Monday, March 31, 2014

Η Μεταμόρφωση - Franz Kafka

 Ήρθε λοιπόν και η σειρά της ‘Μεταμόρφωσης’ ύστερα από ένα πολύ μεγάλο διάστημα χωρίς Κάφκα. Ενός απ’ τους πιο αγαπημένους μου κλασικούς συγγραφείς του οποίου τα έργα πάντοτε θα με γοητεύουν και που τόσο θα ήθελα να μπορούσα να τα διαβάσω στο πρωτότυπο. Είχα μεγάλη περιέργεια να δω τι εντύπωση θα μου έκανε και πάλι η γραφή του ύστερα από τη Δίκη, τον Πύργο, την Αμερική και το Υπερώο που είχα διαβάσει τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια πριν.
Ο Κάφκα είναι πολύ μεγάλος για να χωρέσει στις ‘τηλεγραφικές’ αναρτήσεις μου.


Θα μπορούσα να ξεφύγω απ’ όλα αυτά που έχουν ήδη γραφτεί και να πω ότι το κείμενο του δε μου άρεσε; Αδύνατον! Θα μπορούσα να πω ότι χρειάστηκε να διαβάσω και τον πρόλογο για να το κατανοήσω καλύτερα; Όχι ακριβώς. Υπάρχει η αντίληψη, η ερμηνεία αν θέλετε του καθενός βασισμένη σ’ αυτά που έχει διαβάσει, μελετήσει, ακούσει σχετικά με τη λογοτεχνία. Η οπτική γωνία. Πολλές φορές, ιδιαίτερα σε κλασικά κείμενα, αισθάνεσαι ανεπαρκής μπροστά στο μεγαλείο τους, στην ίδια τους την ιστορία που αναπόφευκτα τα συνοδεύει. Θέλεις να διαβάσεις μετά την ανάγνωση ενός αριστουργήματος όπως αυτό, αναλύσεις από συγγραφείς, κριτικούς, bloggers (ή τουλάχιστον τον πρόλογο!) για να αντιπαραβάλλεις την αίσθηση που αποκόμισες με αυτήν ειδικών και μη.

Για την Μεταμόρφωση έχει χυθεί πολύ μελάνι κι αν ήθελα να περιγράψω την δική μου εντύπωση θα στεκόμουν περισσότερο στο πως παρακάμπτει ο συγγραφέας το ίδιο το γεγονός της παρουσίας του Γκρέγκορ Σάμσα ως τέρας μεταφέροντας το κέντρο βάρους στις ενδοοικογενειακές σχέσεις (ο Σάμσα διαμένει στο ίδιο σπίτι με τους γονείς του και την αδελφή του).
Το βιβλίο είναι μονάχα 120 σελίδες, οι οποίες όμως αποτελούν ένα κείμενο με τεράστιο ειδικό βάρος δομημένο γύρω από ένα σουρεαλιστικό πλαίσιο που εν τέλει κάθε άλλο παρά αυτό είναι. Πραγματικά έξοχο!




Friday, March 28, 2014

Η Ρόουζ είναι νεκρή - διήγημα



‘Ρόουζ’ μουρμούρισε.
Πότε κατέβηκε εκείνη την σαραβαλιασμένη σκάλα και βρέθηκε στο πίσω μέρος του κτιρίου. Πότε έφτασε στο σταθμό του μετρό. Θυμόταν τον ελεγκτή δίπλα στις κυλιόμενες σκάλες που την κοίταξε λες και ήξερε. Το βλέμμα του σκοτεινό, τα δάχτυλα του ίδρωναν, κολλούσαν στο παντελόνι του ενώ την έχανε απ’ το οπτικό του πεδίο καθώς χανόταν ένα επίπεδο πιο κάτω. ‘Ρόουζ’. Τώρα μπορούσε να κλάψει. Για λίγο. Σε μια γωνία ντυμένη με πλακάκια σαν κι αυτά που είχαν οι τουαλέτες ή τα ντους στο κολυμβητήριο ή ο υπόγειος. Οι περισσότεροι είχαν το βλέμμα τους στραμμένο στις γραμμές, σε μια μαύρη τρύπα που έπαυε κάθε λίγα λεπτά να είναι και να γεμίζει λευκό φως. ‘Γιατί έφυγα;’ αναρωτήθηκε.
Δυο αστυνομικοί εμφανίστηκαν απ’ την άλλη μεριά της αποβάθρας. Ήταν ανήσυχοι και φώναξαν να μην επιβιβαστεί κανείς στο τρένο που μόλις είχε σταματήσει και άνοιγε τις πόρτες του. Κόσμος πολύς ξεχύθηκε παρασύροντας σαν κύμα και τους ίδιους. Άφησε δυο μεγαλόσωμους άντρες να την σπρώξουν προς τα πίσω. Λίγα λεπτά αργότερα έβγαινε και πάλι στον δρόμο. Φοβήθηκε ότι είχαν έρθει να την συλλάβουν. Έτρεχε και πάλι και μαζί με εκείνη τα δάκρυα της. Έσπρωξε την πόρτα ενός καφέ και χώθηκε μέσα. Έξω έβρεχε τώρα. Πίσω απ’ τη μπάρα πήγαιναν κι ερχόντουσαν νεαροί άντρες. Ντυμένοι με λευκά πουκάμισα και μαύρα παντελόνια ενώ από πάνω τους δυο τεράστια ηχεία ξέρναγαν μαύρη τζαζ του πενήντα. ‘Η Ρόουζ θα ξετρελαινόταν εδώ. Καημένη’ είπε.
‘Συγνώμη για την ενόχληση, αλλά σας είδα έτσι αναστατωμένη να μπαίνετε και τώρα να μιλάτε μόνη σας. Κάτι μάλλον όχι ευχάριστο θα πρέπει να σας έχει συμβεί’. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι είχε εκφράσει τη σκέψη της μεγαλόφωνα. Ένας κύριος γύρω στα εξήντα, με ένα πρόσωπο που έμοιαζε να έχει βγει από παλιά ταινία του Χόλλιγουντ καθόταν στο διπλανό σκαμνί με ένα ποτήρι γεμάτο ένα διάφανο υγρό με πολλά παγάκια. Κοίταξε το ρολόι της παρόλο που ήξερε περίπου την ώρα.
‘Λίγο νωρίς δεν είναι για αυτό;’ του είπε δείχνοντας το ποτήρι.
‘Εξαρτάται’ της απάντησε.
‘Από τι;’.
‘Από το πώς βλέπει τη ζωή ο καθένας. Έδιωξε τις αφέλειες που είχαν κολλήσει απ’ τη βροχή στο μέτωπο της. Αναρωτήθηκε αν ήθελε στ’ αλήθεια ένα δυνατό καφέ ή ένα δυνατό υπνωτικό. Το σπίτι της ήταν αρκετά μακριά απ’ την περιοχή στην οποία βρισκόταν. Έπρεπε να φτάσει στο τέρμα της δεύτερης γραμμής του μετρό και μετά να πάρει ένα λεωφορείο για μια διαδρομή είκοσι περίπου λεπτών.
‘Λοιπόν, δε θα με ρωτήσετε;’
‘Για τι πράγμα;’. Εκείνη τη στιγμή τους διέκοψε ένας απ’ τους νεαρούς που ετοίμαζαν τα ροφήματα πίσω απ’ τη μπάρα. ‘Καφέ’ είπε τελικά, ‘ένα διπλό εσπρέσο, σκέτο’.
‘Μα, για το πώς βλέπω τη ζωή’. Τα κόκκινα σγουρά μαλλιά της Ρόουζ και το γατίσιο βλέμμα της είχαν θολώσει την όραση της. Αυτή έβλεπε σε ένα παράλληλο σύμπαν, μέσα σε ένα λευκό φόρεμα, τη μέρα του γάμου της. Ο ξένος έφερε το ποτήρι στα χείλη του και κατέβασε δυο μεγάλες γουλιές απ’ το ποτό του. Κοίταξε έξω απ’ το τζάμι, μέχρι την άκρη του απέναντι πεζοδρομίου σαν να έψαχνε για κάτι συγκεκριμένο.
‘Περιμένετε κάποιον;’ τον ρώτησε ενώ μια πρώτη δόση καφεΐνης διέτρεχε το νευρικό της σύστημα.
‘Μπα .. Εσύ;’ Αλλάζοντας τον αριθμό σε ενικό, σαν να άλλαξε και ο ίδιος. Μετακίνησε το σκαμνί του πιο κοντά, το αριστερό του χέρι ακουμπούσε στην πλάτη του δικού της και τα χείλη του απείχαν ένα τσιγάρο απ’ τα δικά της. Της ερχόταν να λιγοθυμήσει. Η εικόνα της Ρόουζ πήγαινε και ερχόταν στη μνήμη της, ο καφές τρυπούσε το άδειο της στομάχι. Αμφέβαλλε για τον ίδιο της τον εαυτό και ο άγνωστος που καθόταν δίπλα της ίσως να ήταν ο μόνος που μπορούσε εκείνη τη στιγμή να την βγάλει από αυτή τη δύσκολη θέση. Θα έδινε τα πάντα για να ξεφύγει κι από εκείνη την ίδια. Κουβέντιασαν για μερικά λεπτά ακόμα αλλά δεν μπορούσε να κρύψει τη δυσφορία της. Ήθελε να απομακρυνθεί όσο μπορούσε απ’ την περιοχή που ζούσε η φίλη της. Μονάχα στο σπίτι της θα αισθανόταν καλύτερα κι ας ήταν παρέα μ’ αυτόν τον ξένο.
Εκείνος πλήρωσε και φύγανε. Μπήκανε σε ένα παλιό μαύρο αυτοκίνητο και διανύσανε όλη την απόσταση μέχρι το σπίτι της βουβοί, ακούγοντας δυο ηλίθιους δημοσιογράφους που πάσχιζαν να τους πείσουν ότι ήταν οι μεσσίες της ενημέρωσης. Η διαδρομή από μόνη της ήταν για κείνη λυτρωτική, σε τέτοιο βαθμό που λίγα χιλιόμετρα πριν φτάσουν στον προορισμό τους είχε ήδη σκεφτεί ότι δεν υπήρχε τελικά λόγος να την κάνει με τον άντρα που καθόταν δίπλα της. Τα χωράφια έκαναν σιγά-σιγά την εμφάνιση τους και τα σπίτια αραίωναν όλο και περισσότερο. ‘Μα, που μένεις;’ της είπε απορημένος ο άγνωστος.
‘Σε ένα τροχόσπιτο’ του είπε. Αναπόφευκτα θυμήθηκε την αντίδραση της Ρόουζ πριν από πολλά χρόνια όταν την είχε επισκεφθεί στο σπίτι της για πρώτη φορά.
‘Μόνη σου;’
‘Ναι’.
‘Δεν φοβάσαι;’ τον πρόλαβε σαν να ρωτούσε τον ίδιο της τον εαυτό. ‘Όχι, έχει κι άλλα, πολλά τροχόσπιτα και λυόμενα σπίτια στην περιοχή. Είναι ένας μικρός οικισμός με πολύ πιο στενές σχέσεις των γειτόνων απ’ ότι σε ένα συμβατικό. Όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο, εδώ νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλο. Ίσως επειδή αισθανόμαστε αποκομμένοι’. Όταν μπήκαν στο σπιτάκι ο ξένος βάλθηκε να εξερευνεί όλους τους χώρους χωρίς να την ρωτήσει. Ίσως και να το θεωρούσε αυτονόητο μια και τον είχε αφήσει να έρθει χωρίς καμία αντίρρηση.
‘Καλά, πως προέκυψε αυτό το μέρος;’ την ρώτησε σαν να ήταν ένας παλιός φίλος που είχε καιρό να την δει και παρατηρούσε μια ξαφνική αλλαγή στη ζωή της. Ένοιωθε ότι σύντομα θα ξανακυλούσε στο δράμα και την αμφιβολία και πριν προλάβει το μυαλό της να ανταποκριθεί έπιασε το κεφάλι του άγνωστου και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του. Φιλούσε μια προσωρινή λύση αλλά εκείνη τη στιγμή της ήταν αρκετό. Γδύθηκε πριν καλά καλά την αγγίξει και ανέβηκε επάνω του ενώ εκείνος είχε χάσει την ισορροπία του και είχε βρεθεί καθιστός στον καναπέ. Έκαναν έρωτα μέσα σε μια ζάλη που κράτησε μισή ώρα.  Δεν κατάφερε να τελειώσει. Όλο αυτό το διάστημα προσπαθούσε να κάνει αυτό ακριβώς ενώ ο άγνωστος διατηρούσε μια παθητική στάση μην βρίσκοντας τρόπο να ανακόψει την ορμή της.
Όταν τελείωσε εκείνος, φρόντισε να ντυθεί γρήγορα σαν να φοβόταν ότι θα υπάρξει και συνέχεια και ότι δε θα μπορούσε να ανταποκριθεί. Η Μάνια καθισμένη γυμνή στην άλλη άκρη του καναπέ, έβγαλε τις λέξεις που από το πρωί πλημμύριζαν το μυαλό της.
‘Η Ρόουζ είναι νεκρή’. Ο άγνωστος φάνηκε να εκπλήσσεται.
‘Το περίμενα ότι κάποια στιγμή η κουβέντα θα ’ρχόταν στη φίλη σου, αλλά δεν ήθελα να σε πιέσω. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ όμως ότι κάτι τόσο άσχημο είχε συμβεί. Εννοείς ότι …’.
‘Τη δολοφόνησαν, τη βρήκα σήμερα το πρωί στο διαμέρισμα της. Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Δεν είμαι σίγουρη για τον εαυτό μου. Μπορεί να το ’κανα εγώ’.
‘Εσύ; Μα πως; Αφού εσύ τη βρήκες’.
‘Είχαμε βγει χθες βράδυ και γυρίσαμε μεθυσμένες. Το πως έφυγα απ’ το σπίτι της και γύρισα στο δικό μου δεν θυμάμαι. Έχω ένα τεράστιο κενό μνήμης. Απ’ αυτά που σου αφήνει το αλκοόλ. Πρέπει να πήρα ταξί. Το θέμα όμως είναι αν είχα κάνει κάτι τρομερό πριν φύγω  … Γι αυτό και γύρισα πίσω το πρωί και την βρήκα …’
‘Είχες λόγους να την σκοτώσεις; Αν κατάλαβα καλά ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσες’.
‘Ναι, η Ρόουζ ήταν σαν αδερφή μου. Την είχα γνωρίσει πριν μερικά χρόνια κάτω από αρκετά περίεργες συνθήκες’.
‘Δηλαδή;’
‘Ήταν έτοιμη να αυτοκτονήσει, να πηδήξει σε ένα γκρεμό. Έκανα πεζοπορία και είχα αποσπαστεί απ’ την ομάδα με την οποία είχα ανέβει στο βουνό. Είναι κάτι που μ’ άρεσε συχνά να κάνω αλλά εκείνη τη μέρα είχα απομακρυνθεί αρκετά. Περπατούσα αφηρημένη και τότε την είδα, σε ένα ξέφωτο που από κάτω του έχασκε ένας απύθμενος γκρεμός’.
‘Πως κατάλαβες ότι ήταν έτοιμη να πηδήξει;’.
‘Μου το είπε μετά. Αφού της φώναξα. Δεν είχε βέβαια το θάρρος να το κάνει. Τουλάχιστον όχι εκείνη τη μέρα. Δυστυχώς το επιχείρησε άλλες δυο φορές χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τον τελευταίο καιρό, εδώ και μερικούς μήνες φαινόταν πολύ καλά. Δε μου μιλούσε πια καθόλου για το παρελθόν της. Ήλπιζα ότι είχε καταφέρει να ισορροπήσει τη ζωή της. Έβλεπε και ένα ψυχολόγο …’.
‘Και πως ξέρεις ότι δολοφονήθηκε; Μπορεί να αυτοκτόνησε’.
‘Ο λαιμός της ήταν μελανιασμένος …’. Δεν άντεξε, έπιασε τους ώμους της, ακούμπησε το πηγούνι της στα μέλη της και έβαλε τα κλάματα. Εκείνος την πλησίασε και την πήρε μια χλιαρή αγκαλιά.
Η Ρόουζ περνούσε άλλη μια από αυτές τις κρίσεις μελαγχολίας, κάτι που όπως η ίδια της είχε εκμυστηρευθεί, της συνέβαινε από τότε που έχασε τον άντρα της. Αλλά οι συνθήκες που αυτό είχε συμβεί ήταν ένα ανομολόγητο μυστικό. Μέχρι το χθεσινό βράδυ. Η κακή της διάθεση, μερικά μπουκάλια κρασί και η επιμονή της φίλης της έφεραν στο φως ένα δράμα που επαναλαμβανόταν σαν το βίωνε εκ νέου, ξανά και ξανά. Οι κρίσεις που της προκαλούσε την έφερναν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Είχε κουραστεί. Αυτό της έλεγε. Είχε κουραστεί να ζει με μια σκιά πάνω απ’ το κεφάλι της, ένα σύννεφο που δεν έλεγε να διαλυθεί. ‘Θα ήθελα να μπορούσες να βάλεις εσύ ένα τέλος σε όλο αυτό’ της είχε πει. ‘Ξέρω ότι δεν θα το έκανες ποτέ, αλλά για μένα θα ήταν η λύτρωση που δεν έχω το κουράγιο να δώσω μόνη μου, στον εαυτό μου. Δεν θέλω να ζω και να βλέπω τον άντρα μου να με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα που είχε στο πρόσωπο του δευτερόλεπτα πριν πεθάνει’. Η Ρόουζ είχε γνωρίσει τον άντρα της σε ένα ταξίδι στην Ρόδο. Πήγαινε διακοπές με φίλες και εκείνος ταξίδευε από την πρωτεύουσα για δουλειές. Ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος. Καθόντουσαν ο ένας δίπλα στον άλλο και η κουβέντα ξεκίνησε χωρίς ούτε οι ίδιοι να το καταλάβουν. Γρήγορα η σχέση τους εξελίχθηκε σε ένα καλοκαιρινό ειδύλλιο και έπειτα σε ένα γάμο το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, με τον έρωτα τους να συνεχίζεται με αμείωτη ένταση τον πρώτο καιρό. Και ύστερα, ένα απόγευμα, ο άντρας της έπαθε ένα καρδιακό επεισόδιο. Ένα έμφραγμα που λίγο έλλειψε να τον στείλει στον άλλο κόσμο. Η ζωή τους άλλαξε, ο άντρας της δεν μπορούσε να ικανοποιεί τις σεξουαλικές της ανάγκες και η Ρόουζ έφτασε στα πρόθυρα να τον εγκαταλείψει. Εκείνος βλέποντας ότι ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα την έχανε, την άφησε ελεύθερη να πηγαίνει με όποιον θέλει με μοναδικό όρο να βρίσκεται και εκείνος παρών στις ερωτικές περιπτύξεις για να εξασφαλίζει μ’ αυτό τον τρόπο την ασφάλεια της. Και έτσι ξεκίνησε μια νέα ερωτική περίοδος για κείνη, που καθώς περνούσε ο καιρός γινόταν όλο και πιο απαιτητική φέρνοντας τον ένα σύντροφο μετά τον άλλο, βρίσκοντας μια διέξοδο στο δικό της αδιέξοδο. Αυτό που την εμπόδιζε να εγκαταλείψει τον άντρα της λόγω τύψεων. Μια τέτοια βραδιά, η ένταση και η στεναχώρια που τον κυρίευαν κάθε φορά που την έβλεπε να δίνεται στους ξένους άντρες σταμάτησαν την καρδιά του δίνοντας στην Ρόουζ μια απρόσμενη λύση. Ύστερα απ’ τον χαμό του άντρα της πίστεψε ότι θα ξανάφτιαχνε την ζωή της απ’ την αρχή. Όμως, οι ερωτικές συνευρέσεις συνεχίστηκαν με αμείωτο ρυθμό, οι τύψεις την κυνηγούσαν τα βράδια στον ύπνο της.
‘Η Ρόουζ άρχισε να πίνει. Παράτησε τη δουλειά της και κυλιόταν απ’ το ένα κρεβάτι στο άλλο. Ήταν παραπάνω από εμφανές ακόμα και σε μένα που μόλις την είχα γνωρίσει ότι είχε σοβαρά προβλήματα. Σε εμένα για κάποιο λόγο βρήκε τη φωνή της λογικής που δεν δεχόταν από κανένα άλλο. Την έπεισα να πάει σε ένα ψυχολόγο. Ξεκίνησε τις συνεδρίες και ύστερα από μερικούς μήνες η κατάσταση βελτιώθηκε. Η Ρόουζ έγινε σχεδόν άλλος άνθρωπος. Το μόνο που είχε μείνει από την παλιά της ζωή ήταν η ευκολία να πλαγιάζει με τους άντρες’.
‘Ναι, το ξέρω’. Η φράση γλίστρησε απ’ τα χείλια του αγνώστου αυθόρμητα, σχεδόν αθόρυβα, ενώ η ματιά του καρφωμένη σε κάποιο άψυχο υλικό που βρισκόταν μέσα στο τροχόσπιτο έκρυβε μια μεγάλη ταραχή. Η Μάνια γύρισε να τον κοιτάξει έκπληκτη, πριν προλάβει ο τρόμος να την κυριεύσει, μα εκείνος καθώς ξεκίνησε να μιλάει, έσφιγγε ολοένα και περισσότερο το δεξί του χέρι που είχε περάσει πριν λίγο γύρω απ’ το λαιμό της. Εκείνη προσπάθησε μάταια να ελευθερωθεί κουνώντας σπασμωδικά το κορμί της.
‘Ησύχασε γιατί σε λίγο δεν θα σου μείνει αέρας για ν’ αναπνεύσεις. Η Ρόουζ ήταν μια γοητευτική γυναίκα. Τόσο γοητευτική που η έντονη παρουσία της με έκανε να ξεχνάω την επαγγελματική μου ιδιότητα και να της φέρομαι όπως ακριβώς θα έκανα σε μια γυναίκα με την οποία ήμουν ερωτευμένος. Χρειαζόταν βοήθεια και πίστεψε με έκανα ότι περνούσε απ’ το χέρι μου για να την κάνω να ξεπεράσει τον χαμό του άντρα της. Και για ένα διάστημα είχα πιστέψει ότι το είχε καταφέρει. Κι ότι η σχέση μας θα εξελίσσονταν στον έρωτα της ζωής μου. Κι ύστερα ανακάλυψα τυχαία ότι συνέχιζε να πηγαίνει με άλλους. Την είδα μια μέρα έξω από ένα καφέ με ένα τύπο και την ακολούθησα. Την επομένη ακύρωσα όλα μου τα ραντεβού και την έστησα έξω απ’ το σπίτι της. Συναντήθηκε με άλλο άντρα. Για μια βδομάδα πήγαινα σαν υπνωτισμένος στο ίδιο μέρος και περίμενα να έρθει. Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι η Ρόουζ ήταν μια τελειωμένη υπόθεση. Ότι έπρεπε πια να την αφήσω στην τύχη της και να φτιάξω τη δική μου. Σταμάτησα να απαντάω στα μηνύματα της, μέχρι που ήρθε να με βρει στο γραφείο μου αλλά η γραμματέας μου την έδιωξε. Χθες βράδυ με πήρε για πολλοστή φορά τηλέφωνο κλαίγοντας, παρακαλώντας με να τη βοηθήσω. Αρνήθηκα κι έπεσα για ύπνο. Μετά από τρεις ώρες στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι, ντύθηκα και πήγα να τη βρω. Όταν έφτασα έξω απ’ το σπίτι της είδα ένα άντρα να φεύγει. Θόλωσα. Με το που μου άνοιξε την πόρτα την χτύπησα. Έπεσα πάνω της και άρχισα να της σφίγγω το λαιμό. Δεν ήξερα τι έκανα …’. Το αριστερό του χέρι υποβοηθούσε τώρα το δεξί κάνοντας την λαβή ακόμα πιο σφιχτή.
‘Σε είδα την ώρα που έβγαινα απ’ το σπίτι της να μπαίνεις στον κήπο. Κρύφτηκα πίσω από ένα δέντρο μα δεν ήξερα αν είχες προλάβει να με δεις. Όταν βγήκες και πάλι απ’ την πίσω πλευρά κουτρουβαλώντας την εξωτερική σκάλα της κουζίνας, σ’ ακολούθησα με σκοπό να σου μιλήσω μα βάλθηκες να τρέχεις και φοβήθηκα ότι αν σε κυνηγούσα θα έβαζα σε υποψίες την γειτονιά. Έπειτα σ’ έχασα και μπήκα στο καφέ, εκεί όπου εμφανίστηκες μετά από λίγο και πάλι απ’ το πουθενά’
‘Και πως τόλμησες να παίξεις όλο αυτό το θέατρο; Τι σόι αναίσθητο κτήνος είσαι εσύ που ύστερα από όλα αυτά, έκανες έρωτα μαζί μου;’
‘Το έκανα για τον ίδιο λόγο που το έκανες και εσύ. Μονάχα που εγώ ήξερα, δεν είχα αμφιβολίες για το αν την είχα σκοτώσει ή όχι. Είχα τύψεις, ήμουν μπερδεμένος. Και είμαι ακόμα. Ήθελα κάποιον να μιλήσω αλλά δυστυχώς το μυστικό μου πρέπει να το πάρεις μαζί σου στον τάφο. Δεν θέλω να με πιάσουν, τ’ ακούς; Δεν θέλω’. Η Μάνια έκανε την ύστατη προσπάθεια για να ελευθερωθεί δαγκώνοντας με όλη της τη δύναμη τον πήχη που της πίεζε το σαγόνι. Ο ξένος έβγαλε μια κραυγή σαν πονεμένο άγριο ζώο ενώ η Μάνια κατάφερνε μια δυνατή αγκωνιά στα γεννητικά του όργανα.
Σε λίγο έτρεχε ανάμεσα απ’ τα τροχόσπιτα φωνάζοντας βοήθεια. Και έπειτα, σαν όλα να τυλίχτηκαν στην σιωπή. Οικίες φυσιογνωμίες έρχονταν προς το μέρος της δίχως να ακούγεται τίποτα. ‘Ρόουζ’ μουρμούρισε για μια ακόμη φορά και λιποθύμησε.
Τέλος


Friday, March 14, 2014

Αύριο στην μάχη να με σκεφτείς - Javier Marías


Δεν είναι πολλές οι φορές που επιλέγω ένα συγγραφέα του οποίου το στυλ θα ήθελα να έχω υιοθετήσει και να τοποθετώ τον εαυτό μου στη θέση του με μια ντουζίνα πετυχημένα βιβλία στο ενεργητικό μου. Συνήθως μ' αρέσει να παίρνω χαρακτηριστικά του ενός και του άλλου και να τα ανακατεύω σε ιδανικές δόσεις φτιάχνοντας ένα εκρηκτικό μίγμα στη φαντασία μου. Γιατί να περιορίζεσαι μόνο σε έναν; Απ' την άλλη όμως αν ήθελα πραγματικά να μοιάσω σε κάποιον, αυτός ή αυτή θα ήθελα να είναι σύγχρονος και κλασικός μαζί, με κοινωνικές αλλά και μεταφυσικές ανησυχίες και ποιοτικό χιούμορ. Στην ερώτηση ποιός θα μπορούσε να 'ταν αυτός από εκείνους/ες που έχω διαβάσει πάλι δεν θα μπορούσα να απαντήσω αφού θα μου 'ρχονταν 5-6 έτσι για αρχή και δεν θα έβγαινε άκρη. Εκτός αν όπως αυτές τις μέρες τύχει και διαβάζω κάποιο βιβλίο συγγραφέα που αισθάνομαι πιο κοντά από άλλους - ξέρετε, αυτούς που για κάποιο λόγο τα κείμενα τους μπαίνουν στην ψυχή μας, τότε σίγουρα θα έρθει το όνομα του αμέσως κατά νου. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό του Χαβιέ Μαρίας.
Ύστερα λοιπόν απ' την 'Καρδιά τόσο άσπρη' που με είχε κάπως ξενίσει (στις πρώτες σελίδες) αλλά εν τέλει ενυπωσιάσει, ήρθε τώρα το 'Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς' να με ενθουσιάσει και να αναφωνήσω πάνω απ' το πληντύριο ρούχων που κουνιέται σα τρελό, για να μην με ακούσουν οι υπόλοιποι στο σπίτι και με πάρουν στο ψηλό, cuanto me gustaria escribir como tu (πόσο θα μ' άρεσε να γράφω όπως εσύ). Μην αναζητήσετε περί τίνος πρόκειται σ' αυτό το κείμενο. Αν και υποτίθεται ότι γι αυτό πρέπει να γράψω. Θα περιοριστώ μονάχα στο να 'πω' ότι είναι μια υπέροχη έκπληξη. Βρείτε το και διαβάστε το, στα ελληνικά, στα ισπανικά. Σε ότι θέλετε τέλος πάντων. Εγώ έχω βάλει πλώρη για το επόμενο.
Εν τέλει όμως και μ΄αυτό το αριστούργημα κατά νου, τι μπορεί να ζητάω απ' το γράψιμο εκτός απ' το να ολοκληρώνω τις περισσότερες φορές τις ιδέες μου; Αν κι αυτό από μόνο του δεν είναι δα για μένα και μικρό επίτευγμα, ναι, θα επιζητώ πάντα αχτίδες ποιότητας που θα με πείθουν ότι πρέπει να συνεχίσω, αλλά πάνω απ' όλα ένα ψήγμα απ' την μαγεία που πηγάζει από ένα εξαιρετικό κείμενο όπως αυτό του ισπανού συγγραφέα.


Saturday, March 8, 2014

Η αντίστροφη πορεία του χρόνου


Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Ν. ο ανελκυστήρας θα βρισκόταν μπροστά του σε έξι δευτερόλεπτα. Υπήρχαν μέρες που τα συρματόσχοινα του χαλύβδινου κουβούκλιου με τις μεγάλες γυάλινες επιφάνειες γλιστρούσαν πιο γρήγορα στις τροχαλίες. Μέρες ζεστές που ευνοούσαν την τριβή. Η σημερινή δεν ήταν μια από αυτές. Φλεβάρης μήνας κι ο κόσμος ετοιμαζόταν να βάλει μάσκες, να ντυθεί με χρώματα, να φορέσει ρούχα από άλλες εποχές και να υποδυθεί ένα άλλο ρόλο, διαφορετικό από αυτόν που υποδυόταν καθημερινά.
Ο Ν. μπήκε στον ανελκυστήρα με δύο άντρες. Αν έφθαναν μέχρι τον τρίτο όροφο θα πρόφταινε να καταγράψει αρκετές λεπτομέρειες στο μυαλό του. Τόσες όσες θα χρειαζόταν για να δημιουργήσει στο τεφτεράκι του το προφίλ τους. Σε κάθε περίπτωση κι ο ίδιος δεν θα κατέβαινε πριν το τέλος της διαδρομής. Μόλις θα άνοιγαν οι πόρτες θα έτρεχε στην άλλη άκρη του ορόφου, σε ένα σημείο όπου μαζεύονταν υπάλληλοι απ’ τα γύρω μαγαζιά για να καπνίσουν και εκεί θα άνοιγε το μπλοκάκι του και με ένα μισοτελειωμένο κάρβουνο θα σχεδίαζε το σκαρίφημα του καθενός· σε ένα μικρό μπαλκόνι απ’ όπου μπορούσε κανείς να χαζέψει το πάρκο που βρισκόταν απέναντι. Τέτοια ώρα, μεσημεράκι ήταν, γέμιζε με μητέρες, καρότσια με μωρά και παιδιά που μόλις είχαν σχολάσει. Ο Ν. αισθάνθηκε μια μικρή αδιαθεσία. Το κεφάλι του βάρυνε, ζαλίστηκε. Ο αυχένας του, του δημιουργούσε συχνά πυκνά προβλήματα. Ακούμπησε για λίγο πάνω στο τζάμι και έπειτα συνήλθε.
Ο Ν. ήταν άνεργος εδώ και κάμποσα χρόνια. Είχε απολυθεί από μια εταιρία δημοσκοπήσεων και λίγο πιο πριν από ένα λογιστικό γραφείο. Και στις δύο περιπτώσεις δεν υπήρχε λάθος, κάποιο σφάλμα που να είχε στοιχίσει χρήμα ή πελάτες. Και στις δυο περιπτώσεις δεν υπήρχε οκνηρία ή αδιαφορία. Ο Ν. εισέπραττε μόνο κολακευτικά σχόλια κι ένα πενιχρό μισθό. Ήταν μια σκιά που διεκπεραίωνε επιμελώς τη δουλειά του. Δεν παραπονιόταν για τίποτα και κανένα. Η ζωή του ξεκινούσε ουσιαστικά το απόγευμα όταν μετά από ένα ζεστό μπάνιο, έβγαινε για μια βόλτα στην πόλη παρέα με το μπλοκάκι του και με τα μισοτελειωμένα κάρβουνά του.
Ο Ν. διάλεγε αστικές τοποθεσίες που του προκαλούσαν το ενδιαφέρον. Κτήρια ή κατασκευές με έντονο γεωμετρικό προφίλ. Δραματικές κλήσεις, οξύρρυγχες συνθέσεις, τρίγωνα από μπετόν και στοιχεία της φύσης, εξωτερικοί και εσωτερικοί χώροι μουσείων. Σε κάθε μέρος περνούσε αρκετό καιρό, το επισκεπτόταν ξανά και ξανά μέχρις ότου νοιώσει ότι ήταν κι αυτός ένα αναπόσπαστο μέλος του και ξεκινήσει να το σκιτσάρει στο μπλοκάκι του. Πρώτα τις φόρμες κι έπειτα τα πρόσωπα που παρατηρούσε ότι επαναλαμβανόντουσαν σε κάθε του επίσκεψη. Μετά επέστρεφε στο σπίτι κι ετοίμαζε με μεγάλη φροντίδα τον χώρο στον οποίο θα τοποθετούσε τα γεμάτα σκίτσα σημειωματάρια του. Είχε κατασκευάσει μια μικροσκοπική βιβλιοθήκη από πεπιεσμένο χαρτί, η οποία με τα χρόνια γινόταν ολοένα και μεγαλύτερη με τις επεκτάσεις που της προσέθετε. Τα πολύχρωμα σημειωματάρια με το σκληρό πλαστικό εξώφυλλο που έμοιαζε με δέρμα περιείχαν ασπρόμαυρα πορτρέτα κι απεικονίσεις από την Ελλάδα και την Ιταλία. Ο Ν. επισκεπτόταν συχνά τη γειτονική χώρα όπου διέμενε η αδελφή του φροντίζοντας να έχει πάντα μαζί του τα ‘εργαλεία’ για να εξασκήσει την αγαπημένη του ενασχόληση. Τα ταξίδια σταμάτησαν με την απώλεια της τελευταίας του δουλειάς στην εταιρία δημοσκοπήσεων.
Ο Ν. αισθανόταν ότι στο φτωχικό του διαμέρισμα τον περίμενε πάντα μια μεγάλη οικογένεια. Οι φίλοι του, οι έρωτες του, τα αγαπημένα του μέρη, οι συνήθειες του. Ο μικρόκοσμος με τις μαύρες καλλιτεχνικές μουτζούρες ήταν σαν τις ιστορίες που του άρεσε να φτιάχνει όταν ήταν μικρός, κάθε που έσβηνε το φως και το παιδικό του δωμάτιο βυθιζόταν στο σκοτάδι. Τότε, που για να ξορκίσει τον φόβο που του προκαλούσαν οι σκιές που βουτούσαν απ’ το παράθυρο και απλώνονταν στα παιχνίδια που ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα μπροστά απ’ το κρεβάτι, σκάρωνε παραμυθάκια με τους πρωταγωνιστές της ημέρας. Άλλοτε τους συμμαθητές του, τη δασκάλα του κι άλλοτε περαστικούς, πλανόδιους πωλητές, κι ότι άλλο είχε καταγράψει το μικρό του μυαλουδάκι εκείνη τη μέρα.
Έτσι και τώρα ο ‘καρβουνιασμένος’ κόσμος είχε καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξης του αφήνοντας κάποια μικρά παράθυρα απ’ όπου έμπαινε το σκληρό φως της πραγματικότητας. Ένα αναγκαίο κακό για την στοιχειώδη ισορροπία της ύπαρξης του. Υπήρχε κι ένα κομμάτι απ’ αυτήν που δεν είχε όπως οι περισσότεροι άνθρωποι καταφέρει να βολέψει στο μυαλό του. Κι αυτό δεν ήταν άλλο απ’ το τέλος της. Έψαχνε να βρει τη λύση του μυστηρίου, αυτή που κανείς δεν μπορεί να διακρίνει, κι η καρδιά του σφιγγόταν όταν σκεφτόταν το πέρασμα στην άλλη όχθη. Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι το μαύρο που τόσο αγαπούσε θα γέμιζε κάποια μέρα απ’ άκρη σ’ άκρη το σημειωματάριο της ζωής του κι ότι ο ίδιος δεν θα έβγαινε ποτέ πια στο φως. Με την απώλεια της δουλειάς του πολλαπλασιάστηκαν οι ελεύθερες ώρες και το μυαλό του επανερχόταν συχνά πυκνά σ’ αυτό το αδιέξοδο.
Εκείνο το μεσημέρι, δύο δευτερόλεπτα μετά την επιβίβασή του στον ανελκυστήρα, έγινε διακοπή ρεύματος. Η καμπίνα ακινητοποιήθηκε μεταξύ δεύτερου και τρίτου ορόφου. Ο ένας απ’ τους δύο άντρες έψαξε τις τσέπες του για να βρει το κινητό του. Ήταν ήδη εκνευρισμένος μ’ αυτή την αναπάντεχη εξέλιξη. Είτε υπήρχαν, είτε όχι άλλοι μαζί του, δεν έμοιαζε να έχει καμία σημασία.
Στην άλλη άκρη της γραμμής κάποιος ή κάποια υπέμενε τις σύντομες αγχωμένες φράσεις του. ‘Να πάρεις αμέσως την πυροσβεστική. Θα τρελαθώ εδώ μέσα. Έχω συνάντηση σε λίγα λεπτά. Κι άμα κλείσουν οι πόρτες δεν πρόκειται να ξανανοίξουν παρά μονάχα όταν θα ’χει τελειώσει. Και τότε θα είναι πολύ αργά. Θα την έχω χάσει τη δουλειά, καταλαβαίνεις;’ Ο άλλος άντρας είχε γυρίσει το κεφάλι του και κοιτούσε τον Ν. μειδιώντας. ‘Πόσο εύκολα χάνουμε τον κόσμο κάτω απ’ τα πόδια μας’ του είπε κοιτάζοντας με νόημα προς τα κάτω, στο διάφανο πάτωμα απ’ όπου μπορούσε να δει κανείς επισκέπτες του εμπορικού κέντρου να πηγαινοέρχονται. ‘Μια μικρή αναποδιά αρκεί πολλές φορές για αυτό που νομίζουμε ότι είναι η καταστροφή. Βιάζεσαι και εσύ μήπως;’
‘Όχι, καθόλου θα έλεγα’ του απάντησε κάπως χλιαρά ο Ν. που φαινόταν να έχει απαλλαχθεί απ’ την ζαλάδα του. Δεν του είχε κάνει και πολλή καλή εντύπωση το ότι ο ψηλός άντρας με τα βόρεια χαρακτηριστικά του είχε απευθύνει το λόγο στον ενικό. Η καμπίνα ξεκίνησε ξαφνικά και πάλι, αλλά σχεδόν αμέσως μετά σταμάτησε με ένα δυνατό τράνταγμα. Απ’ το τσαντάκι που είχε περασμένο στη μέση του γλίστρησε το μικρό του σημειωματάριο και βρέθηκε στο γυάλινο δάπεδο, δίπλα ακριβώς απ’ τα πόδια του μεγαλόσωμου άντρα. Εκείνος έκανε ένα βαθύ κάθισμα για να το πιάσει πριν καλά-καλά προλάβει να σκύψει ο Ν. και το άνοιξε αδιάκριτα σε μια σελίδα πριν του το δώσει. ‘Ω, μα πολύ ενδιαφέρον’ αναφώνησε. ‘Ζωγράφος είσαι;’ Του είπε αποκαλύπτοντας με ένα πλατύ χαμόγελο μια ολόλευκη οδοντοστοιχία. Ο Ν. έπρεπε να απαντήσει παρόλο που δυσανασχετούσε που κάποιος που μόλις είχε γνωρίσει έριχνε μια ματιά στην ιδιωτική του ζωή. Δεν θυμόταν πάντως να έχει αφήσει ανοιχτό το φερμουάρ της μπροστινής θήκης όπου φύλαγε το τεφτέρι του.
‘Όχι ακριβώς’ είπε ενοχλημένα και έκανε να το πάρει πίσω. Ο άντρας το κράτησε για μερικά δευτερόλεπτα κοιτάζοντας τον επίμονα και μετά του το έδωσε.
‘Ξέρεις; Μου ’ρθε μια ιδέα’. Εκείνη τη στιγμή το ηλεκτρικό ρεύμα επανήλθε και η καμπίνα ξεκίνησε και πάλι την ανοδική της πορεία. Ο άλλος άντρας που βρισκόταν μαζί τους, είχε ήδη πατήσει το κουμπί του τελευταίου ορόφου μόλις αντιλήφθηκε ότι ο πίνακας ελέγχου είχε φωτιστεί και πάλι. Όλο αυτό το διάστημα δεν πρέπει να είχε πάρει το βλέμμα του από πάνω του. Σε λίγο βρέθηκαν κι οι τρεις στον διάδρομο του τελευταίου ορόφου που ήταν γεμάτος από εμπορικά καταστήματα και εταιρικά γραφεία.  ‘Λοιπόν; Σε ενδιαφέρει να σου πω; Θα βγάλεις καλά λεφτά αν μας το εγκρίνουν’.
Ο Ν. έψαχνε να βρει τι ήταν αυτό που θα μεταμόρφωνε στα μάτια του τον άγνωστο σε μια σπουδαία ευκαιρία που του είχε πετάξει η τύχη απ’ το πουθενά. Το ντύσιμό του, τα συνηθισμένα χαρακτηριστικά, οι ανώδυνες κινήσεις του δεν θα τον έκαναν να ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος. Δεν ήταν ο τύπος του ανθρώπου που θα καθόταν να σκιτσάρει λίγο πιο μετά, όταν πια θα είχαν τελειώσει ότι ήταν να πούνε κι ο καθένας θα τραβούσε τον δρόμο του.
‘Να μας εγκρίνουν τι ακριβώς;’ Τον ρώτησε.
‘Αν έχεις λίγο χρόνο θα σου εξηγήσω. Τομ με λένε, πάμε να πιούμε μια μπύρα; Απ’ ότι μου είπες πριν δεν βιάζεσαι’. Κάθισαν σε ένα μικρό καφέ στην άκρη του διαδρόμου.
‘Να υποθέσω ότι υπάρχουν κι άλλα σημειωματάρια σαν κι αυτό; Πίνακες ίσως;’
‘Πίνακες όχι. Μόνο σημειωματάρια. Αλλά πες μου, γιατί σε ενδιαφέρουν τόσο πολύ;’
‘Είμαι ηθοποιός. Σε λίγο καιρό θα ξεκινήσουν τα γυρίσματα μιας ταινίας που πρωταγωνιστώ. Ο κεντρικός ήρωας είναι ένας νευροχειρουργός, ο Πήτερ, ένας μοναχικός άνθρωπος αφοσιωμένος στην επιστήμη του, παθιασμένος, που επιθυμεί διακαώς με την έρευνα του να δώσει απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Αλλά πιο πολύ σε ένα: το τι γίνεται μετά’
‘Μετά;’
‘Αφού φύγουμε απ’ τη ζωή. Για να βρίσκει κάποια ισορροπία μέσα στον κόσμο στον οποίο κινείται, ένα συνδετικό κρίκο με την πραγματικότητα, σκιτσάρει πρόσωπα και πράγματα. Να, καλή ώρα όπως εσύ. Και τα εκθέτει σε τακτά χρονικά διαστήματα σε διάφορες αίθουσες τέχνης, προσκαλώντας ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζεται, στις μοναδικές εκδηλώσεις στις οποίες μπορεί κάποιος να επικοινωνήσει μαζί του χωρίς να χρειάζεται να μιλάει για τις έρευνες του και την πρόοδο τους. Βέβαια, όπως πάντα σε τέτοιες ιστορίες υπάρχει και κάτι άλλο. Κάτι που πρέπει να κρατήσει το θεατή στη θέση του για να μη φύγει στο διάλειμμα. Κι αυτό το κάτι δεν είναι άλλο από ένα έρωτα. Ένα έρωτα ανομολόγητο. Νομίζω ότι ήδη θα ’χεις καταλάβει για ποιο λόγο έδειξα ενδιαφέρον για τα σκίτσα σου.’
‘Προφανώς για να τα χρησιμοποιήσεις σαν έτοιμο υλικό για την ταινία’ του είπε ο Ν.
‘Ακριβώς. Πιστεύω ότι ο σκηνοθέτης θα ενθουσιαστεί με την ιδέα. Μετά βέβαια θα πρέπει να πείσουμε και τον παραγωγό αλλά δεν μπορεί, θα τη βρούμε την άκρη. Φτάνει να θέλεις. Ασφαλώς θα συζητηθεί και η αμοιβή σου’.
‘Με τη γυναίκα τι γίνεται;’ τον ρώτησε ο Ν.
‘Χαίρομαι που αυτά που σου  είπα σου προξένησαν το ενδιαφέρον. Αυτό θα πει ότι είσαι θετικά προδιατεθειμένος. Κοίτα τι θα κάνουμε λοιπόν. Πάρε αυτά’ του λέει και βγάζει κάποια διπλωμένα χαρτιά από το σακίδιο του ‘και διάβασε την ιστορία. Εγώ πρέπει να φύγω. Έχω ένα ραντεβού με τον ατζέντη μου. Θα του μιλήσω και για σένα επί τη ευκαιρία. Τα λέμε αργότερα.’ Ο Τομ άφησε τον Ν. στο καφέ και χάθηκε πίσω από δύο μεγάλες γυάλινες πόρτες που βρισκόντουσαν ακριβώς απέναντι απ’ το τραπεζάκι στο οποίο είχαν καθίσει.
Το κείμενο ήταν φωτοτυπίες απ’ το δακτυλογραφημένο πρωτότυπο. Δεν υπήρχε τίτλος, μονάχα αρίθμηση σελίδων. Ό Ν. έπιασε να το διαβάσει απ’ την αρχή:
‘Υπήρχαν τρία σημεία. Στο πρώτο:’
‘Μια γυναίκα κάθεται πίσω από ένα παράθυρο σε μια παλιά κουνιστή πολυθρόνα και κοιτάζει έξω, μακριά, προς τη θάλασσα. Είναι πολύ σκληρό να βλέπεις κάποιον που δε γνώρισες’ μουρμουράει. Πίστευε ότι ύστερα από τόσους μήνες όλα είχαν υποχωρήσει σιγά-σιγά στο πίσω μέρος του μυαλού της και τίποτα δεν μπορούσε να της φέρει τον ενθουσιασμό και τη λαχτάρα του πρώτου καιρού. Τότε, που αλληλογραφούσε με έναν άγνωστο. Τότε, που τα ζεστά μεσημέρια ξάπλωνε στο άδειο συζυγικό κρεβάτι και ταξίδευε ηδονικά στην οθόνη του ταβανιού. Η σχέση με τον Πήτερ ήταν απ’ την αρχή καταδικασμένη. Κανείς απ’ τους δυο δεν είχε σκοπό να θυσιάσει την οικογενειακή του γαλήνη για ένα καπρίτσιο που είχε ξεκινήσει με χαρτί, μελάνι και λέξεις και συνεχιζόταν μ’ αυτό τον τρόπο για μήνες. Ενενήντα μέρες πάθους κι άλλες τόσες όπου αυτό έσβηνε καθώς η αλληλογραφία αραίωνε, το χαρτί, το μελάνι και οι λέξεις λιγόστευαν. Ο Πήτερ έμοιαζε να επιμένει στην αρχή να βρεθούνε μα εκείνη δίσταζε. Η γνωριμία τους είχε προκύψει από ένα λάθος του ταχυδρομείου.
Στα χέρια της είχε βρεθεί ένα κείμενο του. Η Μαρία είχε προσπαθήσει να το επιστρέψει, αφήνοντας το για μια βδομάδα στο θυρωρείο της πολυκατοικίας γράφοντας πάνω στο φάκελο ότι επρόκειτο για λάθος διεύθυνση. Μα για κάποιο λόγο ο ταχυδρόμος το επέστρεφε και πάλι στο ίδιο κτίριο. Μια μέρα η περιέργεια την νίκησε και το πήρε σπίτι της να το διαβάσει. Δεν υπήρχε κάτι που να την ενδιέφερε στο περιεχόμενο ενός κειμένου με θέμα την απαλλοτρίωση μιας έκτασης προορισμένης για εξαγωγή μεταλλευμάτων. Οι έξι σελίδες ήταν γραμμένες στο χέρι, πιασμένες με ένα τεράστιο συνδετήρα, ενώ πίσω ακριβώς από αυτές υπήρχε ένα σημείωμα δακτυλογραφημένο που ανέφερε ούτε λίγο ούτε πολύ ότι η εν λόγω διοικητική υπηρεσία θεωρούσε ότι το θέμα είχε εξαντληθεί και παρακαλούσε αυτόν που είχε συντάξει το κείμενο να μην ξανασχοληθεί στο μέλλον.
Η Μαρία που γοητεύονταν απ’ τις λεπτομέρειες - μπορούσε να περάσει ώρες ολόκληρες παρατηρώντας τις σκιές που έφτιαχνε η πορεία του ήλιου στο πάτωμα του δωματίου της – είχε μείνει έκθαμβη με τον γραφικό χαρακτήρα. Το μελάνι ήταν μαύρο, τα γράμματα ήταν στοιχισμένα το ένα δίπλα στο άλλο με γοτθική ομορφιά σαν να ετοίμαζαν ένα πρελούδιο μιας ιστορίας χαμένης στα βάθη του μεσαίωνα ή των φανταστικών κόσμων του Tolkien. Εκείνη τη μέρα αποφάσισε να ψάξει πίσω απ’ την οπτική αναστάτωση του κειμένου που είχε στα χέρια της και να έρθει σε επικοινωνία με αυτόν που το είχε γράψει.
Σαν ένα τρένο που ξεκινάει από μια συγκεκριμένη αφετηρία και επιστρέφει εκεί, στο τέλος της μέρας με διαφορετικό έμψυχο περιεχόμενο κάθε φορά, έτσι και οι επιστολές πήγαιναν κι ερχόντουσαν σχεδόν καθημερινά από δύο ανθρώπους που είχαν βρει ξαφνικά μια διέξοδο απ’ τη ρουτίνα τους. Ένα μυστικό που έμοιαζε με απωθημένο της νιότης ...’

Μετά την ιστορία της Μαρίας, το κείμενο συνέχιζε κάπως έτσι: ‘Στο δεύτερο σημείο: …’
‘Που είσαι;’ Ο Ν. σήκωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε τα γαλάζια μάτια του Τομ.
‘Νομίζω ότι ξεκινάει η ιστορία του γιατρού. Διάβασα ήδη κάποια πράγματα για τη Μαρία’.
‘Χμμ, ναι. Τώρα είναι η σειρά του Πήτερ. Δηλαδή αυτά που σου είπα και πριν λείψω. Άμα θες διάβασέ το όλο. Εγώ μπορώ να σου πω τι έγινε, αλλά πιο ‘πεζά’.’ Ο Ν. έγνεψε καταφατικά.
‘Γϊνεται λοιπόν που λες, μια έκθεση απ’ τον γιατρό, παραμονές ενός εργαστηριακού πειράματος στο οποίο ο Πήτερ θα δοκίμαζε ο ίδιος να περιέλθει σε τεχνητό κώμα, θέτοντας τον εγκέφαλο του ουσιαστικά εκτός λειτουργίας αφήνοντας μονάχα το 1% εν ζωή. Η παράτολμη προσπάθεια θα τον βοηθούσε όπως υποστήριζε, να κατανοήσει αν όντως υπάρχει κάτι μετά το τέλος μας αλλά και τι ή πως θα μπορούσε να είναι αυτό. Το όλο εγχείρημα διαρρέει σε κάποια επιστημονικά ιστολόγια και εδώ κάνει την εμφάνιση του ένα καινούριο πρόσωπο: ο Τίτο.
Ο Τίτο δεν είχε καταλάβει πως κι από ποιόν – αν υποθέσουμε ότι υπήρχε κάποιος – είχε αναπτύξει μια συγκεκριμένη θεωρία για τον θάνατο. Για εκείνον η αντίληψη της πραγματικότητας δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Μπορεί και να ήταν απ’ τους πρώτους ανθρώπους μιας νέας γενιάς που θα έφερνε μια εξωφρενική αλλαγή στα μέχρι τώρα δεδομένα της ανθρώπινης ύπαρξης. Απ’ την άλλη δεν μπορούσε να είναι ακόμα σίγουρος και γι αυτό. Υπήρχε μεγάλος κίνδυνος να προκληθεί πανικός και να διαταραχθεί η πνευματική ισορροπία οποιουδήποτε ασπαζόταν τη λογική του. Ο Τίτο πίστευε όμως ότι ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να διαδώσει τη θεωρία του.
Ζούσε δεκαοκτώ χρόνια μέσα στο πλήθος. Οι γονείς του είχαν δημιουργήσει μια θρησκευτική αίρεση από τότε που θυμόταν τον εαυτό του και το σπίτι τους ήταν πάντα γεμάτο κι ανοιχτό σε όλο τον κόσμο. Μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο συνομιλούσε με ετερόκλητα άτομα, διαπληκτιζόταν επί παντός επιστητού με γέροντες και διάβαζε για τις θρησκείες όλου του κόσμου. Όταν ενηλικιώθηκε, οι γονείς του τον έδιωξαν απ’ το σπίτι γιατί είχε ήδη αρχίσει να αναπτύσσει μια ρηξικέλευθη θεωρία για την ύπαρξη που καμία σχέση δεν είχε με τα δικά τους πιστεύω. Ο Τίτο είχε καταλάβει ότι η θέση του στον κόσμο θα επέφερε συγκρούσεις και αντιδράσεις, αλλά έπρεπε να συνεχίσει.
Όταν λοιπόν πληροφορήθηκε για το πείραμα του Πήτερ απ’ το Διαδίκτυο, σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να αποτελεί τον συνδετικό κρίκο για την θεμελίωση της δικής του θεωρίας. Έπρεπε λοιπόν να βρει τον νευροχειρουργό, να του μιλήσει πριν το πείραμα και η έκθεση με τα σκίτσα φάνταζε ως η καλύτερη αφορμή. 
Ενώ λοιπόν ετοιμαζόμαστε να παρακολουθήσουμε αυτή τη συνάντηση, έξω απ’ την αίθουσα τέχνης τυχαίνει να περνάει η Μαρία χωρίς να γνωρίζει βέβαια ότι ο καλλιτέχνης τα σκίτσα του οποίου εκτίθενται, είναι ο άνθρωπος που πριν μερικά χρόνια είχε εισβάλλει στη ζωή της δίχως να έχει καταφέρει τελικά να την συναντήσει. Στην είσοδο υπήρχε πολύς κόσμος και ένας κύριος που εξέρχεται εκείνη τη στιγμή, κρατάει στο δεξί του χέρι τον κατάλογο με τα έργα της έκθεσης, στο εξώφυλλο του οποίου η Μαρία αναγνωρίζει σχεδόν αμέσως τον ιδιαίτερο γραφικό χαρακτήρα του Πήτερ. Απ’ την ταραχή της, τον αρπάζει απ’ τον άγνωστο και τον ξεφυλλίζει βιαστικά συναντώντας ένα ακόμα κείμενο, τον πρόλογο του βιβλίου γραμμένο με τα ίδια χαρακτηριστικά. Γράμματα σε γοτθικό ύφος, όπως εκείνα που περίμενε με αγωνία κάθε φορά που ερχόταν ο ταχυδρόμος, της έφεραν εικόνες απ’ το παρελθόν, επιστολόχαρτα που τώρα θα είχαν κιτρινίσει μέσα στο συρτάρι του γραφείου που τα είχε φυλαγμένα. Αφού έδωσε μηχανικά το βιβλίο πίσω στον σαστισμένο άγνωστο, έσπρωξε τον κόσμο για να περάσει το κατώφλι της αίθουσας και μόλις βρέθηκε μέσα στο μακρόστενο χώρο με τους τοίχους καλυμμένους από ασπρόμαυρα χαρτάκια, τα φώτα στριφογύρισαν πάνω απ’ το κεφάλι της κάνοντας μια λευκή θηλιά κι άρχισαν να την πνίγουν μέχρι που έχασε τις αισθήσεις της και σωριάστηκε στο πάτωμα. Ο κόσμος μαζεύτηκε γύρω της, αλλά ο πρώτος που βρέθηκε στο πλάι της για να την συνεφέρει ήταν ο Πήτερ.’
‘Κι έτσι σμίξανε επιτέλους. Τέλος καλό, όλα καλά, Ά, ξέχασα τον Τίτο! είπε ο Ν.
‘Δεν θα τα πήγαινες πολύ καλά αν η ιστορία σου τελείωνε έτσι. Το τέλος ήταν λίγο διαφορετικό φίλε μου’ του είπε ο Τομ δροσίζοντας τον λαιμό του με μια γουλιά απ’ το γεμάτο μπύρα ποτήρι του. ‘ Η Μαρία έπασχε ήδη από μια ανίατη αρρώστια. Λίγος καιρός της έμενε κι αυτό αποκάλυψε στον Πήτερ μετά από την πρώτη βδομάδα που πέρασαν μαζί’.
‘Το πείραμα δεν έγινε τελικά;’ τον ρώτησε ο Ν.
‘Ο Πήτερ έκανε το πείραμα κρυφά απ’ τη Μαρία. Τώρα που την είχε γνωρίσει, τώρα που νόμιζε ότι είχε συναντήσει το άλλο του μισό, είχε αποφασίσει ότι θα έφευγε μαζί της. Και του ήταν σίγουρα πιο εύκολο ύστερα από τη γνωριμία του με τον Τίτο, το ίδιο βράδυ, λίγο πριν την αναπάντεχη συνάντηση στην αίθουσα τέχνης με τη Μαρία’.
‘Και ποια ήταν εν τέλει η θεωρία του Τίτο;’
‘Ο Τίτο υποστήριζε ότι η πορεία που ξεκινάμε τη στιγμή που πεθαίνουμε, είναι ο ίδιος ο θάνατος. Μια διαφορετική αντίληψη του χρόνου και της πραγματικότητας. Μια αντίστροφη πορεία προς τη γέννησή μας. Κάτι που δεν μπορούμε να βιώσουμε εν ζωή αλλά ούτε και να ερμηνεύσουμε γιατί δεν έχει μέχρι τώρα αποδειχθεί. Το φινάλε είναι πολύ καλό νομίζω. Ο Πήτερ επιστρέφει από ένα σύντομο ταξίδι στο έρεβος, λέγοντας ότι κάθε άλλο παρά σκοτάδι συνάντησε. Μεθυσμένος απ’ την απόκοσμη εμπειρία του, αποφασίζει να αυτοκτονήσει μαζί με τη Μαρία και ο Τίτο μένει πίσω, δημιουργώντας ένα οπτικοακουστικό ηλεκτρονικό βιβλίο που συνδυάζει τα επιστημονικά αποτελέσματα του πειράματος του Πήτερ με την δική του θεωρία για την αντίστροφη πορεία του χρόνου. Είναι αισιόδοξο δεν νομίζεις;’
‘Ναι, πράγματι’. Ο Ν. έχει απορροφηθεί απ’ τη αφήγηση του Τομ τόσο που δυσκολευόταν να πιστέψει ότι τελείωσε. ‘Και δε μου λες, όταν κανείς διανύσει την πορεία απ’ το θάνατο μέχρι τη γέννησή του, βιώνοντας ουσιαστικά τον θάνατο ως μια άλλη μορφή ζωής, τι γίνεται; Ξαναγεννιέται;’.
‘Σ’ αυτό δεν υπάρχει απάντηση. Σ’ αυτό πρέπει να απαντήσεις εσύ’ του είπε ο Τομ χαμογελώντας. Σηκώθηκε, βόλεψε λίγο τα ρούχα του που είχαν τσαλακωθεί και του είπε: ‘Έλα, σήκω, πάμε να σου δείξω κάτι’.
Ο Ν. τον ακολούθησε με αργά βήματα. Το μυαλό του ήταν πλημμυρισμένο από ένα γλυκό φως. Έφτασαν στο σημείο που μπορούσε κανείς να πάρει τον ανελκυστήρα. Η καμπίνα δεν βρισκόταν στον όροφο τους. ‘Κοίτα κάτω’ του είπε. Ο Ν. έσκυψε για να δει καλύτερα. Η καμπίνα ήταν σταματημένη μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου ορόφου. ‘Μα, δεν καταλαβαίνω … Τομ, βλέπω τον εαυτό μου πεσμένο κάτω. Τι, τι … συμβαίνει;’.
‘Τρόμαξες;’.
‘Όχι. Κι αυτό είναι το περίεργο. Έφυγα ε;’.
‘Ναι, έφυγες. Ελπίζω να τα κατάφερα καλά. Έμαθα ότι σου άρεσαν οι ιστορίες από μικρός. Πως σου φάνηκε αυτή που σου είπα;’

Τέλος