Friday, December 27, 2013

Για μερικά κομμάτια σπανακόπιτα - Χριστούγεννα, έτος 2256 Μέρος Δεύτερο



Λίγα μέτρα πιο κάτω, σε ένα υπερσύγχρονο θερμοκήπιο – καταψύκτη, αποθήκη και ποιος ξέρει τι άλλο - που βρισκόταν στο πίσω μέρος του σπιτιού, ένα ρομπότ πηγαινοερχόταν στην είσοδο ελέγχοντας ποιος έμπαινε και ποιος έβγαινε από μέσα. Ο Θωμάς κι ο Κρεπ είχαν καταφέρει να σκαρφαλώσουν τον πέτρινο φράχτη και να κρυφτούν πίσω από ένα ενεργειακό δέντρο. Κάποιος απ’ τους υπαλλήλους, βγήκε απ’ το θερμοκήπιο σέρνοντας ένα μακρόστενο κουτί με ροδάκια που τον ξεπερνούσε σε ύψος.
‘Ρε Θωμά, αυτός έρχεται κατά δω, θα μας δει …’
‘Δεν θα μας δει. Εξάλλου, δεν έπρεπε να πάρουμε την ταυτότητα κάποιου για να μπούμε μέσα; Να η ευκαιρία. ‘
‘Θωμά, νομίζω ότι έρχεται για κατούρημα’. Ο υπάλληλος άφησε το κουτί πιο πίσω και ξεκούμπωσε το ένα και μοναδικό κουμπί του παντελονιού του.
‘Τώρα’ φώναξε ο Θωμάς και έπεσε πάνω σ’ εκείνον και το πέος του που αμολούσε ήδη με ασυνήθιστη πίεση ούρα προς πάσα κατεύθυνση. Ο Κρεπ σιχαινόταν πάρα πολύ οτιδήποτε είχε να κάνει με ανθρώπινες εκκρίσεις παρόλο που στο περιβάλλον στο οποίο ζούσε η υπαίθρια ανακούφιση ήταν καθημερινό φαινόμενο. ‘Θα ’ρθεις να βοηθήσεις;’ του φώναξε ο Θωμάς που είχε γίνει ένα νοτισμένο κουβάρι με τον υπάλληλο. Ο Κρεπ είχε μείνει ακίνητος, ανήμπορος να αντιδράσει. Οι φωνές όμως του καινούριου φίλου του τον τρόμαξαν. Φοβήθηκε ότι σε λίγο θα τους ανακάλυπταν και έτσι αποφάσισε επιτέλους να λάβει δράση ρίχνοντας το μακρόστενο κουτί στο κεφάλι του υπαλλήλου αφού πρώτα φρόντισε να προειδοποιήσει έγκαιρα τον Θωμά.
‘Κοίτα, ένας απ’ τους δυο μας θα μπει μέσα και προτείνω αυτός να είσαι εσύ. Εγώ και να δω τα φυτά δεν θα καταλάβω τι είναι’ του είπε ο Θωμάς. Ο Κρεπ ξεδίπλωσε μια μικρή ψηφιακή οθόνη που του είχε δανείσει ο μάγειρας, κρέμασε την ταυτότητα του υπαλλήλου στο λαιμό του και μπήκε αποφασιστικά μέσα στο μακρόστενο κατασκεύασμα. Το ρομπότ σάρωσε το μικροτσίπ που ήταν ενσωματωμένο σε μια πλαστική κάρτα και πριν τον αφήσει να περάσει τον ρώτησε: ‘Είσαι ηλίθιος;’ Ο Κρεπ τον κοίταξε με απορία σαν να είχε μπροστά του κάποιο ζωντανό πλάσμα, απ’ αυτά που ήξερε. Το ρομπότ τον ξαναρώτησε με μεγαλύτερη ένταση στη φωνή του. ‘Είσαι ηλίθιος;’.
‘Μάλλον’ απάντησε σαστισμένος ο Κρεπ. ‘Πέρνα μαλάκα’. Το ρομπότ έκανε στην άκρη και τον άφησε να περάσει. Απέξω ο Θωμάς κυλιόταν στο συνθετικό χώμα απ’ τα γέλια εκτονώνοντας παράλληλα και την αγωνία του.
Με την βοήθεια της οθόνης που περιείχε σαρωμένες εικόνες απ’ το βιβλίο, ο Κρεπ δεν άργησε να βρει αυτά που ήθελε και ύστερα από μια ώρα βρισκόντουσαν και πάλι πίσω στο σπίτι του Θωμά με τα εξής υλικά: αλεύρι, μαγιά, μερικά κιλά σπανάκι, λίγα σέσκουλα και αρκετά κρεμμύδια.
‘Και τώρα;’ ρώτησε ο Θωμάς ‘τι κάνουμε;’ Ο Κρεπ έβγαλε το βιβλίο από το συρτάρι ενός τεράστιου επίπλου που έμοιαζε με βιβλιοθήκη και το άνοιξε στη σελίδα με τη συνταγή για τη σπανακόπιτα. Ο Θωμάς πέρασε για άλλη μια φορά το χέρι του πάνω απ’ τις ανοιγμένες κιτρινισμένες σελίδες και θυμήθηκε τη στιγμή που το πρωτοαντίκρισε λίγες ώρες πριν, τα ξημερώματα της ίδιας μέρας, όταν επιστρέφοντας απ’ τον κάτω κόσμο, τον ξυπνούσε ο Κρεπ αφήνοντας του το πάνω στο στέρνο του. Στην αρχή φοβήθηκε ότι θα πάθει κάποια μόλυνση και δεν τολμούσε ούτε να το μυρίσει. Έπειτα, κι αφού τον διαβεβαίωσε ουκ ολίγες φορές ο Κρεπ, το πήρε στα χέρια του και το ξεφύλλισε βιαστικά. Όταν κατάλαβε ότι δεν κινδυνεύει, έπιασε να χαζεύει μια-μια τις σελίδες με τα κείμενα και τις πολύχρωμες φωτογραφίες από πιάτα γεμάτα φαγητά. Η γλώσσα ήταν κάπως διαφορετική, τα περισσότερα υλικά εντελώς άγνωστα. ‘Εδώ είμαστε’ του είχε πει ο Κρεπ αρπάζοντας του για μια στιγμή το βιβλίο. Η σελίδα είχε τίτλο ‘greek spinach pie’.
‘Νομίζω ότι άμα σε βοηθήσω θα μπορέσεις να το ετοιμάσεις. Κανα δύωρο λέει εδώ ότι θα μας πάρει’.
‘Δίωρο; Δεν έχω παρασκευάσει ποτέ μου κάτι που να χρειάστηκε πάνω από είκοσι τρία λεπτά! Πιστεύω ότι θα τελειώσουμε πολύ πιο γρήγορα’.
‘Λάδι έχεις;’ τον ρώτησε ο Κρεπ.
‘Μα και βέβαια, σπίτι χωρίς λάδι δεν υπάρχει αγαπητέ μου. Που ζεις; Τι το θέλεις όμως δεν μου είπες’.
‘Για την πίτα το θέλω’.
‘Θα βάλουμε λάδι στο φαγητό;’. Ένα λάδι γνώριζε ο Θωμάς κι αυτό το χρησιμοποιούσε για διάφορα μηχανικά μέρη συσκευών ή μηχανημάτων ή οχημάτων που είχε στο σπίτι. Παρόλα αυτά, το λάδι αυτό ήταν και βρώσιμο! Έτσι σε λίγη ώρα βγήκε απ’ το φούρνο η σπανακόπιτα και γέμισε το σπίτι με το έντονο άρωμα της. Ο Θωμάς είχε εντυπωσιαστεί. Έβαλε ένα κομμάτι σε ένα μικρό γυάλινο πιάτο και τ’ άφησε να κρυώσει. Όταν η πρώτη μπουκιά συνάντησε τα αισθητήρια όργανα της στοματικής του κοιλότητας, τα βλέφαρα του βάρυναν απ’ την ευχαρίστηση και στο μυαλό του προκλήθηκε μια αναστάτωση που όμοια της δεν είχε ξαναβοιώσει τρώγοντας, ούτε καν όταν συνουσιαζόταν - τρόπος του λέγειν - με τον μηχανικό μαλακιστή του. Όταν το περιεχόμενο κατέληξε στο στομάχι του άνοιξε τα μάτια του και είδε τον Κρεπ να καταβροχθίζει το τρίτο κομμάτι στη σειρά.
‘Καλά, πότε πρόλαβες;’ του είπε ενώ βούτηξε με τα χέρια ότι είχε απομείνει από αυτό που εκείνος είχε ξεκινήσει φοβούμενος μήπως δεν προλάβει να φάει άλλο μέχρι να το τελειώσει.
‘Αυτό φίλε μου Θωμά είναι αληθινό φαγητό’ του είπε μπουκωμένος. ‘Τρώω τώρα γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να μου συμβεί μέχρι αύριο και τρώω γρήγορα γιατί αν τυχόν σου ανοίξει και η δική σου όρεξη μας βλέπω να ψάχνουμε για καινούριο ταψί’.
‘Καλά, καλά. Θα φτιάξω κι άλλη. Παρεπιπτόντως δεν λέγεται ταψί αυτό, βιοψήστης λέγεται’.
‘Ναι, να φτιάξεις και να την πάμε στο σπίτι που κλέψαμε τα υλικά. Χριστούγεννα έρχονται, όλο και κάποια γιορτή θα κάνουνε. Ή σε κάποια θα πάνε. Άμα τους πας σπανακόπιτα θα πάθουν γλαύκωμα! Θα σε προσλάβουν αμέσως για μάγειρα τους. Και ξέρεις τι σημαίνει να δουλεύεις σε μια έπαυλη σαν κι αυτή … Λεφτά, γυναίκες και φαγητό άφθονο. Όχι άλλα χάπια κι αηδίες’
Οι δυο φίλοι τέλειωσαν τη σπανακόπιτα, είπαν ιστορίες των δύο κόσμων και κοιμήθηκαν ροχαλίζοντας μέχρι το επόμενο πρωί. Σειρά είχε η δεύτερη εκτέλεση της συνταγής και η επίσκεψη στην έπαυλη.
Εκείνο το πρωινό, η Άννα Von Pielsen βημάτιζε νευρικά στο σαλόνι και σκεπτόταν τον καυγά που είχε κάνει πριν λίγη ώρα με τον μάγειρα της τον Μάρκο. Τι κι αν του ’χε πει να της παρουσιάσει επιτέλους κάτι πρωτότυπο. Εκείνος αρκέστηκε να της φέρει μια παραλλαγή του χριστουγεννιάτικου μενού της προηγούμενης χρονιάς. Που ήταν μια παραλλαγή του μενού της προ-προηγούμενης χρονιάς και πάει τρώγοντας, Ποιος άκουγε πάλι τα μουρμουρητά των άσπονδων φίλων της, την γκρίνια του συζύγου της. Άξαφνα ένας ήχος που έμοιαζε με κραυγή υποσιτισμένου λύκου διέκοψε τους συλλογισμούς της και τα βήματα της άλλαξαν για πρώτη φορά απ’ το πρωί κατεύθυνση, οδηγώντας την στην μικρή οθόνη που βρισκόταν στο χωλ.
Πίσω απ’ την καγκελόπορτα του σπιτιού στεκόντουσαν δυο άντρες ντυμένοι στα λευκά. Ο ένας, αρκετά παχύς, κρατούσε ένα μακρόστενο κουτί στο χέρι κι ο άλλος με τα χέρια σταυρωμένα πίσω απ’ την πλάτη, τα πόδια ανοιχτά και ένα βλέμμα που της θύμιζε κάτι, χωρίς όμως να μπορεί να καταλάβει τι. Πιθανότατα μια μισοσβησμένη ανάμνηση απ’ το μακρινό παρελθόν. Τα ρούχα του έμοιαζαν να ανήκουν στον χοντρό άντρα με το καλοσυνάτο χαμόγελο που στεκόταν δίπλα του και κοιτούσε την κάμερα σαν να παρακολουθούσε την αναγγελία κάποιας ευχάριστης είδησης.
‘Ποιοι είστε;’ Τους ρώτησε και πριν προλάβει κάποιος απ’ τους δύο να απαντήσει, ακούστηκε ένας μεταλλικό θόρυβος και η καγκελόπορτα σύρθηκε απ’ τη μια μεριά του φράκτη στην άλλη. ‘Ασφάλεια να σου πετύχει’ είπε η Von Pielsen, έτοιμη να σύρει τα μύρια όσα στον σύζυγό της που είχε αμελήσει εδώ και πολύ καιρό να σουλουπώσει τα ηλεκτρονικά συστήματα της έπαυλης. ‘Τον ηλίθο! Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι πως θα παίξει ‘γαργαλητό’ με τους φίλους του.
Για την ιστορία, το παιχνίδι ‘γαργαλητό’ παιζόταν στο γκαράζ του σπιτιού και ήταν εφεύρεση του Όττο, του συζύγου της Von Pielsen. Με λίγα λόγια, επρόκειτο για μια συσκευή που σε γαργαλούσε στα επίμαχα σημεία για όσο άντεχες. Η αναμέτρηση γινόταν σε δυάδες και καθένας που έχανε έπρεπε να το φωνάξει με όλη του τη δύναμη στην ταράτσα του σπιτιού μαζί με το όνομα του. Ο δε νικητής απλά κέρδιζε την εκτίμηση των υπολοίπων και τη χλεύη των συζύγων τους που πίστευαν ότι αυτό πρέπει να ήταν το πιο ηλίθιο παιχνίδι του κόσμου. Καλύτερα όμως να επιστρέψουμε σ’ αυτή την αναπάντεχη συνάντηση που σύντομα θα εξελίσσονταν σε μια απίθανη περιπέτεια και για τους τρεις. Αν κι αυτό εξαρτάται απ’ την κρίση του εκάστοτε αναγνώστη.
Οι δύο άντρες έφτασαν μέχρι την είσοδο του σπιτιού, βέβαιοι πως θα τύχαιναν θερμής υποδοχής. Η Von Pielsen εμφανίστηκε πίσω απ’ την πόρτα που άνοιξε αυτόματα έπειτα από προφορική της εντολή, με ένα αυστηρό ύφος, έχοντας ξεχάσει ότι φορούσε ακόμα τη νυχτικιά της και ένα ζευγάρι παντόφλες που έμοιαζαν με υπερμεγέθη βατράχια.
Ο Θωμάς πήρε τον λόγο εξηγώντας τον σκοπό της επίσκεψης τους ενώ ο Κρεπ σάρωνε απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια την εντυπωσιακή ομολογουμένως σιλουέτα που βρισκόταν μπροστά του, εγκαταλείποντας σχεδόν αμέσως τα εγκόσμια με τη βοήθεια της φαντασίας του. Εκείνη, εκείνος και μια ατελείωτη αμμουδιά στην οποία θα ετοιμαζόντουσαν να κολυμπήσουν, μετά από μια ερωτική δραστηριότητα χωρίς προηγούμενο.
‘Πως το είπατε λοιπόν; Σπανακόπιτα; Και ποιος μου λέει ότι δεν ήρθατε εδώ με σκοπό να με δηλητηριάσετε και μετά να κλέψετε το σπίτι. Όχι, δεν πρόκειται να δοκιμάσω αν δεν φάτε πρώτα εσείς από ένα κομμάτι και θα περιμένω να δω αν σας συμβεί κάτι’. Καθώς μιλούσε τα μάτια της συναντούσαν που και που το ελαφρώς κοιμισμένο και λάγνο βλέμμα του Κρεπ. Της άρεσε που επιτέλους είχε βρεθεί ένας άντρας έξω απ’ το περιβάλλον της που ενδιαφερόταν για κείνη.
‘Τουλάχιστον θα μπορούσε όλη αυτή η διαδικασία να γίνει στο σπίτι σας κι όχι εδώ έξω στην είσοδο; Την ρώτησε ο Θωμάς. ‘Μ’ ακούτε;’ Για μια στιγμή ο μάγειρας νόμισε ότι δεν υπήρχε σ’ αυτή τη σκηνή. Περίμενε μέχρις ότου ο Κρεπ πάρει το βλέμμα του πάνω απ’ το κορμί της  Von Pielsen και η Von Pielsen απ’ το δικό του. ‘Ελάτε μέσα’ είπε μηχανικά εκείνη και με το που πέρασαν το κατώφλι του σπιτιού, έπιασε το χέρι του Κρεπ και κατευθύνθηκε στις σκάλες που οδηγούσαν στον πάνω όροφο. Εκείνος γύρισε για λίγο το κεφάλι του προς τον μάγειρα και του είπε σιγανά: ‘Λυσσασμένες: στο πα, δεν στο πα;’
‘Για μισό λεπτό’ διαμαρτυρήθηκε εκείνος μεγαλοφώνως ‘κι εγώ τι θα κάνω εδώ;’.
‘Εσύ θα φας ένα κομμάτι σπανακόπιτα και μετά άλλο ένα για τον φίλο σου κι όταν θα επιστρέψουμε το καλό που σου θέλω να είσαι ζωντανός. Στο μεταξύ για να μη βαρεθείς υπάρχει κι ο Μπάντυ’.
‘Ο Μπάντυ;’ Όταν έχασε απ’το οπτικό του πεδίο την Von Pielsen και τον Κρεπ, εμφανίστηκε απ’ το πουθενά ή μάλλον από κάποια κρυφή πόρτα ένα ανδροειδές με δύο σακούλες γεμάτες διάφορα αντικείμενα που ο Θωμάς δεν είχε ξαναδεί. ‘Τι είναι αυτά;’ Ρώτησε τον Μπάντυ.
‘Κυνήγι του θησαυρού’. Ο Μπάντυ άνοιξε μια οθόνη υπολογιστή μέσα στην οποία βρισκόταν σε τρισδιάστατη απεικόνιση το σχεδιάγραμμα της έπαυλης. ‘Θα κρύψω τα αντικείμενα και ο Κύριος θα πρέπει να τα βρει πριν η Κυρία μου τελειώσει τη συνουσία της με τον άλλο Κύριο. Αν κάτι τέτοιο δεν συμβεί, ο άλλος Κύριος θα πρέπει να επαναλάβει με την Κυρία μέχρι ο Κύριος – εσείς δηλαδή - να τα βρει. Το παιχνίδι παίζεται απ’ την οθόνη’.
‘Καλό κι αυτό’ είπε ο Θωμάς μασουλώντας το πρώτο κομμάτι απ’ τη σπανακόπιτα. Είχε αρχίσει να διασκεδάζει. Εξήντα περίπου λεπτά αργότερα ο κι ο Κρεπ βρισκόταν αναμαλλιασμένος σε ένα καναπέ μουρμουρίζοντας κάθε τρεις και λίγο τη λέξη ‘λιώνω’, η Von Pielsen δοκίμαζε το πρώτο κομμάτι σπανακόπιτας που είχε φάει στη ζωή της κι ο Θωμάς προσπαθούσε να ξεκολλήσει το ανδροειδές από πάνω του, το οποίο δυσλειτουργούσε ευτυχισμένο έπειτα απ’ το high score που είχε πετύχει ο ‘Κύριος’.
Η Von Pielsen έμεινε εκστατική. ‘Αυτή η … η σπανακόπιτα απλά δεν υπάρχει’ αναφώνησε σβήνοντας απ’ την πρόσφατη μνήμη την ερωτική περιπέτεια με τον Κρεπ. ‘Πες μου, πότε μπορείς να μου φτιάξεις μμμ… διακόσια σαράντα κομμάτια; Όχι, όχι δεν το πα σωστά. Θέλω διακόσια σαράντα κομμάτια μέχρι μεθαύριο. Μέχρι τα Χριστούγεννα. Ω, ναι, ναι, θα τρελάνω κόσμο … ‘. Ο Θωμάς έκανε άλματα στο μυαλό του, είχε περάσει ήδη η μέρα των Χριστουγέννων, είχε βρεθεί με δικό του εστιατόριο και άπειρα λεφτά μέσα σε μια πράσινη χορταρένια φούσκα. Μονάχα που του ξέφευγε μια μικρή λεπτομέρεια. Η παρασκευή τόσο μεγάλης ποσότητας από κάτι που είχε φτιάξει μόλις δυο φορές δεν θα ήταν καθόλου εύκολο πράγμα. Έπρεπε να στρωθούν αυτός κι ο Κρεπ και να δουλέψουν για σχεδόν δύο εικοσιτετράωρα.
Τράβηξε λοιπόν το φίλο του με τα χίλια ζόρια απ’ τον καναπέ και πήγαν στο θερμοκήπιο της έπαυλης για να μαζέψουν προμήθειες. Φόρτωσαν τα υλικά σε ένα ηλιακό ταξί και επέστρεψαν στο σπίτι του Θωμά. Ο Κρεπ ήταν εξαντλημένος. Η δουλειά έπρεπε να οργανωθεί απ’ τον μάγειρα που ήταν νηφάλιος έτσι ώστε όταν, ύστερα από μια ώρα θα ξυπνούσε τον φίλο του, να ξεκινούσε αμέσως η παρασκευή της σπανακόπιτας. Ο Θωμάς υπολόγισε τις ώρες ψησίματος, δημιούργησε χώρο για τη θέση των υλικών και την τοποθέτηση των πιτών, παρήγγειλε απ’ το Διαδίκτυο τις συσκευασίες για να τις μεταφέρουν. Μέχρι έκλεισε ραντεβού για ταξί το μεθεπόμενο πρωινό. Όταν έφτασε η ώρα για να ξυπνήσει τον Κρεπ, ήταν όλα έτοιμα. Ακόμα και το κοκτέιλ με τις αμφεταμίνες και την καφεΐνη που θα τους κρατούσε σε υπερδιέγερση για σαρανταοκτώ ώρες.
‘Πιες’ είπε στον Κρεπ ενώ προσπαθούσε να τον διατηρήσει σε μια καθιστή στάση. ‘Πιες να ξεκινήσουμε επιτέλους, δεν θα προλάβουμε’. Με τα χίλια ζόρια ο Κρεπ ξεκίνησε να ανοίγει φύλλο μουρμουρίζοντας: ‘το ρομπότ δε μπορεί να μας βοηθήσει; τι το χεις πάρει το γαμημένο;’
‘Το ρομπότ δεν είναι προγραμματισμένο να φτιάχνει ζύμη. Δεν γνωρίζει καν τι είναι αυτό που φτιάχνουμε. Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Θα μας βοηθήσει σε άλλα πράγματα αν και φοβάμαι μην πάθει καμιά βλάβη και μας διαλύσει ότι ετοιμάσουμε. Δεν το ρισκάρω, παίζονται πολλά σ’ αυτή την παραγγελία’
‘Εγώ θέλω να ξαναδώ αυτή τη γυναίκα. Είναι ηφαίστειο σου λέω, είναι η μόνη για την οποία θα θυσίαζα την σπανακόπιτα σου!’
Σχεδόν δύο μέρες αργότερα, είκοσι μία σπανακόπιτες ή 252 κομμάτια εκ των οποίων δώδεκα παρέμειναν σπίτι για τα μεθεόρτια, ήταν έτοιμες προς βρώση. Φόρτωσαν τις συνθετικές διάφανες συσκευασίες στο πίσω μέρος του ταξί, κάτω απ’ το απορημένο βλέμμα του οδηγού και έφυγαν με κατεύθυνση την έπαυλη της Άννα Von Pielsen. Κάνεις τους δεν άκουγε τη φλυαρία του ταξιτζή μέχρι να φθάσουν αφού τους είχε πάρει ο ύπνος απ’ την κούραση. Κανείς τους δεν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο που ερχόταν με δαιμονισμένη ταχύτητα από πίσω τους. Κανείς τους δεν πρόλαβε να δει τον οδηγό του οχήματος να περνάει μέσα απ’ το παρμπρίζ και να καταλήγει σε ένα κομμάτι πορτοκαλί τοίχο που αποτελούσε μέρος απ’ το φράκτη του σπιτιού της Von Pielsen.
Όλοι όμως, μαζί κι ο οδηγός ταξί, είδαν τα μαλλιά τους να γίνονται πράσινα και το εσωτερικό του αυτοκινήτου να κολυμπάει στο σπανάκι, το σέσκουλο και το κρεμμύδι. Όλοι τους αναγκάστηκαν να βγουν απ’ τις μπροστινές πόρτες του ταξί μια και το υπόλοιπο είχε γίνει σμπαράλια.
Η συρόμενη πόρτα της έπαυλης είχε υποχωρήσει για μία ακόμη φορά σ’ αυτό το διήγημα. Λίγα μόλις μέτρα απ’ το σημείο του ατυχήματος στεκόταν η Άννα Von Pielsen με μερικά φύλλα απ’ τις πίτες να έχουν κολλήσει στα ρούχα της και δύο κομμάτια σπανάκι να έχουν μπλεχτεί με την πλούσια κόμη της.
Ο Θωμάς κι ο Κρεπ την κοίταζαν σαστισμένοι. ‘Κρεπ’ είπε επιτακτικά, ‘έλα μαζί μου. Θωμά, δεν θα σε ξαναχρειαστώ’
Ο μάγειρας γύρισε σπίτι του συντετριμμένος. Όλη η κούραση πλημύριζε τώρα το κορμί του. Το μυαλό του ήταν άδειο. Έκατσε στο τραπέζι της κουζίνας κι άρχισε να τρώει μηχανικά την τελευταία σπανακόπιτα.
Ο Κρεπ δεν γύρισε ποτέ. Πέθανε από υπερβολικό σεξ το ίδιο απόγευμα. Ο Θωμάς έφτιαξε προς τιμήν του με την βοήθεια της Von Pielsen, μια δανειστική βιβλιοθήκη με αυθεντικά βιβλία μαγειρικής και οδηγούς Κάμα Σούτρα σε μια πτέρυγα του δικού του εστιατορίου, του καλύτερου εστιατορίου της Τέταρτης Επαρχίας της Νέας Ηπείρου. Και την ονόμασε πτέρυγα ‘Κρεπ’ …

                                                                        Τέλος

 


Tuesday, December 24, 2013

'Για μερικά κομμάτια σπανακόπιτα' - Χριστούγεννα, έτος 2256 (Μέρος Πρώτο)




Ο Θωμάς ο μάγειρας είχε ένα μυστικό. Μεγάλο, μικρό, όπως το πάρει κανείς. Το πιο πιθανό όμως είναι οι περισσότεροι να το πάρουν για μεγάλο. Γιατί δεν είναι και λίγο πράγμα να τρως αυθεντική σπανακόπιτα εν έτη 2256 και μισό στην Τέταρτη Επαρχία της Νέας Ηπείρου. Και λέω οι περισσότεροι, αφού ένα ενενήντα τοις εκατό θρεφόντουσαν με χάπια. Τρία χάπια την ημέρα, τέσσερα στα γενέθλια τους, πέντε αν ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο. Και βέβαια οι σπανακόπιτες του Θωμά δεν ήταν για τους πολλούς που δεν γνώριζαν ούτε καν την ύπαρξή τους, εκτός κι αν είχαν για φίλο κάποιο εχθρό του Καθεστώτος που είχε στην κατοχή του ‘Παλιά αρχεία’. Αρχεία που είχαν διασωθεί απ’ τις καταστροφές που είχαν γίνει δύο αιώνες περίπου πίσω. Τότε που η Γη άλλαξε πρόσωπο από ένα ανθρώπινο λάθος. Μια κλανιά που ενεργοποίησε ένα αισθητήρα, κι αυτός ένα άλλο, και εκείνος ένα ρομπότ και … Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία που δεν ένοιαζε και τόσο τον Θωμά.
Εκείνος μάλλον φαινόταν να έχει σωθεί απ’ τον Κρεπ, έναν Υπόγειο Ρακοσυλλέκτη Μικροκυκλωμάτων που εμφανίστηκε τυχαία στο μονοπάτι απ’ όπου συνήθιζε να περνάει, ένα καυτό απόγευμα του Δεκέμβρη όταν ο Θωμάς μετρούσε είκοσι δύο χρόνια κι όπως σχεδόν κάθε άνθρωπος σε τούτο τον ταλαιπωρημένο πλανήτη, ζούσε χωρίς να ξέρει τι του γίνεται.  Περπατούσε μέσα σε ένα ενεργειακό δάσος από τεχνητά δέντρα που απορροφούσαν ηλιακό φως και το μετέτρεπαν σε ηλεκτρισμό, σφυρίζοντας μια μελωδία που θύμιζε θόρυβο από κατσαρόλες με ξεκούρδιστα βιολιά και πυρακτωμένα σαξόφωνα. Η συσκευή που είχε εφαρμόσει στα χείλη του, κάτι σαν μια μεγάλη σφυρίχτρα, είχε τη δυνατότητα να αναπαράγει τις τελευταίες διάσημες μελωδίες της εποχής με τη βοήθεια του φυσήματος. Ο Θωμάς ήταν Ελληνικής καταγωγής αν και αυτό δεν έπαιζε πια κανένα ρόλο, αφού τα παλιά έθνη δεν υπήρχαν, μια παραλλαγή της Αγγλικής γλώσσας είχε επικρατήσει και όλοι ανεξαιρέτως οι κάτοικοι του πλανήτη ήταν πολίτες της Νέας Ηπείρου.
Ο Θωμάς έκανε ένα διπλό σάλτο στον αέρα, ανοίγοντας τα πόδια του σε σπαγγάτο και προσγειώθηκε στην πλάτη του άμοιρου του Κρεπ που μόλις είχε ξεβραστεί μέσα από μερικές οκάδες συνθετικού χώματος, εξ αιτίας μίας βλάβης του υπόγειου συστήματος εξαερισμού.  Η σύγκρουση ήταν σφοδρή μια και: Θωμάς 110 κιλά 1,78 ύψος και Κρεπ 65 κιλά, 1,70 ύψος. Αποτέλεσμα: τρία κατάγματα κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης του Κρεπ και απώλεια περισσότερων από εξήντα μικροκυκλωμάτων που σκορπίστηκαν στο μαγνητικό πεδίο του χώματος. ‘Πάει, χάθηκε μιας μέρας δουλειά … αχ, δεν μπορώ να κουνηθώ. Γαμώ την τύχη μου μέσα’.
‘Εμμ, σωστό θα ήταν να μην βρίζουμε κύριε. Όλα θα τακτοποιηθούν … το όνομα σας;’. Ο Κρεπ ξεχάστηκε κι έτσι όπως ήταν μπρούμυτα πεσμένος, έκανε να γυρίσει απότομα το λαιμό του. ‘Γαμώτο μου, Κρεπ’.
‘Χάρηκα, Θωμάς’.
‘Καλά, πως στο διάβολο βρέθηκες πάνω στην πλάτη μου; Έπεσες από κανένα δέντρο;’
‘Εκτελούσα διπλό σάλτο με σπαγγάτο. Ω, ναι, είμαι πολύ ευλύγιστος παρά τα κιλά μου, αποτέλεσμα γενετικής τεχνολογίας. Θα μπορούσα να είχα γίνει πρωταθλητής, αλλά όπως γνωρίζετε, τα αθλήματα χωρίς μηχανική υποστήριξη απαγορεύονται. Η μια αγία και οσία γενετική τεχνολογία. Χωρίς αυτήν ..’
‘… ναι, χωρίς αυτήν … αχ, με σακάτεψες καριόλη … θα είχαμε παραμείνει άνθρωποι’ του είπε ο Κρεπ.
‘Αα … από κάτω έρχεστε;’ τον ρώτησε έντρομος ο Θωμάς. Είχε ακούσει για τους ανθρώπους που έμεναν στην ανήλιαγη και βρομερή αντανάκλαση του κόσμου στον οποίο είχε μεγαλώσει. Μέσα σε τόνους σκουπιδιών που έμοιαζαν με πόλεις, απέραντες εκτάσεις που έφταναν μέχρι τον πυρήνα της Γης. Ένα  νεκροταφείο πολιτισμών στο οποίο ήταν κρυμμένα μεταξύ άλλων πολύτιμα μέταλλα, συλλεκτικά αντικείμενα άλλων εποχών, ιστορικά κειμήλια. Πράγματα που μόνοι οι Υπόγειοι μπορούσαν να εκτιμήσουν μέσα από βιβλία που είχαν βρει στα χαλάσματα  και που τα πουλούσαν για ένα μπουκάλι νερό στους λοβοτομημένους πολίτες του πάνω κόσμου. Δεν είχε βρεθεί τρόπος να τους εξολοθρεύσουν μια και το υπέδαφος της Γης ήταν γεμάτο λαβυρίνθους τους οποίους φρουρούσαν καλά οι Υπόγειοι. Απ’ τη μεριά τους και εκείνοι δεν έβγαιναν στην επιφάνεια παρά μονάχα για να κάνουν εμπόριο. Η ισορροπία ήταν πολύ λεπτή αλλά κατά ένα παράξενο τρόπο διατηρούνταν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα εδώ και πολλές δεκαετίες.
‘Δε μου λες; Θα μου μιλάς με το σεις και με το σας για πολύ ακόμη; Ναι, από κάτω έρχομαι, πουλάω μικροκυκλώματα. Έτσι επιβιώνω. Α, και εκεί σκοπεύω να γυρίσω. Αλλά έτσι όπως με κατάντησες να δω πως θα το κάνω’.
‘Να σου πω την αλήθεια, δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Δεν μου επιτρέπεται εκτός κι αν είσαι πιστοποιημένος έμπορος των Υπογείων. Αν και σ’ αυτή την περίπτωση ακόμα …’
‘Μα ακούς τι λες; Πιστοποιημένος έμπορος; Πόσοι απ’ τους Υπόγειους είναι πιστοποιημένοι νομίζεις; Μοναχά κάτι γλύφτες δικοί σας που τους έχουν εξορίσει στα υπόγεια μας’. Ο Θωμάς έκανε να φύγει. Δεν άντεχε άλλο τη βωμολοχία και την επιθετικότητα του Κρεπ. Στο φινάλε, ας έμενε εκεί να σαπίσει. Και δεν θα σάπιζε, όλο και κάποιο κλιμάκιο που περιπολούσε θα τον μάζευε. Ήταν καιρός να συνεχίσει την βόλτα του. Μόλις όμως έκανε δυο βήματα πιο πέρα η φωνή του Κρεπ βγήκε αυτή τη φορά παρακλητική, γεμάτη πόνο. Τα ανδροειδή ασφαλείας θα τον μετέφεραν σε κάποιο αποστειρωμένο αστυνομικό τμήμα και εκεί θα αποφασίζονταν αν θα τον έστελναν για θεραπεία ή θα τον επέστρεφαν στους ομοίους του και στην τύχη του. Σίγουρα ο Θωμάς δεν ήταν κι αναίσθητος. Οι όποιες αντιστάσεις του κάμφθηκαν εύκολα.
‘Έλα, θα σε πάρω σπίτι να δούμε τι έχεις και θα σε φτιάξω’.
‘Κοίτα, σε περίπτωση που δεν το κατάλαβες και  μεις οι Υπόγειοι άνθρωποι είμαστε. Δεν μας φτιάχνεις κι απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Εκτός αν με μπέρδεψες με το οικιακό σου ρομπότ’.
‘Μπα, που ήξερες ότι έχω; Την περασμένη βδομάδα το πήρα! Κι όσο γι αυτό που λες, εσείς οι Υπόγειοι έχετε κακή σχέση με την πραγματικότητα. Επιμένετε να ζείτε σ’ άλλες εποχές…’.
‘Ναι, γιατί τότε κατά πως έχουμε καταλάβει, ζούσαν πραγματικά’.
‘Μπορεί, μα δεν θεράπευαν το 98% των παθήσεων πατώντας μονάχα μερικά κουμπιά. Έλα, πάμε σπίτι και θα σου δείξω. Μονάχα μην κάνεις κουβέντα σε κανένα για Υπόγειους κι άλλες τέτοιες αηδίες. Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι είστε μερικές χιλιάδες αθώοι που έχετε επιλέξει να ζείτε μέσα στη Γη’.
‘Χα,χα,χα ωραία τα λες. Για ψάξε στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου. Εκεί που σου χουν κάνει την τομή όταν ήσουν 3 χρονών …’
‘Ξέρω, δεν χρειάζεται να μου πεις. Ας αφήσουμε αυτή τη κουβέντα γι αργότερα. Σε λίγο θα γεμίσει κόσμο και θα σε κοιτάζουν λιγάκι καχύποπτα μ’ αυτά τα κουρέλια που φοράς. Αν και κρίνοντας από περιγραφές άλλων περίμενα κάτι πολύ χειρότερο’.
‘Η αλήθεια είναι ότι φροντίζω να βάζω τα καλά μου όταν ανεβαίνω στα μέρη σας. Όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά επειδή αν συναντήσω καμία απ’ αυτές τις ανοργασμικές γκόμενες που κάνουν ‘κρα’ για να πηδηχτούνε, να με περάσει για έναν από σας και να την κουτουπώσω. Δεν ξέρεις πόσο εύκολα πέφτουν οι δικές σας. Εμείς πρέπει να τις πηδήξουμε πρώτα το μυαλό για να το κάνουμε. Άλλο δράμα αυτό.’
‘Πάντα έτσι μιλάς;’ του είπε ο Θωμάς ενώ με δυο κινήσεις σαν να σήκωνε ένα μικρό σακί με βαμβάκι, τον έβαλε στον ώμο και ξεκίνησε για το σπίτι του. Ο Κρεπ εντυπωσιάστηκε με τη δύναμη και τη δεξιότητα στις κινήσεις. Τόσο που κατάφερε να φτάσει στο σπίτι του μάγειρα χωρίς να τον βρίσει μια κι ο Θωμάς είχε βάλει την ηλεκτρονική σφυρίχτρα στα χείλη του και σφύριζε καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής εκείνη την φασαρία που την ονόμαζε μουσική.
Ο μάγειρας  διέσχισε χωρίς ίχνος κόπωσης τα τρία τετράγωνα με παρόμοιες κατοικίες μέχρις ότου φτάσει στο δικό του σπίτι. Ένα διώροφο οίκημα με κατάλευκους τοίχους που απ’ τη μια μεριά που έβλεπε σε ένα μικρό περιποιημένο κήπο με συνθετικά λουλούδια και ένα ενεργειακό δέντρο, είχε τεράστιες γυάλινες επιφάνειες που ξεκινούσαν απ’ το έδαφος και τελείωναν στην ταράτσα.
Ο Θωμάς τοποθέτησε προσεκτικά τον Κρεπ σε ένα υπέρδιπλο κρεβάτι και έπειτα σαν να φώναζε κάποιον που ραχάτευε μέσα στο σπίτι έδωσε εντολή στον υπολογιστή του να ανοίξει το πρόγραμμα αντιμετώπισης έκτακτων περιστατικών. ‘Βελιγκέκα, θέλω να σαρώσεις την σπονδυλική στήλη του καλεσμένου μου και να μου προτείνεις αντιμετώπιση και αγωγή’.
‘Πως τον είπες; Δεν πρέπει να ‘χω ξανακούσει αυτό το όνομα. Αυτός λοιπόν θα με σώσει;’
‘Αυτό κι όχι αυτός έχει τόσα ιατρικά δεδομένα μέσα του που μπορεί να σώσει και ετοιμοθάνατο’.
‘Θα προτιμούσα μια φυσική θεραπεία. Ποιος ξέρει τι χημικές αηδίες θα μου ρίξει στο αίμα μου για να αισθανθώ καλύτερα’. Κι έπειτα, αφού σκέφτηκε για λίγο γύρισε για άλλη μια φορά έντρομος τον αυχένα του μέχρι εκεί που μπορούσε και τον ρώτησε: ‘Θα με χειρουργήσει κιόλας;’
‘Ναι, με τη βοήθεια του Π22, του οικιακού μου ρομπότ που είναι αυτή τη στιγμή στη ταράτσα και φορτίζεται, θα σε κόψει στα δυο και μετά από δυο ώρες θα σε ξανακολλήσει. Ε, εκεί γίνεται καμιά φορά και κανένα λαθάκι, ξέρεις τώρα … Οι λεπτές κινήσεις δεν ήταν ποτέ το φόρτε των ρομπότ’. Ο Κρεπ χλώμιασε.
‘Έλα, ηρέμησε’ του είπε ο Θωμάς, ‘δεν έχετε χιούμορ μονάχα εσείς οι Υπόγειοι…’. Αλήθεια, για πες μου, τι δώρο θα μου κάνεις τώρα που θα σε κάνω καλά;’
‘Ε;’ μουρμούρισε ο Κρεπ.
‘Τίποτα, πλάκα έκανα πάλι’.
‘Το χωρατό το ‘χεις εύκολο μου φαίνεται’.
‘Εμείς οι παχουλοί … ‘. Ο Κρεπ ένοιωσε τα βλέφαρα του να βαραίνουν κι αποφάσισε ν’ αφεθεί στην αγκαλιά του Μορφέα κι ότι ήθελε ας γίνει. Αν και οι καταστροφές που είδε στο όνειρο του, υπόγειες πόλεις να αναποδογυρίζουν και στο κάτω μέρος τους να ξεπροβάλλουν πλοκάμια γεμάτα μικρουπολογιστές που επαναπρογραμμάτιζαν κάθε τι ανθρώπινο και το μετέτρεπαν σε άβουλες μηχανές θα μπορούσαν να τον είχαν επαναφέρει στο δωμάτιο με το Π22 να βρίσκεται από πάνω του απλώνοντας λέιζερ ακτίνες, τοποθετώντας αναίμακτα, εμφυτεύματα από συμπαγές ζελέ στα σημεία όπου υπήρχαν τα ραγίσματα. Ο Κρεπ θα ξύπναγε και θα αισθανόταν σαν καινούριος. Μόνο που ο ύπνος του θα διαρκούσε κάτι παραπάνω από μερικές ώρες όπως εκείνος είχε νομίσει.
‘Τι λες ρε φίλε; Τρεις μέρες ήμουν πάνω σ’ αυτό το πράγμα; ‘
‘Ακριβώς και τώρα μπορείς να σηκωθείς, να τρέξεις, να πηδήξεις, να κάνεις ότι θέλεις όπως πριν κι ακόμα καλύτερα!’
‘Σαν διαφήμιση ακούγεσαι. Όχι ότι μου κάνει εντύπωση … τι να πω’. Ήταν ήδη όρθιος και περπατούσε χωρίς καμία δυσκολία. ‘Σου χρωστάω φίλε’.
‘Το δώρο’.
‘Ποιο δώρο; Α, ναι, ξέρω, μου κάνεις πλάκα. Πάντως σου είμαι υποχρεωμένος κι εδώ που τα λέμε κάτι έχω στο νου μου που νομίζω ότι θα σε ενθουσιάσει’.
‘Σαν τι δηλαδή;’
‘Ένα βιβλίο. Με τι ασχολείσαι;’
‘Βιβλίο; του είπε δύσπιστα. Τα βιβλία είχαν εξαφανιστεί εδώ και αιώνες απ’ τη Γη και τα θεωρούσε εντελώς άχρηστα. ‘Μάγειρας είμαι’.
‘Τέλεια. Νομίζω πως σου χω κάτι που θα σε ξετρελάνει’. Ο Θωμάς σκέφτηκε ότι ο νέος του φίλος πρέπει να ήταν εντελώς άσχετος με την μαγειρική μια και βιβλία που να εξηγούν πώς  παρασκευάζονται τα χάπια που κατανάλωναν εξ ολοκλήρου πια οι άνθρωποι δεν είχαν προλάβει να γραφτούν. Όλα ξεκίνησαν απ’ τους υπολογιστές. Όλες οι πληροφορίες και οι συνταγές βρίσκονταν εκεί.
‘Είναι ένα βιβλίο για πίτες’
‘Πίτες;’
‘Ναι, πολύ πιθανόν να μην έχεις ακούσει ποτέ τίποτα γι αυτές. Αλλά φίλε, δεν πρέπει να έχουν καμία σχέση με τις αηδίες που τρώμε εμείς’.
‘Αηδίες; Έχεις φάει χάπια απ’ τα χέρια μου; Να σου φτιάξω εγώ δίχρωμο χάπι από πράσινη και κίτρινη πάστα με πορτοκαλιές βιοσταγόνες να ξερογλύφεσαι για τέσσερα ολόκληρα δευτερόλεπτα. Και μετά να σε αποτελειώσω με τρεις αποχρώσεις του γκρι σε trendy καλαμάκι’. Ο Κρεπ ανακάθισε στην αναπαυτική συνθετική πολυθρόνα και κοίταξε τον Θωμά στα μάτια.
‘Είσαι βαθιά νυχτωμένος φίλε μου. Το επάγγελμα σου δεν είχε καμία σχέση τότε μ’ αυτό που είναι τώρα. Υπάρχουν όμως κάποιες καλά φυλαγμένες περιοχές όπου οι έχοντες αυτού του τόπου, αυτής τουλάχιστον της περιοχής που γνωρίζω, καλλιεργούν σπόρους που έχουν διατηρηθεί μέσα απ’ τους αιώνες σαν ένα καλά κρυμμένο μυστικό. Το θέμα είναι ότι αυτά που τρώνε είναι ωμά. Δεν ξέρουν να πειραματιστούν γιατί δεν έχουν τις συνταγές. Και χωρίς αυτές το κεφάλι τους δεν μπορεί να χωρέσει την απλότητα της μαγειρικής που εφαρμόζονταν στην παλιά Γη’. Ο Θωμάς κινδύνευε να πάθει εξόφθαλμο βρογχοκήλη μ’ αυτά που άκουγε και παρόλο που ήταν τρομερά δύσπιστος σε ότι είχε να κάνει με το παρελθόν, η περιέργεια είχε αρχίσει να τον κυριεύει. Η σκέψη και μόνο να έχει στα χέρια του καινούρια υλικά με τα οποία θα μπορούσε να ξεφύγει απ’ την ανιαρή παρασκευή των χαπιών τον γέμιζε με ενέργεια και ανυπομονησία.
Την επόμενη μέρα, κάμποσα χιλιόμετρα πιο βόρεια απ’ το σπίτι του Θωμά, η βαρώνη Άννα Van Pielsen έδινε εκνευρισμένη φωνητικές εντολές στο πρόγραμμα διαχείρισης των επαφών της, σαν να είχε μπροστά της κάποιο έγχρωμο υπηρέτη που ζούσε υπηρετώντας την σε μια αποικιακή έπαυλη στις αρχές του 20ου αιώνα. ‘Αχ, τέλειωνε επιτέλους, άχρηστε Chandler. Τι σου ζήτησα εδώ και μέρες; Τι σου ζήτησα ηλίθιο πράγμα;’
‘Δεν είμαι πράγμα κυρία. Είμαι το πρόγραμμα διαχείρισης Τ32, έκδοση 4.2 με κωδικό όνομα Chandler’.
‘Μου έχεις έτοιμη τη λίστα των καλεσμένων;’
‘Εννοείτε την λίστα των καλεσμένων;’
‘Αχ … ναι, ηλίθιο, τη λίστα των καλεσμένων. Πόσες φορές πια …’
‘Να εκτυπώσω;’
‘Τι να εκτυπώσεις βρε άχρηστο; Αφού σου είπα ότι δεν θα τους καλέσουμε όλους και εσύ ετοίμασες προσκλήσεις για 2516 ονόματα. Βλαμμένο’
‘Αν η κυρία συνεχίσει να μου απευθύνεται με αυτό τον τρόπο θα περιέλθω σε κατάσταση αναμονής’
‘Μωρέ τι μας λες … . Λοιπόν, σου ξαναλέω ποια θα είναι τα ονόματα. Κανόνισε να τα κάνεις μούσκεμα και πάλι’.
‘Μούσκεμα δεν είμαι σε θέση να τα κάνω γιατί είμαι …’
‘Πρόγραμμα! Το ξέρω!’. Η Άννα Von Pielsen έδωσε ένα χαστούκι στην οθόνη και απομακρύνθηκε στα ενδότερα της κρεβατοκάμαράς της. ‘Μια απ’ τα ίδια’ σκέφτηκε ‘πάλι μια απ’ τα ίδια’. Όπως κάθε Χριστούγεννα – τι μπανάλ γιορτή! πότε επιτέλους θα την καταργήσουν αφού κανείς δεν πίστευε; αλλά, βέβαια, ήταν το κέρδος στη μέση, το εμπόριο, η οικονομία κι άλλες παρόμοιες αηδίες που υποστήριζε ο άντρας της - θα ερχόντουσαν οι φίλες της με τα νέα ολόλευκα φορέματά τους και θα φλυαρούσαν ακατάπαυστα μέχρι την αυγή. Ενώ οι σύζυγοι απ’ την άλλη μεριά θα έπαιζαν γκολφ στον κήπο, θα καταβρόχθιζαν τα πολύχρωμα χάπια αυτού του ηλίθιου του Μαρκ και θα κατέληγαν τύφλα στο μεθύσι πάνω στους ανθρακονιμάτινους καναπέδες της τα ξημερώματα. Και όχι τίποτα, θα έπρεπε για μια ακόμη φορά να ακούει τις ταπεινωτικές παρατηρήσεις της κολλητής της σχετικά με τη διακόσμηση του σπιτιού. ‘Τη πλήξη Θεέ μου!’ μουρμούρισε. 
(συνεχίζεται ...)


Υ.Γ.: Επειδή ξέρω ότι όλοι θα βρίσκεστε με την μπουκιά στο στόμα, το μελομακάρονο μισοτελειωμένο, άγρυπνοι μπροστά στις οθόνες περιμένοντας τη συνέχεια αυτού του αριστουργήματος, σας πληροφορώ ότι το δεύτερο μέρος θα 'ανέβει' στις 27 Δεκεμβρίου. Χρόνια Πολλά!