιρο. Στο κέντρο του μυθιστορήματος εκτός απ’ τους πρωταγωνιστές παρακολουθούμε τις συγκεντρώσεις που γίνονται κάθε Παρασκευή στο πλούσιο σπίτι της Σοφί όπου γίνονται συζητήσεις για λογοτεχνία, μουσική, πολιτική, φιλοσοφία και θρησκεία. Συζητήσεις δοσμένες μέσα από γρήγορους διαλόγους οι οποίοι έχουν μάλιστα το χαρακτηριστικό ότι πολλές φορές δεν περιμένει ο ένας τον άλλο να ολοκληρώσει τη φράση του και συνεχίζει μετά απ’ τα δύο τρίτα της. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην μουσική και την ποίηση που αποτελεί και το αντικείμενο των μεταφράσεων του Hans. Εύκολα μπορεί να δει κανείς μέσα από τους προβληματισμούς των χαρακτήρων να καθρεφτίζεται η κοινωνία και ο κόσμος όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα. Μέσα από την σύγχρονη γραφή του Neuman διαφαίνεται η κλασική του παιδεία αλλά και η μεγάλη ικανότητα του να φτιάχνει ένα παραμύθι για μεγάλους. Κάπου βέβαια μέσα σ’ όλα αυτά υπάρχει και μια διάθεση να συμπεριλάβει κάθε στοιχείο της σύγχρονης λογοτεχνίας προσθέτοντας και ένα συστατικό που προσωπικά μου φάνηκε άσκοπο. Μια παράλληλη ιστορία μυστηρίου η οποία υποφώσκει για μεγάλο μέρος του βιβλίου χωρίς ποτέ να αποκτά μια ιδιαίτερη ένταση ή ένα ιδιαίτερο ρόλο μέσα σ’ αυτό.
‘Ο ταξιδιώτης του αιώνα’ δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στη γλώσσα μας – ποιος ξέρει γιατί – αν και έχει τιμηθεί με βραβεία και διακρίσεις και μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες.




Thursday, June 13, 2013

Το γράμμα - διήγημα



Έδωσα μια σπρώχνοντας την βιβλιοθήκη που βρισκόταν στην γωνία του δωματίου και άρχισα πάλι να τσουλάω. Με περισσότερη δύναμη αυτή τη φορά. Από τη μια άκρη στην άλλη. Το δωμάτιο ήταν μακρόστενο και έβλεπε στο απέραντο γαλάζιο. Δηλαδή όχι μονάχα αυτό, μια λωρίδα ξηράς έσπαγε λίγο την μονοτονία. Αλήθεια, τι θα γινόταν αν κάποια μέρα αυτά τα δύο είχαν την ίδια ακριβώς απόχρωση; ‘Ο ουρανός και η θάλασσα πάντα θα χωρίζονται από τη γραμμή του ορίζοντα’ σκέφτηκα.
Γκντουπ!  Είχα φθάσει στην άλλη άκρη. Έσπρωξα και πάλι με τα χέρια μου τον γυμνό τοίχο αυτή τη φορά και οι ρόδες βάλθηκαν να με πάνε πίσω στην βιβλιοθήκη. Φυσούσε πάρα πολύ. Έτρεχα μαζί με τα σύννεφα που είχαν μαζευτεί εκείνη τη μέρα προσπαθώντας εν τέλει να αδειάσω το μυαλό μου από την μεγάλη απώλεια. Ο πατέρας μου είχε χαθεί εδώ και μήνες, κάπου εκεί, στο Αιγαίο.
Αυτή μου η κίνηση,  μου προκαλούσε ένα θόρυβο που άλλες φορές θα είχε ακυρώσει την ησυχία. Εδώ ερχόμουν για να ξεκουραστώ και σχεδόν πάντα το μόνο που άκουγα ήταν τα αυτιά μου που βούιζαν. Ερχόμουν φθινόπωρο όταν και οι τελευταίοι παραθεριστές είχαν κλείσει τα σπίτια τους επιστρέφοντας στην άλλη ζωή τους, αυτήν που τους έθρεφε μέχρι το επόμενο καλοκαίρι. Και τι έκανα; Μα τίποτα απολύτως. Έβγαζα μια κουνιστή καρέκλα στο μπαλκόνι που σχεδόν άγγιζε το έδαφος και την άφηνα να γεμίσει με άμμο από τον αέρα που μαστίγωνε τα πάντα. Καθόμουν, κοίταζα την μοναξιά μου στα μάτια και κορόιδευα τον εαυτό μου για το πόσο τυχερός ήμουν που μπορούσα να έρχομαι εδώ, μόνος μου, όταν όλοι οι άλλοι φίλοι και γνωστοί κολυμπούσαν σε μια θάλασσα με υποχρεώσεις και έγνοιες. Μητέρα δεν είχα. Είχε φύγει όταν ήρθα. Με είχε αδειάσει σε ένα κόσμο γεμάτο ηλίθια προβλήματα και σαν να είχε αισθανθεί πως είχε κάνει το καθήκον της, αποχώρησε. Γι αυτό πιστεύω ότι ο θάνατος δεν είναι παρά ένα πέρασμα σε μια άλλη μορφή ύπαρξης. Κάτι ήξερε εκείνη και πέθανε πάνω στην γέννα.
Για μια στιγμή μου φάνηκε ότι είδα κάποιον έξω απ’ το σπίτι να με κοιτάει. Σταμάτησα την καρέκλα για να επιβεβαιώσω ότι δεν έκανα λάθος. Ένας ηλικιωμένος κύριος που κρατούσε με δυσκολία το ψάθινο καπέλο στο κεφάλι του είχε καρφώσει τα μάτια του … επάνω μου; Στο σπίτι; Σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν θα ξεφύγω πριν έρθουν να με μαζέψουν για το τρελάδικο. ‘Λες να ήταν εκεί έξω όλη αυτή την ώρα που πηγαινοέρχομαι στο δωμάτιο σαν την άδικη κατάρα;’ Προχώρησα μέχρι το παράθυρο και κοίταξα καλύτερα. Το βλέμμα του ήταν άδειο, χαμένο. Άνοιξα την πόρτα και του φώναξα, ίσως επειδή σκέφτηκα ότι μπορεί να μην ακούει καλά. Ήταν και ο αέρας … «Έ, παππού» του είπα. Εκείνος έριξε μια ματιά στο ρολόι του που το φορούσε στο αριστερό του χέρι και έπειτα σε μένα. «Έχω δέκα λεπτά να σου μιλήσω» μου είπε «αλλά κόφ’το ‘παππού’ εντάξει;». Τελειώνοντας έφερε ένα γύρο το σπίτι και μετά ξανάρθε στην είσοδο. «Θα κάτσω στην κουνιστή» μου είπε και μπήκε μέσα για λίγο μέχρι να βρει την έξοδο και να βγει στο μπαλκόνι.
«Θέλεις να σου φέρω κ…;»
«Γάλα έχεις;» με έκοψε. «Μόνο αυτό πίνω, το στομάχι μου δεν αντέχει άλλα».
«Δεν έχω» του είπα.
«Πριν από πολλά χρόνια, ζούσα εδώ με τη θεία σου» συνέχισε εκείνος  «αλλά δεν θα το θυμάσαι, ήσουν μωρό. Τότε εδώ μπροστά, ήταν γεμάτο λουλούδια. Τα αγαπούσα πολύ κι ας διαλύονταν κάθε χρόνο απ’ την αρμύρα και τον άνεμο. Και την θεία σου την αγαπούσα. Θα έλεγα πως κι αυτή σχεδόν διαλύθηκε αλλά για άλλο λόγο. Όταν έφυγε λοιπόν, το σπίτι έμεινε για ένα μεγάλο διάστημα ακατοίκητο. Ερχόμουν μια φορά τη βδομάδα και πότιζα τα λουλούδια, μονάχα τα τριαντάφυλλα είχα καταφέρει να περισώσω, τα άλλα ξεραινόντουσαν πολύ γρήγορα. Σκούπιζα το χώμα απ’ την είσοδο και το μπαλκόνι, αέριζα το σπίτι … Ύστερα από μερικούς μήνες, μια βροχερή μέρα εμφανίστηκε ένας άντρας και μου χτύπησε την πόρτα. Κρατούσε ένα μεγάλο κουτί που είχε ποτίσει απ’ τη βροχή και ετοιμαζόταν να διαλυθεί. «Αυτό θα ήθελα να το αφήσω εδώ» μου είχε πει. Το ακούμπησε στο τραπέζι της κουζίνας και έπειτα φεύγοντας μου φώναξε. «Ελπίζω το νερό να μην μούλιασε και τον φάκελο που είναι μέσα. Ίσως να σε ενδιαφέρει». Ο φάκελος δεν είχε βραχεί πολύ. Μαζί μ’ αυτόν βρήκα ένα καδράκι που απεικόνιζε ένα χελιδόνι»
«Και τι έγραφε τελικά το γράμμα;»
«Στο ‘φερα να το διαβάσεις» μου είπε βγάζοντας ένα κιτρινισμένο φάκελο από μια τσέπη. Ήταν δυο σελίδες. Στη μια το μελάνι είχε τρέξει λίγο μουτζουρώνοντας το περιεχόμενο, κάνοντας τον γραφικό χαρακτήρα να μοιάζει με μικρού παιδιού.
Το διάβασα.
Το ξαναδιάβασα με κόπο.
Η θεία μου είχε ένα εραστή για τον οποίο προφανώς δεν γνώριζε μέχρι τότε ο γέρος που βρισκόταν μπροστά μου. Του έγραφε ότι έπρεπε να χωρίσουν, ότι δεν άντεχε άλλο. Είχε κουραστεί να τον περιμένει και δεν είχε τις δυνάμεις να αφήσει τον γέρο. «Εγώ που κολλάω σε όλα αυτά;» τον ρώτησα.
«Το ξέρεις ότι η θεία σου με γνώριζε πριν γεννηθείς; Ε, γνώριζε κι αυτόν τον κύριο ο οποίος δεν είναι άλλος από τον …»
«Πατέρα μου;» είπα σαστισμένος. «Δηλαδή, μπορεί η θεία …».
«Ναι, δεν είναι δα κι απίθανο».
«Και το καδράκι;» είπα σαν μην με ένοιαζε πια αυτή η τρομερή αποκάλυψη και το ενδεχόμενο ο πατέρας μου να είχε δεσμό με μια γυναίκα την οποία ούτε καν χώνευα.
«Ήταν δώρο. Συμβολικό. Ο πατέρας σου έφευγε κάθε φθινόπωρο με το καράβι για δουλειά. Του είχε κάνει δώρο αυτό το καδράκι για να το κρεμάσει στην καμπίνα, να θυμάται ότι τον περιμένει». Πέρασαν μερικά λεπτά που μου φάνηκαν σαν αιώνες.
«Φεύγω».
«Στάσου, που πας;»

«Δεν έχουμε τίποτα άλλο να πούμε». Βρόντηξε την πόρτα πίσω του και βγήκε έξω. Ο αέρας δεν του χαρίστηκε αυτή τη φορά. Του πήρε το καπέλο και το ταξίδεψε προς την θάλασσα. Κάπου εκεί πρέπει να βρίσκονταν και οι απαντήσεις σ’ αυτά που στριφογύρναγαν στο μυαλό μου. Κάθισα, τσούλησα την καρέκλα. ‘Μερικές φορές η άγνοια φέρνει ευτυχία’ σκέφθηκα και ευχήθηκα τα πράγματα να μείνουν για πάντα κάπως έτσι ….

Wednesday, June 5, 2013

Επάγγελμα Συγγραφέας

(η σύντομη ομιλία μου στο σχολείο του γιού μου)




Όταν μου ζητήθηκε να πω δυο λόγια για το επάγγελμα του συγγραφέα, το μυαλό μου γέμισε με εικόνες από βιβλία που έχω διαβάσει, απ’ το πατρικό μου σπίτι, που ήταν γεμάτο με βιβλία, και από εμένα τον ίδιο, αγουροξυπνημένο, μπροστά από ένα υπολογιστή να γράφω. Παλιότερα πίστευα ότι το επάγγελμα του συγγραφέα χρειαζόταν ένα μονάχα στοιχείο. Την φαντασία. Όταν λοιπόν ανακάλυψα ότι την είχα, έκανα τις πρώτες συγγραφικές μου απόπειρες και μέσα από αυτές άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι ο κόσμος της λογοτεχνίας για κάποιον που την βλέπει πια από την καρέκλα του συγγραφέα ήταν πολύ διαφορετικός. Πόσο μάλλον όταν δεν έχει κανείς την πολυτέλεια να ασχολείται αποκλειστικά και μόνο μ’ αυτήν.  Η συγγραφή, είναι ένα επάγγελμα και ως τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται, από όποιον θέλει να αποκαλεί τον εαυτό του συγγραφέα και να έχει ελπίδες να δημιουργήσει ένα έργο που θα έχει κάποια, έστω και μικρή αξία - μια σταγόνα στον ωκεανό των γραμμάτων.  Η συγγραφή απαιτεί ξενύχτια, πρωινά ξυπνήματα, αρκετό διάβασμα λογοτεχνικών και μη κειμένων, πολλές φορές και έρευνα ανάλογα με το τι θέλει να γράψει κανείς. Απαιτεί πολλή υπομονή και πολλή επιμονή. 
Αν όλα αυτά σας φαίνονται ήδη αρκετά και δύσκολα, μην πτοείσθε καθόλου. Γιατί το ταξίδι της λογοτεχνίας δεν έχει τέλος, είναι ίσως το πιο όμορφο και το πιο περιπετειώδες που θα μπορούσατε ποτέ να φανταστείτε. Μέσα από τη δική σας γραφή μπορείτε να δημιουργήσετε πρόσωπα και πράγματα, να επισκεφθείτε όποια χώρα θέλετε, να φτιάξετε ιστορίες για κόσμους που ποτέ δεν υπήρξαν, να παίξετε με την τραγωδία και την κωμωδία. Γι αυτό όσα προβλήματα κι αν συναντήσετε μπροστά σας – και δεν θα είναι λίγα, πιστέψτε με – η ικανοποίηση που θα λαμβάνετε,  με λίγα πράγματα στην ζωή συγκρίνεται.

Σε μια άλλη χώρα ο συγγραφέας θα ξυπνούσε το πρωί και θα έγραφε χωρίς τίποτα να του αποσπά την προσοχή για τρεις ώρες. Το μεσημέρι θα έκανε ένα μεγάλο διάλειμμα για φαγητό και μια μικρή βόλτα, και έπειτα θα επέστρεφε στο γραφείο του για να αφιερώσει δυο ώρες στο διάβασμα λογοτεχνικών ή άλλων κειμένων. Το απόγευμα θα διάβαζε αυτά που έγραφε το πρωί, θα έκανε μικροδιορθώσεις και θα συνέχιζε την συγγραφή μέχρι το βραδάκι. Ένας συγγραφέας χρειάζεται κανονικά γύρω στις επτά ώρες δουλειάς κάθε μέρα. Σχεδόν όσες και ένα απλός υπάλληλος. Αν αναρωτιέστε αν κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί στην Ελλάδα του 2013, θα σας έλεγα ότι δεν θα ‘ναι πάνω από δέκα οι συγγραφείς που μπορούν να επιβιώσουν αξιοπρεπώς δίχως να χρειάζεται να κάνουν και μια δεύτερη δουλειά. Οι περισσότεροι όπως και εγώ έχουν την συγγραφή σαν πάρεργο.  Μια δεύτερη δουλειά που θα ‘πρεπε να είναι πρώτη, και η οποία με τις καινούριες φορολογικές διατάξεις δεν μπορεί να προσφέρει σχεδόν τίποτα στον δημιουργό.
Ευτυχώς για την μακροημέρευση  του επαγγέλματος υπάρχει και το ίντερνετ, μέσα από το οποίο μπορούμε να δημοσιεύσουμε τα κείμενα μας σε κάποια σελίδα, να δημιουργήσουμε ένα δικό μας ιστολόγιο ή αλλιώς μπλογκ, και να εκδώσουμε μόνοι μας τα διηγήματα ή και τα μυθιστορήματα μας. Και στο Διαδίκτυο βέβαια τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και αν κάποιος επιθυμεί να ξεφύγει απ’ την ανωνυμία και την αναγνώριση μόνο απ’ τα κοντινά του πρόσωπα, πρέπει να αφιερώσει και πάλι πολύ χρόνο αλλά και χρήμα. Εσείς που θέλετε να γίνεται συγγραφείς μπορείτε να ξεκινήσετε να γράφετε από τώρα,  φτιάχνοντας παραμύθια ή και αληθινές ιστορίες που σας έχει διηγηθεί η γιαγιά σας ή ο παππούς σας. Δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο από ένα κομμάτι χαρτί και ένα μολύβι. Προσωπικά ήμουν πολύ κακός στην έκθεση αλλά αυτό δεν με εμπόδισε να γράψω και να συνεχίσω να γράφω λογοτεχνικά κείμενα.
Ο Καζαντζάκης είχε πει: ‘Μια αστραπή η ζωή μας... μα προλαβαίνουμε’ αφήστε λοιπόν για την ώρα στο πίσω μέρος του μυαλού σας ότι θα πρέπει να ασχοληθείτε και με κάποιο άλλο επάγγελμα για να μπορέσετε να τα βγάλετε πέρα στο μέλλον, όταν θα έχετε πια φύγει απ’ το σχολείο, και Διαβάστε! Διαβάστε βιβλία. Θα δείτε ότι σιγά σιγά θα σας τυλίξει η μαγεία της λογοτεχνίας και δεν θα σας αφήσει ποτέ …