Friday, November 28, 2014

Συγγραφή ίσον τρέλα



Έπρεπε να βρω ένα (ακόμη) τρόπο να ξεφύγω. Από τι; Μα από την αδράνεια. Το γράψιμο είναι μια πολύ μοναχική διαδικασία. Επίσης προϋποθέτει για κάποιους (τους περισσότερους/ες ;) παρουσία κινήτρου για να κλείσουμε τον υπόλοιπο κόσμο απέξω, να παρακάμψουμε τη ρουτίνα και να κάτσουμε σε μια καρέκλα, σκαμνί, όρθιοι, όπως τη βρίσκει τέλος πάντων κανείς και να ασχοληθούμε με τις ιδέες μας. Γιατί οι περισσότεροι από μας δεν ασχολούμαστε με τη συγγραφή επαγγελματικά. Μπορεί βέβαια και σε περίπτωση που κάτι τέτοιο να συνέβαινε, να εξακολουθούσαμε να αναζητούμε αυτό το κίνητρο που θα μας πειθαρχούσε σήμερα, ένα δεύτερο που θα έκανε το ίδιο αύριο, ένα τρίτο σε μια βδομάδα και ούτω κάθε εξής. Ή μήπως νομίζετε ότι θα ερχόταν κάποιος απ' το στενό μας οικογενειακό περιβάλλον και θα μας πίεζε καλοπροαίρετα να συνεχίσουμε εκείνο το δράμα που είχαμε ξεκινήσει εδώ και ... μερικά χρόνια;
Όχι, εδώ υπάρχει μοναξιά που αν τύχει και σπάσει, αυτό θα γίνει κατόπιν εορτής. Τότε που ίσως βρεθεί ένας, δύο, τρεις που θα διαβάσουν αυτά που γράψαμε. Εκτός βέβαια απ' τον Ιδανικό Αναγνώστη (ξέρετε, κανένας γονιός, αδέρφια, κολλητή, κολλητός), αλλά αυτόν τον έχουμε συνήθως δεδομένο - τι τραβάνε κι αυτοί - και δεν θα μας κάνει εντύπωση η πολύτιμη παρόλα αυτά εκτίμησή του.
Οπότε το μυαλό καλείται να βρει κίνητρα, τρόπους για να διατηρούμε την επαφή ει δυνατόν σε καθημερινή βάση με το ‘άθλημα’. Όπως για παράδειγμα: μεταφέρεις το ωράριο. Μήπως να 'γραφα βράδυ αντί για πρωί; Μήπως απόγευμα αντί για βράδυ; Μετά το διάβασμα των παιδιών κι ενόσω παίζουν; Στο κρεβάτι αντί στο γραφείο, στην κουζίνα αντί στο μπαλκόνι (κομματάκι δύσκολο αυτές τις μέρες, αλλά μια πρόκληση από μόνο του βρε αδερφέ!). 

Η τελευταία μου λοιπόν έμπνευση είναι να γράφω παράλληλα κι άλλα κομμάτια από ιδέες που έχω σημειώσει για διηγήματα/μυθιστορήματα προκαλώντας ένα χάος την ώρα της συγγραφής αφού έχω συχνά ανοιχτά στο Word τρία διαφορετικά κείμενα. Όποτε λοιπόν κολλάω στο ένα, κάνω Alt Tab στο άλλο και μετά κλείνω και τα δύο και συνεχίζω το τρίτο. Περιμένω τη στιγμή που θα μπερδέψω ήρωες με καταστάσεις, πλοκές και θα τα διαγράψω όλα. Μέχρι τότε όμως ΔιΑσΚεΔάΖω. Δύσκολο πια να κλείσω τον υπολογιστή και να μην έχω κάτι ακόμα να γράψω σε ένα τουλάχιστον απ' τα τρία. Τι καταφέρνω εν τέλει μ' όλο αυτό τον χαμό; Η πίεση που πρέπει να ασκήσω στον εαυτό μου - διότι ναι, κυρίες και κύριοι, δίχως αυτή δεν λειτουργώ - για να γράψω δεν εξαφανίζεται δια μαγείας αλλά έχει μειωθεί στο ελάχιστο αφού ξέρω ότι σε ένα απ' τα τρία μου πνευματικά παιδιά θα δώσω σίγουρα σημασία απόψε ...

Tuesday, November 25, 2014

Ο Ζοφερός Οίκος - Charles Dickens



Ένας ολόκληρος κόσμος υπάρχει μέσα σ' αυτό το βιβλίο. Γεμάτος μυστήρια πλεγμένα σε μια αριστοτεχνικά καμωμένη διάρθρωση, χαρακτήρες που παίρνουν τη μορφή τους κι εμφανίζονται στο δωμάτιο που βρίσκεσαι κι εσύ και διαβάζεις, τοπία τόσο ανάγλυφα που ξετυλίγονται μέσα απ' το παράθυρό σου. Καθόμουν τις περισσότερες φορές κάτω απ' το φως μιας δυνατής λάμπας για να παρατείνω την αναγνωστική απόλαυση όσο μπορούσα περισσότερο και άφηνα πίσω δεκάδες δεκάδες τις σελίδες σκεπτόμενος με ανακούφιση ότι έχω κι άλλο να διαβάσω. 

Το βιβλίο ακολουθεί δύο αφηγήσεις, αυτή της Έστερ Σάμμερσον σε πρώτο πρόσωπο και μια τριτοπρόσωπη που αφηγείται την ζωή της Λάιδης Ντέντλοκ ενώ η δικαστική υπόθεση Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς που παραμένει άλυτη και φαντάζει ως ένα άυλο τέρας έτοιμο να καταβροχθίσει τους πάντες πλαισιώνει με τη σκιά της σχεδόν όλους τους ήρωες. Όλα συνδέονται με μοναδικό τρόπο μέσα σ' αυτό το κλασσικό έργο το οποίο πρωτοπαρουσιάστηκε σε είκοσι συνέχειες απ' τον Μάρτιο του 1852 μέχρι τον Σεπτέμβρη του 1853. Διάβασα ότι ο Ντίκενς συνεργαζόταν στενά με εικονογράφους και φαντάζομαι πόσο ενδιαφέρουσα θα ήταν η δουλειά των τελευταίων έχοντας μπροστά τους όλο αυτό τον πλούτο από περιγραφές. Είναι πραγματικό σχολείο για κάποιον που ασχολείται με τη γραφή να παρατηρεί μέσα απ' την εξαιρετική μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ, τα πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν την εξουσία, τη δύναμη αλλά και την φτώχεια και την εξαθλίωση άλλοτε σε ένα Λονδίνο βουτηγμένο στη λάσπη, την ομίχλη, το κρύο κι άλλοτε σε αριστοκρατικές επαύλεις με στοιχειωμένα μονοπάτια.
Μην σας τρομάζει το μέγεθος του Ζοφερού Οίκου. Είναι χίλιες τετρακόσιες σελίδες που φεύγουν με μοναδική ευκολία αφήνοντας πίσω μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αναγνωστική εμπειρία. 


Tuesday, November 11, 2014

Ό,τι είναι παρελθόν, είναι πρόλογος Μέρος 2ο - διήγημα


Κι έτσι γράφοντας όλα αυτά κυλούσε η ώρα, η καταιγίδα φάνηκε από μακριά με κεραυνούς να σχίζουν τον ουρανό και αστραπές να ξεθωριάζουν το σκοτάδι αλλά πάνω από το πλοίο δεν πέρασε. Η θάλασσα διατήρησε την απόκοσμη ηρεμία της κι εγώ αποκαμωμένος απ’ την αναμονή ενέδωσα στη λήθη του ύπνου. Ίσως και να έβλεπα την κυρία μου εκεί, σε κάποιο όνειρο. Και να είναι όλα τόσο έντονα και απτά που να ξυπνούσα ύστερα από λίγη ώρα, τόσο βέβαιος για τις ερωτικές μας περιπτύξεις που να μην περνούσε απ’ το μυαλό μου ότι δεν είχαν συμβεί. Θα ανέβαινα στο κατάστρωμα, θα χαιρετούσα με νόημα τον καπετάνιο και τον πολύχρωμο παπαγάλο του, κι ενώ εκείνος θα πάσχιζε να καταλάβει σε τι οφείλεται η αλλαγή μου εγώ θα ήμουν έτοιμος να την δεχθώ, σημάδι μιας άλλης ζωής που μόλις τότε ξεκινούσε.
Κάποια στιγμή, μέσα κι έξω απ’ το συνειδητό, άκουσα μια πόρτα να τρίζει, σούρσιμο υποδημάτων στο ξύλινο δάπεδο και πέντε δάχτυλα να κλειδώνουν πάνω στον αριστερό μου ώμο, άσκοντας μου πίεση. Με έσπρωχναν. Σαν να κλυδωνιζόταν το πλοίο κι εγώ να βρίσκομαι εγκιβωτισμένος σε ένα φέρετρο με ανοιχτό το καπάκι.
‘Ξύπνα, ξύπνα’.
‘Επ, τι έγινε; Φτάσαμε;’ Άνοιξα τα μάτια μου και είδα την κυρία Λόνγκχορν να έχει σκύψει από πάνω μου και να κοιτάζει απ’ το φινιστρίνι ενώ η καμπύλη που σχηματίζονταν στο φόρεμα απ’ το ευωδιαστό της μπούστο λίγο ήθελε να αγγίξει το πρόσωπό μου.
‘Όχι, είμαι βέβαιη ότι βρισκόμαστε στη μέση του πουθενά. Εκεί όπου κανείς δεν θα θελε να του συμβεί κάτι απρόοπτο και να βρεθεί στο νερό’.
Το στόμα μου ξεράθηκε, η ερωτική μου διάθεση κόπηκε απότομα, πιστολιά του αφέτη που έχει ακυρώσει την εκκίνηση. Τι εννοούσε;
‘Ήρθα για να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα. Μπορεί η  μέχρι τώρα συμπεριφορά μου να σου έχει φανεί κάπως αλλόκοτη. Αλλά έπρεπε να εξασφαλίσω τη συμμετοχή σου στο εγχείρημα μου.  Πριν όμως σου αποκαλύψω ποιο είναι αυτό, πρέπει να μάθεις τι έχει προηγηθεί και πιστεύω ότι ύστερα απ’ αυτά που θα ακούσεις θα συμφωνήσεις κι εσύ για τον τρόπο που τα αντιμετώπισα’.
‘Μα μου έχετε ήδη μιλήσει για το πρόβλημα που προέκυψε με τον αδελφό σας’.
‘Όχι, όχι. Αυτό δεν ήταν παρά απόρροια μιας άλλης κατάστασης για την οποία ο σύζυγός μου νόμιζε ότι είχα άγνοια’.
Είχα αρχίσει να μπερδεύομαι αλλά και να εκνευρίζομαι σκεπτόμενος ότι με είχε χρησιμοποιήσει. Απ’ την άλλη δεν είχα άλλη επιλογή απ’ το να παραμείνω καθισμένος τώρα πια στην άκρη του κρεβατιού και να την ακούσω, για άλλη μια φορά.
Η κυρία Λόνγκχορν είχε παντρευτεί από συμφέρον τον άντρα της. Και τι μ’ αυτό; θα μπορούσε να πει κανείς. Ούτε η πρώτη ήταν μα ούτε κι η τελευταία. Τα πράγματα δεν ήταν όμως καθόλου απλά. Ο κύριος Λόνγκχορν φαίνεται πως έκανε κατάχρηση της θέσης του και της ισχύος του και εκμεταλλευόταν όποιο θηλυκό του γυάλιζε το μάτι. Γι αυτή του την συμπεριφορά δεν φρόντιζε να είναι διακριτικός. Αντίθετα θα ’λεγε κανείς πως διατυμπάνιζε στους στενούς του κύκλους την γοητεία που ασκούσε στις πελάτισσές του αλλά και τον τρόπο με τον οποίο κάποιες φορές έπαιρνε τελικά αυτό που ήθελε. Μ’ αυτούς τους κύκλους έτυχε να έχει κάποιες σχέσεις και ο Χιλ. Πριν λοιπόν ακόμα παντρευτεί η αδελφή του, φρόντισε να την ενημερώσει για το ποιόν του Λόνγκχορν λέγοντας της πως αν όντως προχωρούσε σ’ αυτό τον γάμο και στο μέλλον προέκυπτε κάποιο ζήτημα, θα έκανε χρήση αυτών των πληροφοριών για να την προστατεύσει.
Όπως ήταν αναμενόμενο η αδελφή του τον παντρεύτηκε κι ο Λόνγκχορν βέβαια, δεν άλλαξε συνήθειες. Οι επισκέψεις του Χιλ αποσκοπούσαν στο να κρατάνε ενήμερη την κυρία μου για τις αταξίες του συζύγου της. Προσπαθούσε κάθε απόγευμα Παρασκευής που συναντιόντουσαν να την πείσει να αλλάξει γνώμη και να σηκωθεί να φύγει όσο ήταν καιρός από κοντά του. Τα πλούτη δεν είναι το παν της έλεγε. Δεν μπορούσε να την βλέπει να μαραζώνει σε εκείνο το σπίτι, να στερείται τον πραγματικό έρωτα σ’ αυτή την τρυφερή ηλικία. Κάτι που εκείνος είχε ήδη γλεντήσει και δεν έλεγε να σταματήσει για κανένα λόγο να αποζητά με οποιοδήποτε τίμημα. Όπως αποζητούσε κι εκείνη με οποιοδήποτε κόστος την εύκολη και γεμάτη ανέσεις ζωή. Όσο περισσότερο περνούσε ο καιρός τόσο πιο δύσκολα θα έπαιρνε την απόφαση να τον αφήσει. Η πολυτέλεια, η ασφάλεια του χρήματος, η κοινωνική ζωή στα μεγάλα σαλόνια ήταν εθισμός. Εσύ δεν μπορείς να το καταλάβεις του έλεγε γιατί μπορείς και μπαινοβγαίνεις στα σπίτια των πλουσίων χωρίς να τους παντρεύεσαι. Η αλήθεια ήταν ότι ο Χιλ είχε βρει την χρυσή τομή χρησιμοποιώντας το κοφτερό του μυαλό αλλά και την τύχη που τον ευνοούσε απροκάλυπτα. Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από εκείνο το βράδυ που βρέθηκε να σερβίρει κρασί σε μια έπαυλη λίγο έξω απ’ το Σάρεϋ.
Ήταν ουσιαστικά μια βραδιά χαρτοπαιξίας από εκείνες που χάνονταν αμύθητα ποσά για να ικανοποιηθούν τα καπρίτσια μιας χούφτας ευγενών. Ο Χιλ είχε υπολογίσει τα χαρτιά που παιζόντουσαν σε ένα γύρο και προσφέρθηκε σε ένα βαρόνο που σηκώθηκε για να πάει προς νερού του να πάρει τη θέση του. Το σούσουρο που ακολούθησε δεν τον απέτρεψε απ’ το να πάρει μόνος του την έγκριση και να κάτσει στην πολυθρόνα, το βελούδινο μαξιλάρι της οποίας μόλις είχε ξεκινήσει σιγά-σιγά να επανέρχεται στο αρχικό του σχήμα. Ο Χιλ κέρδισε πολλές χιλιάδες λίρες μέχρι τα ξημερώματα παίζοντας για λογαριασμό του βαρόνου δίχως να απαιτήσει ούτε μια για αντάλλαγμα. Μ’ αυτό τον τρόπο είχαν μόλις ανοίξει οι πόρτες ενός άλλου κόσμου για εκείνον. Και μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο φρόντισε να ενσωματωθεί και η αδελφή του.
Ο Χιλ αισθανόταν σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνος για την κατάσταση την οποία βίωνε η κυρία μου. Της είχε γνωρίσει τον Λόνγκχορν χωρίς να περιμένει ότι εκείνη θα αποφάσιζε μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα να τον παντρευτεί. Αυτό όμως ακριβώς είχε συμβεί και το πρόβλημα που είχε προκύψει πρόσφατα, όταν δηλαδή άρχισε να με πολιορκεί και να μου υπόσχεται ερωτικές περιπέτειες ήταν ότι ο Λόνγκχορν είχε παραμείνει για μεγαλύτερο απ’ ότι συνήθως διάστημα με μια απ’ τις καινούριες ερωμένες του. Και σαν να μην έφτανε αυτό ο Χιλ είχε μάθει ότι ο δικηγόρος είχε εκφράσει την επιθυμία να κάνει μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή του. Μήπως άραγε η αλλαγή αυτή θα είχε σαν αποτέλεσμα την απομάκρυνση της τωρινής του συζύγου για χάρη κάποιας άλλης;
Ο Χιλ φρόντισε να νοικιάσει μια αγροικία λίγο έξω απ’ τη Λυών, έτοιμη να δεχτεί την αδελφή του σε περίπτωση που θα συνέβαινε το χειρότερο. Ο Λόνγκχορν είχε  αρχίσει να εμφανίζεται δημόσια με την ερωμένη του και κάθε φορά που η κυρία μου του ανέφερε τις φήμες που κυκλοφορούσαν σχετικά μ’ αυτήν, οργιζόταν και έστηνε φοβερούς καβγάδες σαν ο ένοχος να ήταν η ίδια η γυναίκα του κι όχι αυτός. Είχε φτάσει μάλιστα και στο σημείο να χειροδικήσει κάποιες φορές. Απειλούσε δε την γυναίκα του ότι δεν θα την αφήσει ποτέ από κοντά του υπονοώντας ότι θα πρέπει να υπομένει δια βίου τα καπρίτσια του. Και ποιος ήταν τελικά ο ρόλος μου μέσα σ’ όλη αυτή την τρέλα;
‘Δεν άντεχα άλλο. Έπρεπε να φύγω. Ο λόγος που ο Χιλ δυσφορούσε τόσο και ιδιαίτερα την τελευταία φορά που έφυγε για την Γαλλία ήταν επειδή δεν του άρεσε να μ’ αφήνει μόνη μου με τον άντρα μου. Στο μεταξύ είχε καταφέρει κάνοντας εισαγωγές μιας μικρής ποσότητας κρασιού που το διέθετε σε πλούσιες οικογένειες, να γνωρίσει ντόπιους και να προετοιμάσει σιγά-σιγά το έδαφος για την φυγή μου. Πριν από ένα σχεδόν χρόνο το πήραμε από κοινού απόφαση. Κι ελπίζω να με συγχωρέσεις αλλά στο σχέδιο μας συμπεριλάβαμε και εσένα. Τον πιο έμπιστο υπηρέτη μας. Κι ο λόγος που κλεινόμασταν με τις ώρες στην βιβλιοθήκη ήταν γιατί ο αδελφός μου μού μετέφερε κάθε φορά τις νεοαποκτηθείσες γνώσεις του στην γαλλική’.
Δεν μπορούσα να φανταστώ ποτέ ότι θα άφηνα την πατρίδα μου για να ζήσω σε μια άλλη χώρα υπηρετώντας μια γυναίκα χωρίς τελικά να υπάρχει το ερωτικό στοιχείο ανάμεσά μας. Αυτή η προοπτική που έμελλε να γίνει πραγματικότητα σε λίγες ώρες, τότε που το πλοίο θα προσάραζε στο Καλαί, μ’ άφηνε με ανάμικτα συναισθήματα. Απ’ τη μια σκεφτόμουν ότι εύκολα θα μπορούσα να το σκάσω και να επιστρέψω στον Λόνγκχορν, ευελπιστώντας ότι θα τον μεταπείσω, να πιστέψει την δική μου εκδοχή κι όχι αυτή που θα έχει φτιάξει ήδη ο ίδιος στο μυαλό του. Κι απ’ την άλλη υπήρχε η ελπίδα ότι ακόμα κι αν παρέμενα υπηρέτης της κυρίας μου κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, σε βάθος χρόνου η σχέση μας να άλλαζε και να μετατρέπονταν σε αυτό που συχνά πυκνά ονειρευόμουν εδώ και καιρό.
Διάλεξα λοιπόν ένα παραμύθι και έπειτα από λίγες μέρες ταξίδι στα ενδότερα της γαλλικής επαρχίας εγκατασταθήκαμε σε μια αγροικία λίγο έξω από τη Λυών. Τον πρώτο καιρό ο Χιλ μας επισκεπτόταν δυο φορές τη βδομάδα και μαζί του ερχόταν κάποιος γάλλος ευγενής που έσπευδε να γνωρίσει στην αδελφή του. Η ζωή κυλούσε ήρεμα και το μόνο νέο που είχαμε μάθει απ’ τον Λόνγκχορν ήταν ότι είχε βγάλει τη γυναίκα του ανισσόροπη και στη θέση της βρισκόταν ήδη η πιο πρόσφατη ερωμένη του. Το διαζύγιο δεν ήταν πάντως ακόμα στα σχέδια του. Εξ άλλου η έκδοσή του ήταν πολύ δύσκολη ακόμα και για ένα δικηγόρο, αφού χρειαζόταν να γίνει δίκη που θα διαρκούσε μήνες με αμφίβολη έκβαση και έξοδα διόλου ευκαταφρόνητα.
Η κυρία μου είχε ηρεμήσει αρκετά, ασχολούνταν με τις δουλειές του Χιλ, έκλεινε συμφωνίες, επισκεπτόταν συνοδευόμενη από μένα οινοπαραγωγούς της ευρύτερης περιοχής και εμφανίζονταν δειλά-δειλά σε πολιτιστικές εκδηλώσεις της πόλης. Μόνο τα βράδια υπήρχαν φορές που την άκουγα να αγωνιά βγάζοντας ακατάληπτες φράσεις. Όταν την επομένη την ρωτούσα αν είχε δει κανένα εφιάλτη, εκείνη φρόντιζε να αλλάζει αμέσως την κουβέντα.
Μια Κυριακή βράδυ, κι ενώ μόλις είχα ξαπλώσει, χωρίς να έχει υπάρξει κάποια αλλαγή της συμπεριφοράς της απέναντί μου, μπήκε απροειδοποίητα στο δωμάτιο μου, έσβησε τη λάμπα πετρελαίου που σιγόκαιγε στο μικρό τραπεζάκι, δίπλα στο κρεβάτι μου και έκατσε στην άκρη του κρεβατιού. ‘Νομίζω ότι μια και η διαμονή μας εδώ προβλέπεται να παραταθεί επ’ αόριστον, θα ήταν καλό να κάνουμε τα βράδια μας πιο ευχάριστα. Δεν προτίθεμαι να συνεχίσω να κοιμάμαι μόνη μου όπως επίσης δεν θα ήθελα να το κάνω με ένα Γάλλο. Αν τα επιχειρήματά μου σου αρκούν από σήμερα το βράδυ είμαι στη διάθεσή σου. Αν πάλι δεν συμφωνείς δεν πρόκειται να υπάρξει δεύτερη ευκαιρία’.
Η ανάσα της μύριζε αλκοόλ. Το δέρμα της ένα μίγμα κανέλας με πατσουλί. Τα μαλλιά της έπεφταν ξέμπλεκα μέχρι την μέση της. Δεν υπήρχε χρόνος για εκλογίκευση. Το βλέμμα μου πρέπει να έδωσε την απάντηση που περίμενε, γιατί με αργές κινήσεις σηκώθηκε, κι αφού έλυσε το φόρεμα της και το άφησε να γλιστρήσει μένοντας με το σφιχτό κορσέ και την λινή λευκή βράκα της, ανέβηκε πάνω μου και έσμιξε με πάθος τα χείλη της με τα δικά μου. Αυτή ήταν και η πρώτη μου ερωτική επαφή με γυναίκα. Ήμουν άτσαλος, άγαρμπος. Τέλειωσα γρήγορα. Κι έπειτα ξανά. Και ξανά. Εκείνη έμοιαζε να μην χορταίνει με τίποτα. Συνεχίσαμε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Εξαντληθήκαμε.
Την επόμενη μέρα η συμπεριφορά της κυρίας μου δεν μαρτυρούσε τίποτα σχετικό με τη νύχτα πάθους που είχαμε περάσει. Ήταν σαν να υπήρχαν κι άλλοι στο σπίτι και έπρεπε να κρατάει τα προσχήματα. Στην αρχή μου φαινόταν αδιανόητο ότι έπρεπε να συνεχίσουμε να παίζουμε αυτό το θέατρο. Βλέποντας όμως ότι δεν υπήρχε διάθεση απ’ την πλευρά της για κάποια αλλαγή, αναγκάστηκα κι εγώ να προσαρμοστώ παρόλη την αναστάτωση που βίωνα. Κι αυτό διότι κάθε βράδυ ήταν μια μικρή γιορτή και για τους δύο μας. Οι ερωτικές μας περιπτύξεις συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση κι απόλαυση.
Έτσι πέρασαν δύο μήνες κι όλα έδειχναν ότι τίποτα δεν μπορούσε να σπάσει την αρμονία που είχε ουσιαστικά εκείνη επιβάλλει στη συμβίωσή μας: η κυρία κι ο υπηρέτης μέχρι το βράδυ, η κυρία κι ο εραστής μέχρι το πρωί.
Μέσα στο μικρό μου το μυαλό παρέμεναν αναπάντητα κάποια ερωτήματα. Γιατί δεν άφηνε τον εαυτό της να δείξει αυτά που πραγματικά αισθανόταν για μένα; Αν όντως δεν τα αισθανόταν, πως κατάφερνε να προσποιείται τόσο καλά τις ώρες που βρισκόμασταν πάνω ή κάτω απ’ τα σκεπάσματα; Κι απ’ την άλλη τι είχε γίνει με τον κύριο Λόνγκχορν και μας είχε αφήσει στην ησυχία μας; Δεν πίστευα ότι ένας άντρας με την δική του επιρροή και δύναμη είχε παραδώσει στα χέρια της τύχης την μοίρα του. Ειδικά γι’ αυτό το τελευταίο ερώτημα δεν θα αργούσα να πάρω μια πειστική απάντηση. Σε ότι αφορά όμως τα δύο προηγούμενα αποφάσισα να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου και να πιέσω με όποιο τρόπο μπορούσα την κυρία μου για να μάθω τί κρυβόταν πίσω απ’ τη στάση που διατηρούσε απέναντί μου. 
Άρχισα λοιπόν να αμελώ τα ερωτικά μου καθήκοντα. Στην αρχή μέρα  παρά μέρα κι ύστερα καθώς δεν έβλεπα καμία αντίρρηση από μέρους της, μια ολόκληρη βδομάδα. Ήταν Κυριακή απόγευμα όταν με φώναξε στο δωμάτιο της, ζητώντας μου να της ετοιμάσω τσάι. Κι όταν εμφανίστηκα στο κατώφλι της κρεβατοκάμαρας μου είπε:
‘Άσε τον δίσκο στο τραπέζι κι έλα δίπλα μου να μου εξηγήσεις τι σου συμβαίνει’. Ο αυταρχικός της τόνος δεν ήταν αυτό που περίμενα ν’ ακούσω εκείνη τη στιγμή.
‘Θα ήθελα εσείς να μου εξηγήσετε κάτι’ της είπα μαζεύοντας όσο κουράγιο μπορούσα.
‘Σ’ ακούω’ μου είπε εκείνη. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν όμως γαβγίσματα και απ’ το παράθυρο του δωματίου είδαμε τα σκυλιά να τρέχουν στην είσοδο του κτήματος. Μια μικρή άμαξα με δύο άλογα είχε σταματήσει μπροστά της και λίγο πιο πίσω δυο έφιπποι αστυνομικοί.
‘Πήγαινε να δεις τι θέλουν και συνεχίζουμε μετά’ μου είπε.
Πόσο μπορεί κανείς να ζει σε ένα κλειστό περιβάλλον και να μην ασχολείται μ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω του; Αν έχεις συνηθίσει στον μικρόκοσμο ενός αρχοντόσπιτου, αν έχεις ανοίξει τα μάτια σου εκεί και τα περισσότερα βήματά σου σε έχουν φέρει μέχρι τον πέτρινο φράκτη που το ορίζει, νομίζεις ότι η χώρα τελειώνει στην πιο κοντινή πόλη ή χωριό που βρίσκεται μιας ώρας δρόμο με το κάρο. Οι άνθρωποι είναι το πολύ μερικές χιλιάδες και οι υπόλοιποι διασκορπισμένοι σε ολόκληρη τη γη μοιάζουν με μια φανταστική ιστορία την οποία δεν μπορείς να κατανοήσεις. Είχα καταφέρει βέβαια μέχρι εκείνο το απόγευμα να διασχίσω θάλασσα, βουνά και πεδιάδες σε ξένο έδαφος μα πάλι σε ένα σπίτι κλείστηκα. Και με τέτοια συντροφιά, ακόμα κι αν είχα πρόθεση να γνωρίσω το νέο μου περιβάλλον καθόλου εν τέλει δεν ασχολήθηκα. Ένα απ’ τα πράγματα που ενδεχομένως να είχα μάθει αν συγχρωτιζόμουν με τους ντόπιους, θα ήταν και το ότι οι εμπορικές συναλλαγές με την πατρίδα μου απαγορεύονταν. Οι Γάλλοι δεν επιτρέπονταν να εξάγουν τα προϊόντα τους και υπήρχαν αυστηρές ποινές για αυτούς που θα το αποτολμούσαν. Οι δουλειές λοιπόν που είχε ανοίξει ο Χιλ – μεταφορά κρασιών προς την Αγγλία – υπέπεσαν στην αντίληψη ενός ευγενούς που γνώριζε πολύ καλά το πρώην αφεντικό μου. Μπορεί ο Λόνγκχορν να είχε αφήσει για την ώρα το κυνήγι της πρώην πλην όμως νομίμου συζύγου του αλλά μια τέτοια πληροφορία τού αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον διαβλέποντας αρκετά ευοίωνες προοπτικές για την έκδοση του διαζυγίου τους.
Έτσι λοιπόν, εκείνο το απόγευμα ύστερα από έρευνα που έγινε σε όλα τα κτίσματα που βρισκόντουσαν σε εκείνο το χωράφι, η κυρία μου τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό και υποχρεώθηκε σε δύο μέρες να εγκαταλείψει την χώρα και να επιστρέψει στην πατρίδα της. Ο Χιλ είχε ήδη συλληφθεί στο Καλαί και είχε παραδοθεί στις αγγλικές αρχές. Ο Λόνγκχορν κατάφερε με τις διασυνδέσεις που είχε να εκβιάσει τα δυο αδέλφια και να βγάλει το διαζύγιο με πολύ ευνοϊκούς όρους. Η δίκη που προηγήθηκε της έκδοσής του είχε τη μορφή μιας τυπικής διαδικασίας κι έτσι, ένα μήνα μετά την επιστροφή της κυρίας μου στο Λονδίνο, το επίθετό της έγινε και πάλι Χιλ. Ο αδελφός της κατέβαλε ένα υπέρογκο ποσό για εγγύηση εξασφαλίζοντας μ’ αυτό τον τρόπο την ισόβια παραμονή τους μακριά από τα δυσώδη κτίρια των φυλακών. Εκτός όμως απ’ αυτά, θα παρέμεναν μακριά κι απ’ τα πλούτη, την αριστοκρατία, τους εύπορους γνωστούς και φίλους που έσπευσαν να πάρουν το μέρος του συζύγου.
Εγώ επέστρεψα στη δούλεψη του κυρίου Λόνγκχορν χωρίς να μάθω αν η κυρία μου με είχε αγαπήσει στ’ αλήθεια. Όταν ύστερα από καιρό έψαξα να τη βρω κυκλοφορούσε ήδη μια φήμη ότι είχε περάσει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού με τον αδελφό της προς αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης. Κι ενώ το μυαλό μου αναζητούσε εις μάτην ένα μηχανισμό αποδέσμευσης της μνήμης από τις τελευταίες εικόνες ευτυχίας που με είχαν στοιχειώσει, ο παλιός καλός μου φίλος Ντάρκντειλ πέρασε απ’ το σπίτι για να μάθει από κοντά τα νέα που είχαν φτάσει στ’ αυτιά του. Με ρώτησε τι είχε συμβεί και είχα φύγει αιφνιδίως στο εξωτερικό κι ότι κάποιος τον είχε ρωτήσει αν γνώριζε που βρισκόμουνα. Ύστερα από αυτή την εξέλιξη αποφάσισε να μην με αναζητήσει και να περιμένει να μάθει από μένα ή από κάποιον άλλο κοινό γνωστό τι είχε συμβεί. Το διαζύγιο των Λόνγκχορν και η υπόθεση με το λαθρεμπόριο οίνου είχαν γίνει τα δημοφιλέστερα θέματα συζήτησης στο Λονδίνο και μέσα στις κουβέντες που γινόντουσαν στα καπηλειά κυκλοφορούσε και το όνομά μου.
Κάτσαμε λοιπόν στην κουζίνα της οικίας Λόνγκχορν παρέα με λίγη μπύρα και του διηγήθηκα όλα τα παραπάνω. Ο φίλος μου εντυπωσιάστηκε απ’ τις περιπέτειες μου, τα ταξίδια μου, την ερωτική μου σχέση με την κυρία μου.
‘Είπες πως το μόνο που σου έμεινε τελικά απ’ αυτή την ιστορία είναι ένα γράμμα. Πως ήρθε αυτό το γράμμα στα χέρια σου;’
‘Ένα πρωινό καβάλησα ένα απ’ τ’ άλογα του στάβλου μας για να πεταχτώ μέχρι τον σιδερά που είχε το εργαστήριο του στην άλλη πλευρά της πόλης και να παραλάβω κάποιες κλειδαριές που έπρεπε να αλλάξω στο δωμάτιο της νέας γυναίκας του αφεντικού μου. Μόλις έκλεισα την πύλη και ετοιμάστηκα να ξανανέβω στο άλογο, είδα τον Χιλ. Φορούσε ένα φθαρμένο παλτό και ένα τσακισμένο καπέλο, ήταν αξύριστος και περπατούσε σα μεθυσμένος στη μέση του δρόμου. Τι λέω σαν, στουπί πρέπει να ήταν. Παρόλο που βρισκόταν σ’ αυτή την κατάσταση με αναγνώρισε πρώτα εκείνος. Μου χαμογέλασε θλιμμένα και μου είπε ότι έπρεπε να τον πάω στην αδελφή του γιατί δεν τον έπαιρναν τα πόδια του. Προσπάθησα να τον ανεβάσω στο άλογο μα ήταν αδύνατον. Σαν να κουβαλούσα ένα σακί με εκατό κιλά πατάτες. Απ’ τη μια τον έβαζα κι απ’ την άλλη γλιστρούσε κι έπεφτε κάτω. Φαίνεται πως τα χτυπήματα στον κεφάλι τον συνέφεραν για τα καλά κι έτσι θυμήθηκε πώς και γιατί είχε βρεθεί έξω απ’ την έπαυλη του Λόνγκχορν. Έψαξε τις τσέπες του και έβγαλε ένα γράμμα. Αυτό είναι απ’ την αδελφή μου μού είπε. Με αποχαιρέτισε και ξεκίνησε να περπατάει με δυσκολία μέσα στις λάσπες που είχαν δημιουργηθεί απ’ την πρωινή βροχή.’
‘Και τι έλεγε αυτό το γράμμα; Ή μήπως τον ακολούθησες πριν το διαβάσεις;’
‘Όχι, όχι. Σκέφτηκα ότι για να μου το στείλει θα ήθελε τουλάχιστον πρώτα να το διαβάσω πριν βρεθούμε από κοντά. Στο γράμμα μου εξηγούσε ότι είχε δώσει μια μεγάλη μάχη με τον εαυτό της. Στην αρχή δεν ήθελε να παραδεχθεί ότι οι ερωτικές μας συνευρέσεις της είχαν γεννήσει τρυφερά συναισθήματα απέναντι μου. Σ’ αυτό το πρώτο διάστημα οι έγνοιες εξ αιτίας της εγκατάστασής μας σε μια ξένη χώρα κατάφερναν να την ξεγελούν και να την αφήνουν να παίζει μαζί μου αυτό το παιχνίδι χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες. Όταν όλα μπήκαν σε μια σειρά κι η ζωή μας κυλούσε ήρεμα, κατάλαβε ότι με το να με συλλογίζεται ολοένα και περισσότερο και να αισθάνεται έντονα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας κι όχι μονάχα τα βράδια έμοιαζε πια με μια φυσιολογική κατάσταση που της προκαλούσε υπέρμετρη ευχαρίστηση. Κι έπειτα, όταν ήταν έτοιμη να μου ομολογήσει τον έρωτα της συνέβησαν τα γεγονότα με τον αδελφό της. Έζησε τον απόλυτο ξεπεσμό, επέστρεψε σε μια φτώχεια που δεν είχε καν γνωρίσει. Έμαθε ότι ξαναγύρισα στη δούλεψη του Λόνγκχορν αλλά δεν μπορούσε να μου κρατάει κακία για αυτό. Τώρα πια ζούσε σε άθλιες συνθήκες σε μια κακόφημη συνοικία του Λονδίνου. Στο γράμμα υπάρχει η διεύθυνση και μια πρόσκληση από μέρους της. Θα ήθελε πολύ να με ξαναδεί’. Λέγοντας για μια ακόμη φορά την ιστορία μου στον Ντάρκντειλ κι ακούγοντας την κι εγώ ο ίδιος, συνειδητοποίησα πως όλη η στεναχώρια μου πήγαζε από την άρνησή μου να την ξαναδώ κι όχι εν τέλει από μια σχέση που έμεινε στη μέση. Ο φίλος μου κοίταξε για αρκετή ώρα τον πάτο του ποτηριού σαν να περίμενε κάτι να ξεπηδήσει από κει μέσα και μετά μου έκανε νόημα να το ξαναγεμίσω.
Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας και αφού έδιωξε τον αφρό που είχε ασπρίσει το πάνω του χείλος μου είπε:
 ‘Ό,τι είναι παρελθόν, είναι πρόλογος*. Αν ήθελες πραγματικά αυτή τη γυναίκα δίπλα σου, δεν θα υπολόγιζες τίποτα, θα έκανες τα πάντα για να την κάνεις δική σου. Ερωτεύτηκες τις στιγμές και μονάχα αυτές και τις άφησες πίσω σου. Ο πρόλογος τελείωσε. Ξεκίνα τώρα την ιστορία. Στην υγειά μας!’
(* Σέξπιρ)
Τέλος





Sunday, November 9, 2014

Ό,τι είναι παρελθόν, είναι πρόλογος, Μέρος 1ο - διήγημα


17 Οκτωβρίου 1867. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του καπετάνιου του οποίου το ροχαλητό μοιάζει να πηγαινοέρχεται μέσα στ' αυτιά μου, σε λίγες ώρες θα έχουμε καταιγίδα. Έχω σκεπαστεί μέχρι πάνω με την κουβέρτα και κοιτάζω απ' το φινιστρίνι τη θάλασσα που φαίνεται σαν να με κοροϊδεύει. Τίποτα δεν κινείται. Το φεγγάρι που έχει αρκετές μέρες ακόμα για να συμπληρώσει την περίμετρό του ρίχνει λίγο φως στο νερό που μοιάζει με λίμνη και όχι με τον Ατλαντικό ωκεανό.
Το ότι κατάφερα να αποσπάσω μερικές κουβέντες απ' τον αρχηγό του σκάφους ήταν από μόνο του σημαντικό κατόρθωμα μια και ο ίδιος εκτός απ' το να δίνει διαταγές στους δύσμοιρους ναύτες του, συνομιλεί μονάχα με έναν εντυπωσιακά όμορφο παπαγάλο. Εκείνος του απευθύνεται στ' αγγλικά και το πουλί κρώζει σε μια γλώσσα που θυμίζει γερμανικά. Αν κάτσεις όμως και τους παρατηρήσεις, εκεί, δίπλα στην ξύλινη τιμονιέρα με το μπρούτζινο στεφάνι παίρνεις όρκο ότι όχι μόνο κατανοεί ο ένας τον άλλο αλλά κι ότι πολύ πιθανό να έχουν κάποια συγγένεια. Η μύτη του ενός είναι παρατηρώντας την απ' το πλάι, ίδια με το ράμφος του άλλου. Και για τί μιλάνε; Ο καπετάνιος αφηγείται στον παπαγάλο πως πήγε η μέρα του και εκείνος παρεμβάλλεται όπως θα το έκανε οποιοσδήποτε όμοιος μας με σχόλια που κατά πάσα πιθανότητα χωρίς να ξέρω γερμανικά σημαίνουν: 'α, ναι;', 'τι λες βρε παιδί μου', 'και πολύ καλά έκανες', καιρός να αλλάξεις πορεία'.
Το λίκνισμα του πλοίου δεν είναι τέτοιο που να δικαιολογεί απώλεια των λογικών μου. Αλκοόλ δεν βάζω στο στόμα ποτέ όταν ταξιδεύω. Εξάλλου τις παρατηρήσεις μου μπορεί να τις επαναλάβει ακόμα πιο πειστικά κι ένα λαμπρό γυναικείο μυαλό. Αυτό της κυρίας Λόνγκχορν, η οποία δυστυχώς βρίσκεται στο βάθος του διαδρόμου, σε μια καμπίνα μια ανάσα πριν την πρύμνη. Και λέω ότι μπορεί να το κάνει αφού βρίσκεται συνέχεια δίπλα μου απ' την αρχή του ταξιδιού όχι όμως για λόγους που ίσως να σπεύσατε να βάλετε με το νου σας. Η κυρία Λόνγκχορν είναι το αφεντικό μου κι εγώ ο υπηρέτης της. Ή καλύτερα ο γιός του μπάτλερ. Καλύτερα για μένα. Το 'υπηρέτης' δεν υπηρετεί τις συχνές ονειροπολήσεις μου. Αλλά ας πούμε ότι κατάφερα να αφήσω για λίγο το γεγονός της καταιγίδας δίχως αυτό να έχει ήδη συμβεί, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να μην πρέπει να το χαρακτηρίσω ως τέτοιο, και να ρίξω λίγο φως σε εκείνες τις γωνίες της μνήμης που τόσο με ευχαριστούν αλλά και συνάμα παιδεύουν τα τελευταία χρόνια που έχω ανακαλύψει ότι το – ο Θεός να το κάνει - ασθενές φύλο με έλκει τόσο μα τόσο πολύ.
Η ιστορία δεν είναι δα καμία μεγάλη ή σπουδαία, συνοψίζεται όμως στο αληθινό ενδιαφέρον που επέδειξε σε μένα μια γυναίκα είκοσι χρόνια μεγαλύτερη. Σε μένα που μέχρι τότε δεν ήξερα τι σημαίνει έρωτας. Αλλά και σε κάτι άλλο εξίσου σημαντικό: στην αιτία αυτού του ενδιαφέροντος. Διότι πάντα υπάρχει μια τουλάχιστον απ' τη δική μας οπτική γωνία κι άλλες τόσες απ' αυτές των άλλων που βρίσκονται γύρω μας. Θα ήταν σε θέση να μπει σε μια παρόμοια διαδικασία αν ο σύζυγός της δεν επιδείκνυε μια συμπεριφορά που κάθε άλλο παρά λογική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σε ένα ζήτημα μείζονος σημασίας για την ίδια; Πραγματικά δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω. Μου είναι βολικό να σκέφτομαι ότι μπορεί και να το έκανε. Με κολακεύει ακόμα περισσότερο και το αφήνω στην επιφάνεια των σκέψεών μου για να με διασκεδάζει όταν προσπαθώ να διώξω τη σκιά μιας δυσοίωνης εξέλιξης. Αυτής που κάθε υπηρέτης ή κάθε κατώτερος κοινωνικά άντρας, ευρισκόμενος στην ίδια θέση θα έχει πάντα κατά νου. Γιατί ιστορικά μονάχα να το εξετάσει κανείς θα βρεθεί χαμένος. Σημειωτέον ότι ιστορία δεν γνωρίζω, έχει μελετήσει όμως πάρα πολύ ένας φίλος, αυτός που διάλεξα τότε να του εκμυστηρευτώ την δική μου περιπέτεια. Αλίμονο αν δεν την μάθαινε και κάποιος, θα έσκαγα! Αυτός λοιπόν μου έβαλε και τα δυο μου πόδια εκεί που ανήκαν, στο έδαφος δηλαδή αν και κάτι τέτοιο είχε αναπάντεχα ήδη συμβεί.
Ο κύριος Λόνγκχορν με προσφωνεί ως ο γιός του μπάτλερ και με κλείνει μ’ αυτόν τον τρόπο σε όλες τις πτώσεις. Στη δε κλητική προσθέτει πολλές φορές και ένα ‘ω’: ‘ω γιέ του μπάτλερ φέρε μου την κούπα με το τσάι που άφησα πάνω στο τζάκι δίπλα από την πανοπλία του προγόνου μου’. Ο κύριος Λόνγκχορν απεχθάνεται να φοράει περουκίνι και για να τιμωρήσει τον εαυτό του που παρόλα αυτά το κάνει, το αφήνει άπλυτο ακόμα και για μήνες, να κιτρινίζει στις άκρες του και να ζέχνει απ’ την πολλή πούδρα. Είναι απορίας άξιο πως ένας άντρας με το δικό του παρουσιαστικό έχει τόσο μεγάλη επιτυχία όπως λένε με τις γυναίκες και ακόμα μεγαλύτερη με τη δική του.
Ο κύριος Λόνγκχορν είναι ένας επιφανής δικηγόρος που ταλαντεύεται κατά βούληση μεταξύ των κριμάτων της υψηλής κοινωνίας και των εγκλημάτων των φτωχών. Ιδιαίτερα δε όταν συνδυάζονται τα μεν με τα δε δεν χάνει ευκαιρία να παρέχει πολλές φορές αμοισθί τις υπηρεσίες του. Μπροστά στην ίντριγκα, σε ένα μυστήριο, μια δολοφονία με ταξικές προεκτάσεις το χρήμα δείχνει να μην παίζει κανένα ρόλο γι αυτόν. Αλλά ούτως ή άλλως κάτι τέτοιο μάλλον συμβαίνει. Οι γονείς του τού άφησαν μια τεράστια περιουσία που θα αρκούσε και για τα εγγόνια του ακόμα.
Υπάρχει μια ένταση στη σχέση του με τη γυναίκα του. Ίσως να την προκαλεί η διαφορά ηλικίας – δεκαεπτά χρόνια δεν είναι και λίγα – που με τη σειρά της προκαλεί την ανασφάλεια, θα έσπευδε να πει κανείς απ’ την πλευρά του άντρα. Αλλά η κυρία Λόνγκχορν πιστεύει ότι ο άντρας της αδιαφορεί για τον γάμο τους. Θεωρεί ότι την παντρεύτηκε για να συμπληρώσει την εικόνα του πετυχημένου, εύπορου αλλά και δίκαιου ευγενή που οι περισσότεροι θα ήθελαν να έχουν γνωρίσει. Η δική της ομορφιά περνάει σε δεύτερη μοίρα, δεν αντιλαμβάνεται την αναστάτωση που προκαλεί όταν εμφανίζεται δημοσίως παρά ασχολείται σε κάθε περίπτωση με την αξιολόγηση της συμπεριφοράς του άντρα της απέναντι στις συνεχείς προκλήσεις των κυριών που τον περιβάλλουν.
Ένα απόγευμα λοιπόν, πριν λίγο καιρό, μου χτύπησε την πόρτα την ώρα που ετοιμαζόμουν να βάλω λίγο καπνό και να απολαύσω το δρύινο μου τσιμπούκι. Αυτό συνέβαινε συνήθως αμέσως μετά το σερβίρισμα του δείπνου. Μάζευα τα πιάτα με την  Μαίρη, την υπηρέτρια του οίκου Λόνγκχορν και ενόσω ο πατέρας μου συνομιλούσε με το αφεντικό του – έκανε κοινώς τον ηλίθιο λέγοντας του ναι και όχι έτσι ώστε να μην υπάρχει αντίλογος - ξέκλεβα λίγο χρόνο, αυτές τις ελάχιστες στιγμές που οφείλω στον εαυτό μου για να βρεθώ μόνος μου, στην πίσω μεριά του κήπου και να φυσήξω τουλούπες καπνού στο ημίφως του δειλινού. Το τσιμπούκι ήταν του πατέρα μου. Δεν ξέρω αν το είχε ήδη ανακαλύψει και είχαμε δίχως να το έχω αντιληφθεί συνάψει μια συμφωνία χρήσης. Πέντε λεπτά εγώ, σαράντα εκείνος – υπολογίζοντας διαλείμματα χωρίς διλήμματα σε είκοσι ώρες αγρύπνιας. Για τόσο απλό τον είχα τον πατέρα μου.
Η κυρία Λόνγκχορν μου ζήτησε συγνώμη με ένα τρόπο που θα μπορούσε να υποδηλώνει το αντίθετο και μου έγνεψε να την ακολουθήσω μέχρι τους στάβλους. ‘Αυτό που κάνει ο άντρας μου είναι απαράδεκτο. Εκβιαστικό θα έλεγα. Αλλά δεν θα υποκύψω’.
‘Δεν θα σχολιάσω κυρία’.
‘Ναι, ναι δεν θα σχολιάσεις. Αυτό σου ’λειπε. Σε δυο βδομάδες φεύγουμε για Γαλλία. Θα ’ρθεις μαζί μου. Δεν πρόκειται να κάνω πίσω. Μονάχα αυτό κάνω, πίστεψέ με. Υποχωρώ μια ζωή’. Δεν ειπώθηκε τίποτ’ άλλο εκείνο το απόγευμα. Ένα άλογο χλιμίντρισε και προσπάθησε να στριφογυρίσει πίσω απ’ την ξύλινη πόρτα που μας χώριζε. Βγήκαμε απ’ το στάβλο βουβοί.
Το πρωί της επόμενης μέρας καθώς ετοιμάζαμε το πρωινό η Μαίρη μπήκε σιγοτραγουδώντας, κοιτάζοντας μας όλο νόημα και έπειτα, τη στιγμή που ετοιμαζόμασταν να την ρωτήσουμε τι συμβαίνει, έσπευσε να μας ενημερώσει χαμογελώντας ειρωνικά ότι η κυρία της κοιμήθηκε στον ξενώνα.
‘Κι εσύ γιατί χαίρεσαι;’ τη ρώτησε ο πατέρας μου. ‘Μήπως νομίζεις ότι θα την διώξει ο κύριος Λόνγκχορν και θα πάρει του λόγου σου;’
‘Όχι βέβαια, αλλά να … δεν έχει ξανασυμβεί και μου φαίνεται αστείο’.
‘Αστείο που έχουν προβλήματα; Το ξέρεις ότι αυτό θα επηρεάσει και μας; Σε ποιους νομίζεις θα βγάλουν τα νεύρα τους;’. ‘Και που να ’ξερες’ είπα από μέσα μου. Αλλά σαν πράγματι να το ’ξερε ο πατέρας μου έστειλε εμένα να ανεβάσω το πρωινό στο δωμάτιο των επισκεπτών. Όταν έσπρωξα την πόρτα και μπήκα μέσα η κυρία Λόνγκχορν καθόταν δίπλα στο παράθυρο, κοιτάζοντας κάπου στο δάσος που απλώνονταν πέρα απ’ τον κήπο.
‘Καλώς τον’ μου είπε εύθυμα. ‘Θα μπορούσα να κάθομαι με τις ώρες και να παρατηρώ το πηγαινέλα των πουλιών. Δες τα πως βουτάνε απ’ τον ουρανό και χάνονται μέσα στα δέντρα. Κι ύστερα από λίγο ξαναβγαίνουν για να επαναλάβουν. Άσε τον δίσκο στο γραφείο κι έλα να κάτσεις λίγο μαζί μου. Πρέπει να συζητήσουμε τις λεπτομέρειες του ταξιδιού. Έλα, μην ντρέπεσαι’.
Όταν βρέθηκα κοντά της, μου έπιασε απότομα το χέρι και το έβαλε μέσα στα δικά της, με κοίταξε στα μάτια και μου είπε: ‘Το ταξίδι θα κρατήσει πολλές μέρες. Καλό θα ήταν να το διασκεδάσουμε και λιγάκι, δε νομίζεις;’.
Δεν ξέρω αν είναι σε θέση να αξιολογήσει κανείς αντικειμενικά τον εαυτό του. Αυτό που πιστεύω και που έχω ακούσει να μου λέει κι ο πατέρας μου είναι ότι είμαι αφελής, ευκολόπιστος και δειλός. Κι αυτό που περισσότερο νιώθω μέσα μου είναι ότι είμαι ανήμπορος να επιβάλλω τη δική μου γνώμη. Η αγωγή μου υπήρξε αυστηρή αλλά όπως διαπίστωσα με τη βοήθεια του φίλου μου που μελετούσε ιστορία, του Ντάρκντειλ, από συζητήσεις που κάναμε, ήταν επίσης απλοϊκή. Ο πατέρας μου έβλεπε την άσκηση εξουσίας των πλούσιων γαιοκτημόνων και των αριστοκρατών σαν αυταπόδεικτο στοιχείο της κοινωνικής μας θέσης. Το να σκύβει το κεφάλι με κάθε ευκαιρία ήταν κάτι που όφειλε να μεταδώσει στον γιό του. Τα λόγια της κυρίας Λόνγκχορν κι ο τρόπος που μου έπιασε τα χέρια, παρόλο που θα ’πρεπε να με ενθαρρύνουν για αυτό που ενδεχομένως θα ακολουθούσε δεν κατάφεραν να κάμψουν τις αναστολές που είχα απέναντι στη γυναίκα του αφεντικού μου.
‘Έχω την εντύπωση ότι δεν θα ’πρεπε να με χρησιμοποιήσετε για να εκδικηθείτε τον άντρα σας’ της είπα.  ‘Μην ξεχνάτε ότι έτσι μπορεί να χάσω τη θέση μου. Κι εγώ, αλλά και ο πατέρας μου.’
‘Το ίδιο μπορεί να συμβεί κι αν δεν το κάνω όμως. Έχω τσακωθεί με τον άντρα μου αλλά η κατάσταση ανατρέπεται εύκολα. Και μόλις αυτό γίνει θα μπορούσα να τον πείσω να πάρετε πόδι όλοι από δω μέσα. Γι αυτό μην το βλέπεις μόνο απ’ τη δική του την πλευρά και προ πάντων, μην ανησυχείς. Ότι κι αν συμβεί θα μείνει μεταξύ μας. Εκτός κι αν στ’ αλήθεια δεν σου αρέσω’. Το ίδιο χρονικό διάστημα που ήταν πρόθυμη να διαθέσει εκείνη για την ενατένιση των πουλιών θα το διέθετα χωρίς δεύτερη σκέψη κι εγώ για να κοιτάζω τα μάτια της. Δεν απάντησα στην πρόκληση της. Μου αρκούσε η πρόσκληση που ακόμα κι εκείνη τη στιγμή φάνταζε εξωπραγματική. Τι είχε όμως πραγματικά συμβεί με τον σύζυγό της;
Υπήρχε ένας αδελφός, ο μόνος εν ζωή συγγενής της κυρίας μου που απ’ την αρχή του έγγαμου βίου τους μας επισκεπτόταν ανελλιπώς κάθε Παρασκευή. Στην αρχή νόμισα ότι ερχόταν για να ζητήσει λεφτά. Αλλά δεν έπρεπε να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Κλεινόντουσαν με τις ώρες στη βιβλιοθήκη με την αδελφή του και αργά το βράδυ ανέβαινε στο μόνιππο του και επέστρεφε μονάχος μέσα από ομίχλες, βροχή ή και χιόνι στην οικία του. Αυτά συνέβαιναν κάθε φθινόπωρο και διακόπτονταν απότομα μόλις έμπαινε το καλοκαίρι. Εκείνη την περίοδο ο Χιλ περνούσε στην άλλη μεριά της Μάγχης δίχως κανείς να γνωρίζει τι μπορεί να υπήρχε εκεί που να τον υποχρεώνει να παραμένει ένα τόσο μεγάλο διάστημα. Μέρες πριν αναχωρήσει, παρουσίαζε μια δυσθυμία, μια κακοκεφιά που ένοιωθα να διαποτίζει και μένα που πραγματικά καρφί δε μου καιγόταν για το τι θα έκανε κατά τη διάρκεια του θέρους. Στ’ αλήθεια αναρωτιόμασταν για ποιό λόγο ήθελε να πάει στη Γαλλία αφού η προοπτική του προκαλούσε τέτοια ταραχή. Ήταν δε τόσο πειστικός που δεν είχε περάσει απ’ το μυαλό μου ότι αυτή η υπερβολή έκρυβε από πίσω της μια διαφορετική αλήθεια. Ναι, το είχε αυτό ο Χιλ. Σε τύλιγε με τις λέξεις, σε ζάλιζε με τις χειρονομίες και παρόλο το αυτάρεσκο ύφος του και τον υπερφίαλο χαρακτήρα του σε έκανε εν τέλει ό,τι ήθελε. Με τη διαφορά ότι ο κύριος Λόνγκχορν, όντας δικηγόρος, δεν έδειχνε να μασάει την τροφή που τρώγαμε όλοι οι υπόλοιποι.
Μια μέρα, καθώς περνούσα έξω απ’ το γραφείο του Λόνγκχορν, άκουσα φωνές και αν και δεν είχα την πρόθεση γιατί η ανατροφή μου δεν θα μου το επέτρεπε, σταμάτησα μπροστά στην δίφυλλη πόρτα, αρκετά κοντά είναι η αλήθεια και έστησα αυτί. Ήξερα ότι ο Χιλ ήταν στο σπίτι κι ότι η κυρία μου έλλειπε στην αγορά με την υπηρέτρια. Ο διάλογος θα μπορούσε να ήταν κάπως έτσι:
‘Νομίζω ότι δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μπλέκεσαι στα προσωπικά μας ζητήματα. Η αδελφή σου είναι ένα εξαιρετικά ανεκτικό άτομο …’
‘Ανεκτικό; Ας γελάσω. Περίμενα ότι θα την γνώριζες καλύτερα. Η αδελφή μου δεν φημίζεται για την υπομονή της. Ειδικά με τους ανθρώπους. Με τα ζώα ευτυχώς δεν είχε ποτέ πάρε δώσε. Αν και λάτρης της ιππασίας θα πρέπει να έχεις παρατηρήσει ότι βαστάει τα γκέμια σαν να θέλει να το πνίξει το καημένο το άλογο. Και κείνο το καμτσίκι το ’χει μαδήσει πάνω στη ράχη του. Εντύπωση μου κάνει που δεν την έχει πετάξει κάτω ακόμα. Α, σ’ αυτό της βγάζω το καπέλο. Του επιβάλλεται’.
‘Δεν μ’ άφησες να τελειώσω αλλά παρόλα αυτά εγώ σε άκουσα. Αυτό που εννοούσα ήταν ότι η αδελφή σου είναι πολύ ανεκτική με σένα τον ίδιο’.
‘Και με σένα βέβαια’.
‘Εμένα είναι η σύζυγός μου, Χιλ. Το ξέχασες; Αν και μάλλον αυτό ακριβώς συμβαίνει όποτε έρχεσαι εδώ πέρα και κρύβεστε εκεί μέσα. Νομίζεις ότι δεν ξέρω τι λέτε;’
‘Ναι, δυστυχώς δεν ξέρεις. Για σένα τα βιβλία περιέχουν μόνο νόμους, δίκες, συμβουλές. Για μας που είμαστε πιο ευαίσθητοι υπάρχει η μαγεία της λογοτεχνίας. Για βιβλία μιλάμε’.
‘Αχ, με έκανες να γελάσω. Πολύ χαριτωμένο αυτό. Θες να μου πεις ότι η γυναίκα μου σε έχει πείσει ότι της αρέσει να κάθεται με τις ώρες και να κουράζει τα ωραία της μάτια με ιστορίες για αγρίους;’
‘Τώρα τι να σχολιάσω πάνω σ’ αυτό;’
‘Μην φεύγεις απ’ το θέμα. Έχεις αυτή την ικανότητα να ξεγελάς και εμένα ακόμα που η πονηριά έχει ποτίσει τις σάρκες μου’. Υπήρξε μια μικρή παύση που με έκανε να φαντάζομαι τον κύριο Λόνγκχορν να πλησιάζει σε απόσταση αναπνοής το πρόσωπο του Χιλ.
‘Το αν συζητάτε για τη λογοτεχνία ή όχι’ είπε θυμωμένα ‘δεν μ’ απασχολεί ούτε στο ελάχιστο. Ίσως και να το κάνετε, ίσως η γυναίκα μου να έχει βρει καινούρια ενδιαφέροντα. Γι αυτό όμως που σίγουρα κουτσομπολεύετε είναι η συζυγική μας ζωή. Έχεις καταλάβει όμως ποιος φταίει για αυτή μας την κατάντια;’.
Εκείνη τη στιγμή είδα τον πατέρα μου να μπαίνει απ’ την κεντρική είσοδο και αναγκάστηκα να εγκαταλείψω το σημείο στο οποίο βρισκόμουν. Όταν πάλι κατάφερα να επιστρέψω, είχε περάσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Βρήκα τις πόρτες διάπλατα ανοικτές και τον κύριο Λόνγκχορν με γυρισμένη την πλάτη προς τον τοίχο να εξετάζει διεξοδικά ένα εξάντα που συνήθως τοποθετούσε πάνω στο γραφείο του. Τότε, σαν κάποιος να τον σκούντηξε ή σαν να ’νοιωσε μια ριπή ανέμου στ’ αυτί του γύρισε προς το μέρος μου και μου είπε:
‘Αυτός ο Χιλ είναι τόσο άγαρμπος. Μα τόσο άγαρμπος. Σηκώθηκε να φύγει και πέταξε τον εξάντα στο πάτωμα. Ολόκληρο γραφείο μπροστά του δεν το είδε; Ευτυχώς που δεν έσπασαν τα κάτοπτρα’.
‘Ναι’ είπα γελώντας από μέσα μου ‘γιατί την επόμενη φορά που θα βγείτε με το πλοίο για βόλτα δεν θα μπορείτε να προσανατολιστείτε’.
Πέρασε κάμποσος καιρός από κείνη τη μέρα, όταν με κάλεσε η κυρία Λόνγκχορν στο δωμάτιο της. Ήταν Σάββατο μεσημέρι και την Δευτέρα, μόλις θα χάραζε θα φεύγαμε με την άμαξα για το Ντόβερ. Υπέθεσα, γιατί οτιδήποτε άλλο θα μου φαινόταν αδύνατο, παράτολμο, άσκοπο, ότι ήθελε να συζητήσουμε τις τελευταίες λεπτομέρειες για το ταξίδι. Και τα πρώτα της λόγια είχαν όντως να κάνουν μ’ αυτό. Μετά από λίγο όμως βάλθηκε να μου εξιστορεί πως προέκυψε η κρίση με το σύζυγό της.
Απ’ την αρχή της γνωριμίας του κυρίου Λόνγκχορν με τον Χιλ υπήρξε μια έντονη δυσαρέσκεια απ’ την πλευρά του συζύγου της με την δική της στάση σε ότι αφορούσε τον αδελφό της. Διέκρινε μια παθολογική αδυναμία που άγγιζε τα όρια του παράλογου μια και η γυναίκα του πάθαινε κρίσεις πανικού κάθε φορά που ο Χιλ απουσίαζε την περίοδο του καλοκαιριού. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που ερχόταν γιατρός στο σπίτι για να της χορηγήσει ηρεμιστική ένεση. Ο Λόνγκχορν προσπαθούσε να μάθει αν υπάρχει κάποιο φοβερό μυστικό πίσω από αυτή την αρρωστημένη σχέση αλλά από τα λεγόμενα της γυναίκας του δεν έβγαζε άκρη. Έφτασε στο σημείο να προσλάβει έναν ιδιωτικό αστυνομικό για να την παρακολουθήσει χωρίς όμως αποτέλεσμα. Εκείνη σαν να το είχε ήδη καταλάβει περιόρισε τις μετακινήσεις στο ελάχιστο, περνώντας τον περισσότερο χρόνο στο σπίτι τους. Μην μπορώντας τελικά να βρει λύση για αυτήν της την συμπεριφορά, ο Λόνγκχορν έγινε ερειστικός, τον πρώτο καιρό βίαιος στις ερωτικές τους συνευρέσεις και έπειτα άρχισε να αποφεύγει συστηματικά τη συζυγική κλίνη δηλώνοντας της ότι αν επιθυμούσε να επιστρέψει η ομαλότητα στη σχέση τους θα έπρεπε να αλλάξει τη στάση της απέναντι στον αδελφό της και να του απαγορέψει να έρχεται τόσο συχνά στο σπίτι τους. Μια φορά κάθε μήνα αρκούσε.
Ως συνήθως υπήρχε μια λεπτομέρεια που μου διέφευγε. Όταν τοποθετείς στο μυαλό σου με τη σειρά τα γεγονότα που χαρακτηρίζουν μια κατάσταση, τα πρόσωπα που παίρνουν μέρος σ’ αυτά και τις πιθανές αιτίες πέρα απ’ τις προφανείς που δεν καταφέρνουν να ρίξουν φως στα σημεία που θέλεις, είναι πολύ πιθανό να μην βλέπεις αυτό που είναι μπροστά σου. Στην μετατόπιση του κέντρου βάρους προς την σωστή κατεύθυνση συνέβαλλε το ταξίδι με την κυρία μου στη Γαλλία. Πριν απ’ την αναχώρησή μας βέβαια, οι σκέψεις μου είχαν εστιάσει σε ένα άλλο σημείο πολύ πιο ευαίσθητο για μένα αλλά και πολλά υποσχόμενο. Τα πρώτα σχόλια της κυρίας μου είχαν υπονοήσει ερωτικά παιχνίδια, δεν ήθελα να το μεταφράσω αλλιώς. Κι εδώ πάλι μου διέφευγε η ουσία αλλά το δικό μου μυαλό είναι αντρικό. Θα διαλέξει το δρόμο του δόλου αν χρειαστεί και συνήθως πολύ αργότερα. Για την ώρα περίμενα τουλάχιστον να γευτώ τα λεπτά αλλά καλοσχηματισμένα χείλη της γυναίκας που βρισκόταν είκοσι βήματα απ’ την καμπίνα μου.....