Wednesday, October 24, 2012



Pierre Chabrèle, A total musician!


Pierre Chabrèle


PierreChabrèle is a class act, a visionary trombonist with a totally identifiable sound and superb swing. 

His flamboyant & unique trombone style knows no borders. Yet, Chabrèle’s extraordinary talents don’t stop there, he is a versatile multi-instrumentalist, multifaceted composer, eclectic  arranger and accomplished producer. 
In other words, a total musician, whose professional career spans over 30 years.. 
As a child, Pierre Chabrèle starts playing music instinctively. He takes up trombone when he arrives in Paris at the age of 19 after having studied guitar, bass guitar and percussion in the Caribbean  where he was born in 1962.

The first two years in Paris, Pierre Chabrèle is active in the West Indian music scene. To complement this, he takes classical music classes at the conservatory for 8 years where his teacher is Jacques Toulon, a soloist with the Orchestra de Paris. This meeting would change his life. 
His talent is spotted very quickly by some of the big names in the music business and in 1985 he embarks on an international career playing music professionally around the globe. Since then, Pierre Chabrèle has explored almost every musical form and performed with some of the greats including: Touré Kunda, Youssou N’Dour, Alpha Blondy, Kassav, Tiken Jah Fakoly, Percy Sledge ...

1993 sees the birth of Chabrèle’s group Clan Destin which criss-crosses Afro-Caribbean rhythms with high-energy funk and groove influences. The band is slick and professional in the traditional Afro-Caribbean style yet with a sound that is totally contemporary. 
In 1996, he revives Kalpata, a group he’d originally started before leaving his native Martinique. This music is more culture-based, reflecting Pierre Chabrèle’s own culture, celebrating the legacy of his Afro-Caribbean roots and his multiethnic influences.

Since 1999 he’s been performing regularly with Makaïa, Boney Fields and the Bone’s Project , Gospel pour 100 voix, amongst others who include some of his compositions & arrangements in their group repertoires. 
Since 2004, Pierre Chabrèle has been involved in the creation of several groups and music projects.

   Kompabrass, a brass band collective which takes the greatest of the great Haitian compas classics and readapts them for the wildest of wild horns.

   Melting Point, Paris-based jazz fusion septet whose members come from the cream of the Paris jazz scene and the four corners of the world. A made-in-Paris style of Afro-Jazz.

   The Creole Jazz Orchestra, a big band which continues the festive Creole Jazz tradition where musicians play & everyone dances. A sophisticated blend of tradition and modernity which goes beyond beguin. The Creole Jazz Project objective is to provide a musical platform for all Creole musicians & composers worldwide.

Since 2011, Pierre has been performing with the fabulous gospel and soul diva, Liz McComb. 
A regular on TV alongside international stars such as  Lionel Richie, Khaled, Paul Anka, Michael Bublé. Pierre Chabrèles compositions are also featured as credits.

Pierre Chabrèle’s music is a festive fusion of diverse musical forms. It’s innovative, refined and jubilant. One of the most talented and inventive musicians of his generation, Pierre Chabrèle is continuously experimenting, arranging and reinventing music for the future.
His latest piece of music, Salty Kiss can be found here. Enjoy!!!

Info provided by BrendaTurnnidge 2012



024-010-2012

Sunday, October 21, 2012

Διακοπές στο Χωριό, Κεφάλαιο Όγδοο - Φινάλε


VIII.



Έφθασε στην πανσιόν του Αντόνιο περασμένες τέσσερις. Την άλλη μέρα δεν θυμόταν τι μεσολάβησε απ’ τη στιγμή που κατέβηκε απ’ την μηχανή μέχρι να βρεθεί ξαπλωμένος στο σκληρό στρώμα του δωματίου. Γι αυτό και όταν ο ήλιος εισέβαλε απρόσκλητος μέσα απ’ τα τζάμια της μπαλκονόπορτας και τον ξύπνησε πολύ πριν από όσο θα θελε, συνειδητοποίησε πως το βράδυ είχε ξεχάσει να τραβήξει την σκουρόχρωμη κουρτίνα που θα τον προστάτευε. «Τι βάρβαρος τρόπος να ξυπνήσεις» μουρμούρισε προσπαθώντας με κόπο να προσαρμόσει το βλέμμα του στον ηλιόλουστο χώρο. Παρατήρησε εύθυμα ότι απ’ τη μέση και πάνω φορούσε πουκάμισο και από κάτω ήταν ξεβράκωτος! «Μήπως κοιμήθηκα με την Δήμητρα και δεν το κατάλαβα;» σκέφθηκε καθώς έκανε την κίνηση που είχε παραλείψει πριν πέσει για ύπνο. Έπειτα κοίταξε το ρολόι. Ήταν οκτώ παρά δέκα. Συζήτησε με τον εαυτό του την πιθανότητα να ξανακοιμηθεί. Δεν πέρασαν ούτε δυο λεπτά απ’ τη στιγμή που οριζοντιώθηκε όταν κουδούνισε το κινητό του. Η φωνή της Βέρας ακουγόταν νυσταγμένη.
«Γεια σου Λάκη μου, σε ξύπνησα;» . Ο Μιχάλης ήξερε ότι αυτό το υποκοριστικό ισοδυναμούσε με δυσαρέσκεια. Πριν αναχωρήσει απ’ την Ελλάδα είχαν μείνει σύμφωνοι να μην έρθουν σε επαφή κατά την διάρκεια της απουσίας του παρά μόνο αν προέκυπτε κάποια ανάγκη. Ή μάλλον εκείνος το είχε απαιτήσει.
«Μου λειψες. Δεν άντεξα και σε πήρα. Πως τα περνάς κάθαρμα;»
«Και μένα μου λειψες. Όλα καλά; Τις τελευταίες τρεις μέρες έχουν συμβεί σημεία και τέρατα. Θα στα πω όμως από κοντά πολύ σύντομα. Επιστρέφω. Θα σε πάρω μόλις ξεκινήσω».
«Ελπίζω να μην έμπλεξες με καμιά Ιταλίδα και να μας ξέχασες». Τον ευχαριστούσε το ενδιαφέρον της. Το τηλεφώνημα της τον ξύπνησε για τα καλά. Έπρεπε να ξεμπερδεύει μ’ αυτή την ιστορία. Σχημάτισε τον αριθμό της Δήμητρας.


Ο τάφος του Τσέτρι βρισκόταν καταμεσής του αμπελώνα που απλώνονταν σε μια μικρή κοιλάδα μερικά μέτρα πιο κάτω απ’ το αρχοντόσπιτο της οικογένειας. Το χωμάτινο μονοπάτι που έφτανε στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο είχε ανοιχτεί πρόσφατα μέσα απ’ τα κλήματα. Η Δήμητρα παρατήρησε ότι κάποιος καθάριζε και φρόντιζε το μνήμα πολύ συχνά. Υπήρχαν πανέμορφα φρέσκα αγριολούλουδα σε ένα χτιστό βάζο από λαμπερό αλάβαστρο στην κορυφή της μαρμάρινης πλάκας που ήταν κεκλιμένη και στραμμένη προς την ανατολή. Ο σταυρός με το όνομα του ήταν αρκετά μεγάλος σε ύψος και ξεχώριζε από μακριά. Το πρωινό βοριαδάκι χάιδευε απαλά τα κατάμαυρα μαλλιά της καθώς στεκόταν πλάι του και αγνάντευε την βραχώδη άκρη του λόφου και στο βάθος το βαθύ μπλε της θάλασσας. Πόσο θα την ευχαριστούσε αν αυτή η γλυκιά ανατριχίλα που ένοιωθε προερχόταν από ένα άγγιγμα του. Πως θα ήταν άραγε η σχέση τους αν τον ανακάλυπτε έστω και μερικούς μήνες νωρίτερα; Είχε μάθει να ζει με την απουσία του, τώρα θα μάθαινε άραγε να ζει με την ματαιότητα της; Τους λογισμούς της διέκοψε ένα άλλο άγγιγμα, πιο γήινο.
«Όμορφα είναι εδώ πάνω. Αυτό το μέρος είναι τόσο ιδιαίτερο όσο και το κρασί του. Αλήθεια έχεις πιεί λευκό κρασί του πατέρα σου;» της είπε ο Μιχάλης. Την είχε αφήσει μόνη  με τις σκέψεις της κάμποση ώρα.
«Ναι, ήταν και το πρώτο πράγμα που έκανα αφότου έμαθα για την ύπαρξη του. Να πιω ένα μπουκάλι στην υγειά μας. Έτσι για το καλωσόρισμα. Κι ας μην ήμασταν μαζί. Κι ας αισθανόμουν ότι ουσιαστικά τίποτε δεν με συνδέει μαζί του παρά μόνο η συγγένεια».
«Αλήθεια τι είχατε πει εκείνο το βράδυ;»
«Κάτω από άλλες προϋποθέσεις θα σου ‘λεγα πως είσαι αδιάκριτος. Όμως έπειτα από όλα αυτά που περάσαμε χθες βράδυ μαζί….»
«Δεν θα επιμείνω. Καταλαβαίνω πως είναι κάτι προσωπικό».
«Ήταν πολύ αμήχανα. Και απ’ την δική μου αλλά και απ’ την δική του πλευρά. Δεν μιλήσαμε πάνω από δέκα λεπτά. Ρωτούσε ο ένας τον άλλο τι κάνει, πως τα περνάει. Μου είπε ότι μαθαίνει νέα μου απ’ την Μαρίνα την μητέρα μου. Κανείς δεν έθιξε το επίμαχο θέμα, ούτε πώς ούτε γιατί. Δεν απογοητεύτηκα. Ίσα ίσα που ανακουφίστηκα που δεν μπήκαμε σε τίποτα λεπτομέρειες. Στο τέλος μου πρότεινε να ειδωθούμε. Στο Βέλγιο, στην Ιταλία, στην Κέρκυρα, όπου ήθελα. Ακουγόταν κουρασμένος αλλά θέλω να πιστεύω και χαρούμενος. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις όπως δυστυχώς και εγώ».
«Θα θελες να πηγαίνουμε;». Ο Μιχάλης έπιασε το χέρι της και οι δυο τους κατηφόρισαν προς το χωριό. Σε λίγη ώρα θα βρισκόντουσαν και πάλι στο νοσοκομείο. Πρώτα όμως έπρεπε να περάσουν απ’ την πανσιόν του Αντόνιο.

Βρήκαν τον ιδιοκτήτη  καθισμένο με μια εφημερίδα στο χέρι να ξεκουράζεται απ’ την πρωινή φροντίδα του κήπου.
«Καλημέρα αμίκο, πως είσαι;» του είπε και σηκώθηκε να του σφίξει το χέρι. Τα νέα είχαν ήδη κυκλοφορήσει στο μικρό χωριό. Ο κόσμος μίλαγε για το επεισόδιο με τον Ντιάρκο και κάποιοι διέδιδαν ότι είχε βάλει το χεράκι του και ένας ξένος. Ο Αντόνιο γνώριζε κάποιον που φαίνεται ότι τελικά δεν πήρε στα σοβαρά τις προειδοποιήσεις του.
«Το πρωί δεν σε πρόλαβα. Βρισκόμουν κατάλαβες που και μέχρι να βγω…Η σινιόρα;» Ο Αντόνιο χρειάστηκε να κρατηθεί απ’ την ξύλινη καρέκλα μόλις άκουσε ποια ήταν η γυναίκα με τα πυκνά φρύδια και το ωραίο χαμόγελο που στεκόταν λίγο πιο πίσω απ’ τον Μιχάλη.
«Δηλαδή θες να μου πεις ότι με την Δήμητρα είμαστε…..συγγενείς;».
«Θα μπορούσατε να το πείτε και έτσι» του απάντησε έκπληκτη εκείνη. Ο Αντόνιο φώναξε την Μάρτα και οι τέσσερις τους κάθισαν στον νοτισμένο κήπο γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι φορτωμένο με φρέσκο καφέ, μερικές φέτες ψωμί και ντόπιο μέλι συζητώντας για τον Τσέτρι και τα γεγονότα της περασμένης νύχτας. Οι λεπτομέρειες που γνώριζε ο Μιχάλης για το σκοτεινό παρελθόν του οινοπαραγωγού δεν αναφέρθηκαν απ’ τα ξαδέρφια του. Άλλωστε όσα δεν γνώριζε η κόρη του δεν υπήρχε λόγος να τα μάθει. Δεν έτρεφε αυταπάτες. Ο πατέρας της ήταν ένας ήπιος γκάγκστερ!
Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε έξω απ’ την πανσιόν και ο θόρυβος διέκοψε την κουβέντα. Στην είσοδο φάνηκε η μικρόσωμη σιλουέτα του επιθεωρητή Ζαλέτι.
«Θυμήθηκα ότι μου είχες πει πως μένεις σ’ αυτό το μέρος και ήρθα να σε αναζητήσω. Έρχομαι απ’ το νοσοκομείο. Η ομάδα δεν τράβηξε, έχουμε απώλειες». Ο Ζαλέτι αρέσκονταν στο να ποδοσφαιροποιεί τις καταστάσεις όσο κρίσιμες και αν ήταν. Ήταν φανατικός Ναπολιτάνος και δεν έχανε εύκολα αγώνα της ομάδας του. Επειδή ήταν βραχύσωμος και το παρουσιαστικό του θύμιζε λίγο τον μάγο της μπάλας που άφησε εποχή στον Νότο, τον αποκαλούσαν Ντιεγκίτο. Μια μικρή αστάθεια στο βάδισμα ήταν το κουσούρι που του είχε αφήσει η μέχρι τώρα εμμονή του με τις υποθέσεις πίσω απ’ τις οποίες κρυβόταν η ιταλική Μαφία.
«Ο Ντιάρκο έπαθε ένα ακόμα ισχυαιμικό επεισόδιο και δεν άντεξε». Τα μαύρα εκφραστικά του μάτια αναζήτησαν το ανήσυχο βλέμμα του Μιχάλη. «Ύστερα απ’ αυτή την εξέλιξη θα σας συμβούλευα να επισπεύσετε την αναχώρηση σας. Μου αρκεί η κατάθεση του υπηρέτη. Ο Μάριο θα μπει σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων, θα αλλάξει όνομα και θα εξαφανιστεί απ’ το χωριό του. Για την ώρα θα έχουμε ησυχία αλλά μόλις αποφασιστεί ποιός θα αναλάβει τα καθήκοντα του Ντιάρκο όλο και  κάποιου οι ορέξεις θα ανοίξουν.».
«Και ο Νικηφόρος;»
«Είναι πολύ καλύτερα, εγχειρίστηκε το πρωί. Αλλά θα σας τα πει ο ίδιος από κοντά. Φαντάζομαι ότι θα περάσετε μια βόλτα απ’ το νοσοκομείο καθώς θα φεύγετε. Μέχρι τότε θα έχει αναλάβει πλήρως απ’ τη νάρκωση. Εγώ φεύγω και όπως είπαμε. Το παιχνίδι έληξε. Τσάο!»
«Μισό λεπτό» τον σταμάτησε η Δήμητρα. «Τον δημοσιογράφο τον βρήκατε;»
«Δυστυχώς αρκετή ώρα μετά απ’ τους διώκτες του. Νεκρό».
Το γελαστό πρόσωπο της Δήμητρας παραμορφώθηκε στο άκουσμα της τελευταίας λέξης. Τα τρομαγμένα μάτια της έμειναν να παρακολουθούν το αστείο βάδισμα του επιθεωρητή προς την έξοδο. Το εισιτήριο επιστροφής που έβγαλε απ’ τις Βρυξέλλες ήταν για την επόμενη μέρα το πρωί. Πως θα κυλούσε άλλη μια μέρα σε ένα τόπο που μύριζε αίμα; Ο Μιχάλης που παρατήρησε την απότομη μεταβολή στην διάθεσή της έσπευσε να την καθησυχάσει.
«Έχουμε χρόνο ακόμα, μην ανησυχείς».
«Πως μπορείς να είσαι τόσο βέβαιος;».
«Οι μαφιόζοι μπορεί να είναι αδίστακτοι αλλά δεν θα σκοτώσουν πάλι τη στιγμή που ενδεχομένως να πρέπει να φυλαχτούν και οι ίδιοι απ’ τους επίδοξους μνηστήρες για την θέση του Ντιάρκο» της πέταξε η Μάρτα που παρακολούθησε την κουβέντα με τον επιθεωρητή. «Κάτι ξέρουμε και εμείς, πίστεψε με».
Τα ξαδέρφια του Τσέτρι της κράτησαν συντροφιά μέχρι ο Μιχάλης να μαζέψει τα ρούχα του και να ετοιμαστεί. Κάποια στιγμή φώναξε τον Αντόνιο.
«Χρειάζομαι ένα δεύτερο κράνος για τη φίλη μου. Που μπορώ να βρω στο χωριό;»
«Πολύ ευχαρίστως να σου δώσω το δικό μου και μην ανησυχείς. Πέρσι το αγόρασα, δεν έχει καμιά σχέση με την ηλικία μου! Ήλπιζα ότι κάποια μέρα θα βγαίναμε βόλτα παρέα αλλά με το ξερό σου το κεφάλι τα πράγματα ήρθαν αλλιώς».
«Και εγώ θα το θελα Αντόνιο. Την επόμενη φορά…»
«Μα και βέβαια. Θα χαρούμε να σας ξαναδούμε. Όσο για κάποιους άλλους μάλλον θα σε έχουν ξεχάσει μέχρι τότε….»

Ο Μιχάλης έριξε μια κλεφτή ματιά στον καθρέπτη καθώς άφηναν πίσω το σταυροδρόμι που οδηγούσε στο Χωριό. Ακόμα μπορούσε να διακρίνει την πρώτη στροφή και το σημείο όπου βρισκόταν ο ξενώνας του Αντόνιο και πιο πίσω την είσοδο του χωριού. Το ασυνήθιστο σφίξιμο που ένοιωθε στην μέση τον εμπόδιζε να απολαύσει τις τελευταίες εικόνες της τοποθεσίας. Η συνεπιβάτης του τον είχε αγκαλιάσει ασυναίσθητα με παραπανίσια δύναμη. Δεν είχε ξανανεβεί σε μοτοσικλέτα. Προσπαθούσε να χαλαρώσει και να παρακολουθήσει την διαδρομή σαν να βλέπει ένα ντοκιμαντέρ δίχως σχόλια αλλά δεν έπαυε να αναρωτιέται κάθε φορά που η μηχανή έπαιρνε κλίση αν θα διατηρούσε την πορεία της μέχρι να επανέλθει στον κάθετο άξονα ή θα έχανε τα αυγά και τα πασχάλια όπως εκείνος ο άμοιρος ο ξένοιαστος καβαλάρης όταν τον πυροβόλησαν στο τέλος της ταινίας και σύρθηκε μέχρις εσχάτων στην αφιλόξενη επιφάνεια της ασφάλτου. Ή μήπως δεν είχε γίνει έτσι; Ευτυχώς η πρώτη εμπειρία σε δυο τροχούς έλαβε αίσιο τέλος με την άφιξη τους στο νοσοκομείο.
Στην υποδοχή έγινε έλεγχος των στοιχείων τους από ένα ένστολο αστυνομικό και έλαβαν τις απαραίτητες ταυτότητες για τους επισκέπτες. Ο Αλέξανδρος απουσίαζε απ’ το δωμάτιο που νοσηλευόταν ο γιος του. Στην λευκή πλαστική καρέκλα που ακουμπούσε στο άδειο κρεβάτι  καθόταν μια κομψή γυναίκα με κοντά βαμμένα κόκκινα μαλλιά γύρω στα εξήντα. Στα γόνατα της αναπαυόταν μια πρωινή εφημερίδα. Στην πρώτη σελίδα αναγραφόταν με πηχυαίους τίτλους η παρακάτω είδηση : ‘Η αλήθεια για το σκάνδαλο Τσέτρι’ από τον Λ. Μαντσιάνο.
«Μαμά; Πως; Πότε;» οι λέξεις έβγαιναν δύσκολα απ’ την έκπληκτη Δήμητρα.
«Ο Αλέξανδρος. Με πήρε χθες βράδυ. Καιρός ήτανε να μάθω και ‘γω για τον γιο μου δεν νομίζεις; Βρήκα μια πτήση αξημέρωτα και να μαι! Όσο για τον πατριό σου. Είναι για καφέ στον τελευταίο όροφο με τον αδερφό σου. Μάλλον έχει φοβηθεί πολύ για την ζωούλα του. Για να μην πω και καμιά άλλη κουβέντα. Δεν θα με συστήσεις;»
Τα μάτια του Μιχάλη είχαν καρφωθεί ασυναίσθητα σε εκείνη την εφημερίδα. «Αυτός ο τύπος έπαιζε διπλό παιχνίδι» του ξέφυγε αφηρημένα». Η Μαρίνα ήλπιζε ότι ο γοητευτικός άνδρας που ξεφύλλιζε ανυπόμονα την ‘Νοτίτσιε ντε λα Ματίνα’ ψάχνοντας για το επίμαχο άρθρο και συνόδευε την κόρη της ήταν κάτι παραπάνω από φίλος. Γι αυτό και απογοητεύτηκε όταν κατάλαβε ότι το ταξίδι του με τη Δήμητρα θα σταματούσε εδώ. Δεν υπήρχε πια λόγος να την συνοδεύσει στη Ρώμη για να πάρει το αεροπλάνο της επιστροφής. Κάπου ανακουφίστηκε και ο ίδιος μ’ αυτή την εξέλιξη. Είχε αναπτυχθεί μια οικειότητα μεταξύ τους η οποία πίστευε ότι έκρυβε μια ερωτική προδιάθεση από μέρους της. Εκείνη χάρηκε που δεν θα συνεχιζόταν η πορεία της σε δυο τροχούς αλλά νόμισε ότι θα ξαναβρισκόντουσαν το βράδυ στην πεφωτισμένη πρωτεύουσα για μια ρομαντική βραδινή βόλτα γύρω απ’ το Κολοσσαίο.
«Λέω να γυρίσω μέσω Μπάρι. Άλλωστε σ’ αφήνω σε καλά χέρια» της είπε κάπως αμήχανα αποφεύγοντας να αντικρύσει το συνοφρυωμένο της πρόσωπο. «Να πηγαίνω σιγά σιγά. Θα περάσω κι απ’ τον Νικηφόρο….θα σου στείλω μήνυμα μόλις φτάσω στην Ελλάδα» πρόσθεσε αδέξια.
Τελικά ήταν πιο δύσκολο απ’ όσο περίμενε. Ακόμα και για τον ίδιο παρόλο που η Δήμητρα δεν ήταν ο τύπος της γυναίκας που τον γοήτευε.
Ο Νικηφόρος υποδέχθηκε τον Μιχάλη περιστοιχισμένος από διάφορες συσκευές να λειτουργούν ολόγυρα του, σωληνάκια να εξέχουν και μια ευτραφή νοσοκόμα να τον προσέχει.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί ανησυχούν τόσο πολύ αγαπητέ μου. Χαίρω άκρας υγείας. Δεν το βλέπουν;» του είπε εύθυμα αλλά κάπως κουρασμένα.
«Ξέρεις;  Ειδοποίησαν τον αδερφό μου στην Κεφαλονιά. Άφησε γυναίκα, παιδιά, δουλειά – είναι πολιτικός μηχανικός και πολύ καλός, δουλεύει ακατάπαυστα – θα ‘ρθει να με δει. Φθάνει απόψε το βράδυ. Ο Ζαλέτι με ενημέρωσε για τον Λόρις και τον Ντιάρκο. Τι ιστορία κι αυτή! Αν τελικά δεν βρεθεί καμία διαθήκη η φίλη σου η Ρίτα τα παίρνει όλα και φεύγει. Αν δεν το χει κάνει ήδη! Να δικάσουμε κανένα δεν έχουμε. Οπότε….»
«Οπότε πολύ κακό για το τίποτα που θα λεγε και ο Σαίξπηρ».



Ο γκρίζος επιβλητικός όγκος του νοσοκομείου καθρεφτίζονταν στην τεχνητή λιμνούλα πίσω από την οποία στεκόταν εδώ και κάμποση ώρα η μηχανή του Μιχάλη, περιμένοντας υπομονετικά την στιγμή που θα ξεμουδιάσει και πάλι και θα ξεχυθεί παρέα με τον κύριο της στους δρόμους του κόσμου. Η ροή της επιστροφής τους διακόπηκε απ’ το πολύωρο διάλειμμα στο πλοίο. Μέχρι εκείνη την ώρα ο Μιχάλης είχε οδηγήσει πολύ γρήγορα κρατώντας  πρόσωπα, εικόνες και γεγονότα όμηρους της αδρεναλίνης και της αυτοσυγκέντρωσης. Νωρίς το απόγευμα έφτασε στο Μπάρι. Ανέβηκε στο κατάστρωμα του πλοίου, έκατσε σε ένα σιδερένιο παγκάκι και έπιασε να παρατηρεί τους συνεπιβάτες.

Σε λίγες ώρες θα βρισκόταν στο έμπα της πρωτεύουσας. Θα έφτανε  σπίτι. Η Βέρα θα τον περίμενε. Καθώς άφηνε πίσω του τον όμορφο Νότο άφησε και την νοσταλγία του για επιστροφή στην Αθήνα. Τόσο απλά και εύκολα. Ήθελε να συνεχίσει το ταξίδι με διαφορετική κατάληξη μα την μικρή του επανάσταση έπνιξε η λογική. Το ίδιο βράδυ βούλιαζε στην πολυθρόνα του γραφείου του. Η Βέρα κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο. Σύντομα όλα επανήλθαν στους φυσιολογικούς ρυθμούς και το μόνο που έμεινε εκτός απ’ τις αναμνήσεις που αραίωναν επιλεκτικά ήταν τα μηνύματα που του έστελνε συχνά πυκνά η Δήμητρα. Στο τελευταίο απ’ αυτά του έγραφε :
«Ο καιρός στις Βρυξέλλες είναι και πάλι βροχερός. Είμαι λίγο αδιάθετη και αποφάσισα να μην δουλέψω. Άνοιξα ένα μπουκάλι με λευκό κρασί του πατέρα μου και το ήπια στην υγειά σου…..» 

Τέλος


Monday, October 15, 2012

Διακοπές στο Χωριό, Κεφάλαιο Έβδομο


VII.



«Γνωριζόμαστε;» του πέταξε ενοχλημένη. Εκείνος την κοίταξε μέσα απ’ τα σχιστά του μάτια με ένα περιφρονητικό βλέμμα και απευθύνθηκε στον Μιχάλη. Στα μέρη του οι γυναίκες προορίζονταν για συγκεκριμένες χρήσεις.
«Άκου πως έχουν τα πράγματα. Σηκώνεστε χωρίς φασαρία και εξυπνάδες, μ’ ακολουθείτε μέχρι τ’ αυτοκίνητο, κάθεστε μπροστά και οδηγάς. Ξεκινάμε;». Αφού γλίστρησε και το τελευταίο γράμμα απ’ τα σφιχτά του χείλη, έκανε την διακριτική του εμφάνιση ο αποκλειστικός βοηθός για την διεκπεραίωση του σχεδίου. Το όπλο που αναπαυόταν κάτω απ’ την ιδρωμένη μασχάλη του υπέρβαρου πιστολέρο βρέθηκε σε κοινή θέα καθώς το δεξί χέρι του αφεντικού του έπιασε την εβένινη λαβή και το ελευθέρωσε απ’ το θηκάρι. Η Δήμητρα έβγαλε μια οξύτατη τσιρίδα που τον ξάφνιασε. Δεν περίμενε τέτοια αντίδραση. Και αμέσως μετά βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα μπουκάλι το οποίο δεν πρόφτασε να αποφύγει. Το πέταξε με δύναμη ο Μιχάλης και τον έκανε να χάσει την ισορροπία του και να βρεθεί φαρδύς πλατύς στο δάπεδο του μπαρ. Το πιστόλι ακολούθησε και αυτό την ίδια πορεία χωρίς όμως πια να υποστηρίζεται απ’ το χέρι του μπράβου. Η Δήμητρα το κλώτσησε μακριά και κατάφερε μια δυνατή κλωτσιά στο αναπαραγωγικό του σύστημα.
«Και τώρα τι κάνουμε;» ρώτησε ταραγμένη τον Μιχάλη ο οποίος έσπευσε να μαζέψει το όπλο μπροστά στα έκπληκτα μάτια των παρευρισκόμενων.
«Τώρα τρέχουμε. Σε μηχανή έχεις ανέβει ποτέ;»
Κατέβηκαν σχεδόν κουτρουβαλώντας την σκάλα και χώθηκαν στο στενό που είχε αφήσει την μοτοσυκλέτα.
«Για στάσου, μήπως όμως θα ήταν καλύτερα να χαθούμε στα δρομάκια του χωριού; Με την μηχανή που θα πάμε; Εκτός και αν σκέφτεσαι να φύγουμε από δω. Και οι άλλοι;»
«Ανέβα και φόρα το κράνος μου». Η μοτοσυκλέτα πετάχτηκε βίαια μπροστά και το πίσω λάστιχο βάλθηκε να χορέυει για κάποια δευτερόλεπτα προσπαθώντας μάταια να βρει πρόσφυση στις γλιστερές πλάκες του δρόμου.
«Ποιούς άλλους εννοούσες; Πως μας βρήκαν εδώ το σκέφθηκες;» συνέχιζε να μιλάει  ενώ ο αέρας πάλευε με το εκτεθειμένο του κεφάλι αλλοιώνοντας την χροιά της φωνής του. «Πρέπει να λάλησε ο Λόρις. Δεν τον είδες πως έφυγε; Ο Νικηφόρος κινδυνεύει....».

Το μέγαρο των Τσέτρι έστεκε επιβλητικό στην κορυφή του λόφου. Το φεγγάρι φώτιζε την αρχοντική του πρόσοψη και η βαριά σκιά που έπεφτε στο πίσω μέρος του κήπου εξασφάλιζε την διακριτική διάβαση του Νικηφόρου απ’ την μικρή ξύλινη πόρτα που έχασκε μισάνοιχτη. Ο Μάριο είχε φροντίσει να την ανοίξει λίγα λεπτά μετά την τηλεφωνική συνομιλία με τον δικηγόρο του παλιού του αφεντικού.
Δύο μέρες τώρα πάλευε με φοβίες και τύψεις. Το μοιραίο βράδυ που γέννησε η κόρη του αναγκάστηκε να φύγει και να μην σταθεί πλάι στον Τσέτρι όπως τόσο συχνά είχε κάνει το τελευταίο διάστημα, πίνοντας μαζί του το αγαπημένο του λευκό κρασί και σχολιάζοντας τα αναπάντεχα καλά νέα που σύμφωνα με εκείνον είχαν προκύψει. Μπήκε στη δούλεψη του όταν ήταν μόλις δέκα χρονών ύστερα από παράκληση του πατέρα του που φρόντιζε να γυαλίζει τα ακριβά παπούτσια της οικογένειας σε ένα μικρό υπόγειο πίσω απ’ την Πιάτσα Μπιάνκα όπου και ζούσε μαζί με την γυναίκα του και τον μονάκριβο γιό τους. Ακολουθώντας πιστά τις συμβουλές του ο Μάριο έγινε η σκιά του αφεντικού του, ο άνθρωπος που βρισκόταν πάντα διαθέσιμος να προσφέρει τις υπηρεσίες του και να υπομένει τα καπρίτσια του, να ακούει αφήνοντας ασχολίαστα τα κατορθώματα του και να συμπάσχει στις δύσκολες στιγμές.
Ο Τσέτρι προτιμούσε να μην αναγνωρίζει την αξία του πιστού του υπηρέτη και άφηνε να εννοηθεί ότι επρόκειτο για άλλον έναν απ’ το πολυπληθές προσωπικό του. Μ’ αυτό τον τρόπο συντηρούσε την ψευδαίσθηση της απόλυτης εμπιστοσύνης που του ενέπνεε αυτή η σχέση υποτέλειας. Μια παρόμοια αίσθηση του δημιουργούσε και το αποτέλεσμα της γνωριμίας του με τον Νικηφόρο. Κανείς απ’ τους δυο τους όμως δεν γνώριζε λεπτομέρειες για την ύπαρξη του άλλου στο περιβάλλον του Ιταλού. Έτσι, όταν ο Νικηφόρος γλιστρούσε προσεκτικά κάτω απ’ τις φορτωμένες πορτοκαλιές για να φθάσει στην είσοδο του μαγειρείου όπου θα συναντούσε τον υπηρέτη, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι σε λίγα λεπτά θα βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής απ’ τον άνθρωπο κλειδί αυτής της ιστορίας. Το καμπουριασμένο κορμί του ακουμπούσε στην σιδερένια κάσα της πόρτας και τα κουρασμένα του μάτια έψαχναν με αγωνία στο σκοτάδι περιμένοντας την άφιξη του δικηγόρου.
Ο χώρος που προετοίμαζαν την ημερήσια διατροφή του έμψυχου δυναμικού του σπιτιού θύμιζε κουζίνα εστιατορίου. Στην μέση υπήρχε η χοάνη του απορροφητήρα που φρόντιζε να στέλνει στα μπαϊλντισμένα περιστέρια τις μυρωδιές απ’ τις φιλότιμες προσπάθειες του μάγειρα ενώ γύρω της οι άδειοι μεταλλικοί πάγκοι που συχνά πυκνά αναστέναζαν απ’ το βάρος των τροφίμων φιλοξενούσαν απόψε τα σοβαρά πρόσωπα των δυο συνομιλητών που καθρεφτίζονταν παραμορφωμένα με μια πρασινωπή απ’ τις λάμπες φθορίου απόχρωση στην ψυχρή τους επιφάνεια.
Ο υπηρέτης στριφογύριζε νευρικά γύρω απ’ τον εαυτό του ενώ διηγούνταν στον Νικηφόρο τα συμβάντα εκείνης της νύχτας.


«…………Ευτυχώς η γέννα της κόρης μου δεν κράτησε πολύ ώρα. Έκατσα μαζί της μέχρι τις δυο το πρωί και έπειτα αποφάσισα να γυρίσω στο σπίτι του αφεντικού. Ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι θα τον έβρισκα ξύπνιο μιας και τον τελευταίο καιρό υπέφερε από αϋπνίες. Ανεβαίνοντας τη σκάλα που οδηγούσε στο σαλόνι, είδα φώτα και άκουσα έντονες ομιλίες. Μην θέλοντας να ενοχλήσω περίμενα στο διάδρομο και άθελα μου έστησα αυτί. Ξέρω, θα μπορούσα να είχα φύγει εκείνη τη στιγμή και ίσως να ήταν καλύτερα αλλά δεν το ’κανα». Ο Μάριο συνέχιζε να τρέμει. Τι και αν είχαν περάσει δυο ώρες απ’ την συνάντηση του με τον Νικηφόρο. Οι εικόνες από εκείνα τα εφιαλτικά λεπτά εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν μπροστά στα μάτια του με τέτοια συχνότητα που πολλές φορές πίστευε ότι το δράμα δεν είχε τελειώσει και ότι η πραγματικότητα δεν έφυγε ποτέ από την σκοτεινή αίθουσα του μαγειρείου.
Δεν θα είχε περάσει ούτε ένα τέταρτο από την άφιξη του δικηγόρου και την αρχή της συνομιλίας τους όταν αντιλήφθηκε τη σκοτεινή φιγούρα του Ντιάρκο να σχηματίζεται στον τοίχο και να προδίδει με την μορφή ενός όπλου τις δολοφονικές του διαθέσεις. Δίχως να προλάβει να αρθρώσει λέξη άρχισε να πυροβολεί στα τυφλά με τις διαδοχικές λάμψεις απ’ την κάνη του περίστροφου να φωτίζουν για κλάσματα δευτερολέπτου το παγερό του βλέμμα. Ο Νικηφόρος που είχε γυρισμένη την πλάτη προς την κατεύθυνση του εισβολέα δεν προλάβε να αντιδράσει. Δέχθηκε μια σφαίρα στον ώμο και μια δεύτερη λίγο κάτω απ’ τον αυχένα καθώς σωριάζονταν στα φθαρμένα πλακάκια του δαπέδου. Ο Μάριο έτρεξε προς την πόρτα που έβγαζε στον κήπο. Ο επόμενος κρότος συνοδεύτηκε από ένα έντονο κάψιμο στο δεξί του πόδι και στιγμές αργότερα βρέθηκε να σέρνεται μπρούμυτα λιπόθυμος στο ψιλό χαλίκι της κεντρικής εισόδου. Ο έντονος πόνος απ’ τη σφαίρα που είχε καρφωθεί στον μηρό του επανέφερε τις αισθήσεις του λίγο πριν το επιχειρήσει η Δήμητρα που καθόταν στο κεφαλόσκαλο περιμένοντας μαζί με τον Μιχάλη και τον αναίσθητο Νικηφόρο την άφιξη της αστυνομίας και κάποιου ασθενοφόρου.
Ο Ντιάρκο που σκόπευε να αποτελειώσει τον υπηρέτη δεν υπολόγισε ότι η μοίρα είχε αποφασίσει να ξαναβρεί στο διάβα του τον εραστή της Ρίτας. Ο Μιχάλης και η Δήμητρα έφτασαν στο μέγαρο των Τσέτρι λίγο πριν την επίθεση. Στη δεξιά πλευρά κατά μήκος του πέτρινου φράχτη ξεκουραζόταν μια γνώριμη μεταλλική μορφή. Ο μαφιόζος είχε σταθμεύσει το μεγάλο του τζιπ πριν ακόμα φθάσει ο Νικηφόρος το αυτοκίνητο του οποίου κρυβόταν άτσαλα πίσω από ένα κυπαρίσσι στην αντίθετη κατεύθυνση.
«Ελπίζω να μην έχουμε αργήσει» είπε ο Μιχάλης καθώς έσκυψε για να διαβεί την ξύλινη πόρτα. Προχώρησαν προσεκτικά ανάμεσα απ’ τα δέντρα φροντίζοντας να μην ακουστούν και να βρίσκονται όσο το δυνατόν περισσότερο μέσα στις σκιές τους. Οι πρώτοι πυροβολισμοί πάγωσαν το βάδισμα. Έπειτα εμφανίστηκε η ψιλόλιγνη σιλουέτα του υπηρέτη να βγαίνει τρέχοντας απ’ το μαγειρείο και να σωριάζεται λίγα μέτρα απ’ το σημείο που είχαν σταματήσει βγάζοντας το μυαλό του Μιχάλη απ’ την λήθη του τρόμου. Ο Ντιάρκο προχώρησε αργά και σίγουρα προς το θύμα με σκοπό να βάλει ένα τέλος στον άνθρωπο που απειλούσε να τινάξει στο αέρα το σχέδιο του. Ο Λόρις Μαντσιάνο επικοινώνησε μαζί του καθώς αποχωρούσε απ’ το εξοχικό της Ρίτας με ένα δυνατό πονοκέφαλο στο σβέρκο και τον εγωισμό του πληγωμένο. Η είδηση της επικείμενης συνάντησης του δικηγόρου με κάποιον υπηρέτη του Τσέτρι έκανε το κεφάλι του να βράζει από θυμό. Τελικά αυτό το σημείο του σώματος του δεν έμελλε να έβρισκε ησυχία απόψε. Μην χάνοντας χρόνο και αφήνοντας τον κίνδυνο και τις πιθανότητες για ανεπιθύμητα αποτελέσματα στην Δήμητρα που στεκόταν σοκαρισμένη σαν να παρακολουθούσε τις περιπέτειες και τα παθήματα από ερασιτεχνικές λήψεις ενός αυτόπτη μάρτυρα, άρπαξε το κράνος απ’ τα χέρια της και όρμησε μέσα απ’ τα δέντρα κραυγάζοντας με σκοπό να αιφνιδιάσει τον μαφιόζο αλλά και να εμψυχώσει τον εαυτό του σ’ αυτή την παράτολμη επίθεση. Για δεύτερη φορά μέσα σε μια νύχτα ο Ντιάρκο ήρθε σε επαφή με ένα αντικείμενο που ούτε καν έμπαινε στον κόπο να παρατηρήσει κάθε φορά που κάποιος μοτοσικλετιστής βρισκόταν στο διάβα του. Το πολύχρωμο κράνος του Μιχάλη μεταμφιέστηκε σε τσεκούρι με φτερά και κορδόνια και ο ίδιος στον τελευταίο των Μοϊκανών καθώς ορμούσε κάπως άχαρα στο στιβαρό κορμί του Ντιάρκο. Εκείνος γύρισε το κεφάλι του σαστισμένος απ’ τις ιαχές πολέμου, το δεξί του χέρι έσφιξε το όπλο. Μα ήταν αργά. Ο αυχένας του αποφάσισε να διαμαρτυρηθεί για την βάναυση μεταχείριση που είχε ήδη υποστεί και με ένα οξύτατο πόνο έθεσε για μια στιγμή εκτός λειτουργίας το κέντρο αντιμετώπισης εκτάκτων καταστάσεων. Η βίαιη επαφή με την συνθετική επιφάνεια του πρωτότυπου όπλου του Μιχάλη δεν προκάλεσε απώλεια των αισθήσεων αλλά κάτι εντελώς αναπάντεχο. Μια καρδιακή προσβολή.  
Το αν έπασχε ή όχι απ’ την καρδιά του πιθανόν να το μάθαινε αν κατάφερνε να περάσει ανώδυνα το επόμενο σαρανταοκτάωρο. Για την ώρα βρισκόταν κάτω από αστυνομική επιτήρηση στο ίδιο νοσοκομείο, με τον υπηρέτη, τον δικηγόρο αλλά και τον Μάρκο Γεωργίου, τα τρία πρόσφατα θύματα του.
Ο πατριός της Δήμητρας είχε βολευτεί σε ένα από τους καναπέδες της αίθουσας αναμονής και λαγοκοιμόταν ακουμπισμένος στο εμπριμέ μπράτσο του επίπλου όταν κατέφθασε το ασθενοφόρο και ένα περιπολικό αναστατώνοντας την μεταμεσονύκτια ηρεμία.  Ο  θόρυβος ξύπνησε τον Αλέξανδρο που έμεινε να κοιτάζει απορημένος την κόρη του.
«Τι έγινε; Γιατί γυρίσατε;» της είπε.
«Εσύ κοιμάσαι και η τύχη σου παίζει παράξενα παιχνίδια» του είπε ο Μιχάλης. «Ο κύριος που μας συνοδεύει» μιλούσε ενώ έκανε νόημα για κάποιον κοντό άντρα με μαύρο σακάκι που έδινε οδηγίες σε ένστολους αστυνομικούς «και που δεν θα ήθελες να  γνωρίσεις είναι ο επιθεωρητής Ζαλέτι. Ο άνθρωπος αυτός ήρθε στο Χωριό απ’ την Γενική Ασφάλεια της Νάπολης για την εξακρίβωση της αυτοκτονίας του Τσέτρι. Ακόμα δεν ξέρει λεπτομέρειες για την υπόθεση παρά μονάχα αυτά που του είπαμε εμείς. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε αφήσει έξω το όνομα του γιού σου. Το κακό όμως είναι ότι ο δημοσιογράφος που είχε γνωρίσει ο Μάρκος είναι ο κύριος υπεύθυνος του μακελειού που έγινε απόψε και παρ’ ολίγο να μας στείλει όλους στον αγύριστο. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε τον ψάχνουν. Αν μιλήσει……».
Η Δήμητρα του αφηγήθηκε εν συντομία αυτά που είχαν προηγηθεί. Ο Αλέξανδρος αισθάνθηκε το κεφάλι του να βουίζει. Η επιθυμία του να φύγει εκείνη τη στιγμή απ’ την Ιταλία ήταν τόσο έντονη που ήταν έτοιμος να πάρει με το φορείο τον Μάρκο και   να εξαφανιστεί με ένα ασθενοφόρο μέσα στη νύχτα.
Ήταν τρεις τα ξημερώματα όταν ο Ζαλέτι έδωσε το πράσινο φως για ξεκούραση. Ο Αλέξανδρος θα συνέχιζε το ξενύχτι πλάι στον γιό του και θα περίμενε την επόμενη επίσκεψη του επιθεωρητή αργότερα μέσα στη μέρα. Οι άλλοι δυο θα επέστρεφαν στο χωριό. Η επιθυμία της Δήμητρας να επισκεφθεί τον τάφο του πατέρα της θα έπρεπε να περιμένει μερικές ώρες ακόμα για να πραγματοποιηθεί. Το περιπολικό τους άφησε στην Πιάτσα Μπιάνκα.
«Πως σου φάνηκε η κατάθεση του Μάριο;» την ρώτησε ο Μιχάλης καθώς βάδιζαν στην έρημη πλατεία.
«Άκρως διαφωτιστική. Ο Ντιάρκο μαζί με την Ρίτα είναι πίσω απ’ όλη αυτή την ιστορία ή έστω μονάχα εκείνος. Είναι φανερό ότι σκοπός του ήταν να καταστρέψει τον πατέρα μου και κάποια στιγμή την ίδια την Ρίτα. Η επίσκεψη εκείνο το βράδυ στο σπίτι έγινε για να φορτίσει ψυχολογικά τον Τσέτρι διότι γνώριζε ότι ήδη ζοριζόταν με την υπόθεση του εκβιασμού που του έκανε ο αδερφός μου. Του αποκάλυψε ότι έχει παράνομο δεσμό με τη γυναίκα του και ότι είχε μόλις σκηνοθετήσει ένα τροχαίο ατύχημα για να βγάλει απ’ τη μέση τον Μάρκο».
«Θα πρέπει να ξερε και για τις διαθήκες. Μα κι αν κάνουν άνω κάτω το σπίτι του πιθανότατα δεν θα βρεθούν. Στην θέση του θα τις κατέστρεφα. Ο Τσέτρι φαίνεται ότι είχε μεγάλη αδυναμία στην μητέρα σου και προσπαθούσε να προλάβει τα χειρότερα αλλά και οι πιέσεις που θα δεχόταν για την υποψηφιότητα του θα ήταν αφόρητες. Δεν τ’ άντεξε».
«Η σχέση της μητέρας μου με τον πατέρα μου είναι κάτι εντελώς προσωπικό. Ούτε εγώ μπόρεσα να καταλάβω πως συντηρήθηκε στο μυαλό του καθενός χωρίς να φθαρεί αλλά και να μεταλλαχθεί σε μια βαθιά αγάπη που εμφανίστηκε στην επιφάνεια μοναχά σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές». Το ζευγάρι είχε φθάσει πια στην είσοδο του ξενοδοχείου.
«Θα πας αύριο στον τάφο;» της είπε ο Μιχάλης.
«Ναι, γι αυτό άλλωστε δεν ήρθα; Έλα μαζί μου, δεν θα ήθελα να πάω μόνη» και πρόσθεσε χαμογελώντας «μόνο φέρε και εκείνο το κράνος….ποτέ δεν ξέρεις».

Ο Μιχάλης βρέθηκε να ακολουθεί την ίδια διαδρομή που είχε κάνει εκείνο το απόγευμα, δυο μέρες πριν, όταν συνάντησε στην πλατεία την πομπή της κηδείας. Αν και ήταν πολύ κουρασμένος αισθανόταν ότι δεν μπορούσε να αφήσει την μοτοσικλέτα έξω απ’ το μέγαρο των Τσέτρι. Ανεβαίνοντας κοντοστάθηκε σε εκείνο το ανηφορικό σημείο του δρόμου που το βλέμμα του είχε απαντήσει την ιδιαίτερη μορφή της χήρας. Η όμορφη αυτή εικόνα έχασε τη σειρά της από μια άλλη λιγότερο ευχάριστη που καρφώθηκε στο μυαλό του πριν από λίγη ώρα στο νοσοκομείο. Εκεί ξαναείδε την Ρίτα, καταβεβλημένη, με δυο μεγάλες κοκκινίλες στα μάγουλα σημάδια κάπως σκληρής μεταχείρισης απ’ τον Ντιάρκο συνοδευόμενη από ένα άνθρωπο της Ασφάλειας. Τα όμορφα μάτια της σκοτείνιασαν μόλις την πλησίασε. Το βλέμμα της είχε θολώσει απ’ το μίσος. Η ερωτική τους συνεύρεση είχε εξαφανιστεί απ’ την πρόσφατη μνήμη της και τη θέση της είχε πάρει μια αηδία για τον άντρα που στεκόταν τώρα μπροστά της. Το πρόσωπο της πλησίασε το δικό του. «Ο πρωταγωνιστής της βραδιάς! Καμαρώστε τον!» είπε κουνώντας ειρωνικά το κεφάλι της και πρόσθεσε  «Τα κατάφερες λοιπόν. Ήρθες από το πουθενά και μπλέχτηκες στα πόδια μου για να παίξεις. Είσαι ένα παράσιτο και σαν τέτοιο θα σου φερθούμε. Κάτσε και θα δεις. Ανθρωπάκι!». Πόσο σκληρή είχε γίνει ξαφνικά. Μα για κείνον παρέμενε γοητευτική. Εκείνη και η σύντομη τους περιπέτεια. Άναψε ένα τσιγάρο και ακούμπησε το σώμα του πάνω στο κρύο μέταλλο της μηχανής. Τα μάτια του πονούσαν απ’ τη νύστα και η κούραση είχε επιβραδύνει την κινητική του ευχέρεια. Μια ανάμνηση απ’ την Αθήνα ήρθε να του κάνει παρέα και να φράξει για λίγο το ορμητικό ποτάμι από πρόσωπα, τοποθεσίες, ήχους, μυρωδιές αλλά και φοβίες που πλημμύριζαν το ταλαιπωρημένο μυαλό του. Ήταν η ήρεμη μορφή της Βέρας της κοπέλας του παρέα με την κόρη της και τον σκύλο του σε ένα εγκαταλειμμένο άλσος όπου συνήθιζαν να πηγαίνουν όλοι μαζί για βόλτα. Φαίνεται πως είχε φθάσει η στιγμή που η αδρεναλίνη στέρεψε. Το μικρό τέλμα στο οποίο είχε περιέλθει η ζωή του πριν ξεκινήσει αυτό το ταξίδι εκτονώθηκε, μαζεύτηκε, έγινε μια μικρή σφικτή μπάλα και χάθηκε στον κάδο ανακύκλωσης του εγκεφάλου. Για πρώτη φορά απ’ την στιγμή που πάτησε το πόδι του στην Ιταλία ένιωσε μια γλυκιά νοσταλγία και μια επιθυμία να επιστρέψει σε όλα αυτά που του ήταν γνώριμα.



Monday, October 8, 2012

Διακοπές στο Χωριό, Κεφάλαιο Έκτο


VI.



Η Ρίτα τον πλησίασε, κόλλησε βίαια το σώμα της πάνω του και τον φίλησε φλογερά στο στόμα. Προσχήματα, δισταγμοί, φόβος όλα εξατμίστηκαν.
«Πάμε μέσα και κοίταξε να βγάλεις γρήγορα όλη αυτή την πανοπλία που μου φόρεσες για να ‘ρθεις εδώ μωρό μου. Περίμενα τόσες ώρες για να σε δω και δεν είμαι της υπομονής…» του είπε ενώ τον τράβαγε βιαστικά μέσα απ’ τα σκοτεινά δωμάτια του σπιτιού για να καταλήξουν σε ένα μεγάλο καθιστικό, απαλά φωτισμένο, λιτά διακοσμημένο και με θέα στο….. άπειρο. Η έξαψη που είχε δημιουργηθεί στο ελαφρώς ερυθρό πλέον ασκεπές κεφάλι του Μιχάλη δεν του άφηνε περιθώριο να αναρωτηθεί γιατί έχασε το παιχνίδι της πρωτοβουλίας εκεί στην είσοδο, μερικά λεπτά πριν. Απολάμβανε πια την πρώτη ουσιαστική επίθεση που είχε δεχθεί από θηλυκό στη ζωή του. Δεν έπαυε ακόμα και κατά την διάρκεια της ερωτικής τους Συμφωνίας να θαυμάζει την ομορφιά της, ιδιαίτερα όταν βρισκόταν από πάνω του και μουρμούριζε σε ακαταλαβίστικα ιταλικά, λεξούλες πάθους.
Για εκείνη μια ερωτική εκτόνωση αποτελούσε τρόπο ζωής και παράδοση άνευ όρων στην μεγάλη της αδυναμία, τους άντρες. Της ήταν πράγματι πολύ δύσκολο αν όχι ακατόρθωτο να βρεθεί πλάι σε ένα αρσενικό της αρεσκείας της που την φλερτάρει και να μην καταλήξει στο κρεβάτι μαζί του. Η συναισθηματική δέσμευση απουσίαζε σχεδόν πάντα απ’ την καρδιά της ή διαρκούσε τόσο όσο η επόμενη περιπέτεια. Οι έρωτες ήρθαν και έφυγαν με την ταχύτητα και την ένταση των νεανικών της χρόνων. Η επιφανειακή θεώρηση της ζωής κυριαρχούσε χωρίς να αφήνει περιθώρια παρά μόνο για λίγη αγάπη στα παιδιά της.

Θα ορκιζόταν ότι είχε περάσει πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τα τριάντα λεπτά που χάραξε ο δεξιός δείκτης του παραλληλόγραμμου επιτραπέζιου ρολογιού μετακινώντας ελαφρά και τον τεμπέλη φίλο του απ’ τα αριστερά όταν η Ρίτα σηκώθηκε απ τον καναπέ όπου εκτυλίχθηκε το φινάλε της ερωτικής τους συνεύρεσης.  
«Πάω να φέρω λίγο κρασί» είπε χαμηλόφωνα.
«Μήπως έχεις και κάτι να το συνοδεύσουμε;»
Επέστρεψε σε λίγα λεπτά με ένα μπουκάλι λευκό κρασί και ένα μεγάλο κεραμικό πιάτο με μπαγιάτικα μπριός και μερικές φέτες προσούτο.
«Εσείς οι άντρες.... ή που θα σας πάρει ο ύπνος ή που θα πρέπει να φάτε μετά το σεξ»
«Ενώ εσύ με ένα ποτήρι κρασί πετυχαίνεις ολική επαναφορά».
«Κάπως έτσι, παίζουν ρόλο και οι συνθήκες βέβαια. Αυτή τη περίοδο αισθάνομαι μονίμως κυνηγημένη, απολαμβάνω, αλλά ξέρω ότι πατάω σε ένα τεντωμένο σχοινί».                                                                                               
«Φαντάζομαι πως θα βιάζεσαι να φύγεις, υπάρχει κάτι άλλο που σ’ ανησυχεί, το βλέπω».
«Ας μην το χαλάσουμε, περάσα πολύ ωραία μαζί σου αλλά ακόμα κι αυτές οι στιγμές ήταν μια πολυτέλεια για μένα. Κάποια στιγμή μπορεί και να μου δοθεί η ευκαιρία να σου εξηγήσω. Αλήθεια, πότε επιστρέφεις στην όμορφη πατρίδα σου;»
«Έχω άλλες τρεις μέρες στη διάθεση μου και θα ήθελα να σε ξαναδώ».
«Αυτό δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να στο εγγυηθώ. Άσε που θα πρέπει να είσαι διαθέσιμος άνα πάσα στιγμή. Η επόμενη φορά - αν υπάρξει - δεν θα είναι σ’ αυτό το ωραίο σπιτάκι».
«Κρίμα, είναι πανέμορφα εδώ πάνω». Ο Μιχάλης πλησίασε την Ρίτα και την φίλησε στον ώμο.
«Δεν νομίζεις ότι δικαιούμαι ένα δεύτερο γύρο;» της ψιθύρισε και την στρίμωξε βίαια στην άκρη του καναπέ....

«Θα την τσακίσω και αυτή και τον Έλληνα εραστή της» μουρμούριζε μέσα απ’ τα δόντια του ο Μάσιμο Ντιάρκο καθώς οδηγούσε νευρικά το μεγάλο του τζιπ κατευθυνόμενος προς το μέρος όπου είχε περάσει και αυτός όχι μια αλλά αρκετές νύχτες πάθους με την χήρα πλέον του συνεταίρου του. Γνώριζε καλά πως δεν έπρεπε να βλάψει ανεπανόρθωτα την Ρίτα μιας και όλες οι επιχειρήσεις του τεθλιπόντα απουσία επίσημης διαθήκης θα περιέρχονταν τώρα σε εκείνη. Άρα θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι συνέταιροι. Λίγες σφαλιάρες θα την έβαζαν σε σκέψεις για το αν θα συνέχιζε να τσιλιμπουρδίζει. Ο Τσέτρι το ήξερε ότι η γυναίκα του ήταν ελαφρών ηθών αλλά δεν τον απασχολούσε διότι και ο ίδιος δεν ήταν δα και κανένα ήσυχο αρνάκι. Αρέσκονταν στο  να την επιδεικνύει από δω κι από κει όπως του είχε πει και η ίδια κάποτε.  Μα εκείνος δεν ανεχόταν να γίνονται σημεία και τέρατα κάτω απ’ τη μύτη του. Πόσο μάλλον να χασκογελάνε τα πρωτοπαλίκαρα πίσω απ’ την πλάτη του. Η παρουσία της στο εστιατόριο κάτω απ’ την ερωτική τους φωλιά έγινε αντιληπτή από ένα σερβιτόρο που γνώριζε κάποιο πληροφοριοδότη του. Τα υπόλοιπα δρομολογήθηκαν εύκολα, μια επίσκεψη στον ξενώνα του Αντόνιο αποκάλυψε την ταυτότητα του άντρα και ένα τηλεφώνημα πριν από μισή ώρα το σημείο συνάντησης. Ο Ντιάρκο ήταν ένας ψηλός γεροδεμένος άντρας γύρω στα εξήντα, με πολύ κοντά γκρίζα μαλλιά, οστεώδες πρόσωπο και γκριζογάλανα μάτια. Ήταν μονίμως αξύριστος και σε κοιτούσε λες και θα έπεφτες νεκρός όπου να ναι απ’ το παγωμένο του βλέμμα. Αισθανόταν πως τα χρόνια που βάραιναν τις γυμνασμένες πλάτες του δεν ήσαν αρκετά για να αποτρέψουν την διεκπεραίωση των προσωπικών του υποθέσεων.
Τα λάστιχα του ογκώδους τετράτροχου άρχισαν να σκορπάνε εκατοντάδες πετραδάκια καθώς πάσχιζαν να αφήσουν το αποτύπωμα τους πάνω στην τραχιά επιφάνεια του χωματόδρομου. Η φασαρία και η σκόνη δεν στάθηκαν ικανές να προειδοποίησουν τους εραστές παρά μόνο όταν το δεξί πόδι του ιταλού μαφιόζου  βύθισε το πεντάλ του φρένου λίγα μέτρα πριν απ’ τον πέτρινο φράχτη του εξοχικού. Το αυτοκίνητο της Ρίτας και η άγνωστη μοτοσυκλέτα επιβεβαίωσαν τις πληροφορίες που είχε λάβει πρωτύτερα και αναζωπύρωσαν το θυμό του.
«Περιμένεις κόσμο;» είπε περιπαικτικά ο Μιχάλης.
«Ήθελες να μάθεις τι είναι αυτό που σου κρύβω. Ντύσου και φύγε διότι απ’ ότι φαίνεται δεν θα ζήσεις για να το διηγηθείς». Τελειώνοντας την φράση είχε προλάβει ήδη να φορέσει τα ρούχα της και να σουλουπώσει τα μαλλιά της.
Για κάποιο ανεξήγητο λόγο ο Μιχάλης παρέμενε σχετικά ήρεμος. Έβαλε κι αυτός βιαστικά παντελόνι και πουκάμισο, άρπαξε το μπουφάν και το κράνος του και βγήκε στον κήπο για να κρυφτεί. Δεν σκόπευε να το σκάσει δίχως να μάθει ποιός αποφάσισε να του χαλάσει την βραδιά. Απ’ τον κήπο διάλεξε όμως να εισέλθει και ο απρόσκλητος επισκέπτης. Η σκηνή έμοιαζε να είναι βγαλμένη από γνωστή κωμική αστυνομική ταινία. Ο Ντιάρκο προχωρούσε σαν αίλουρος προς το πίσω μέρος του σπιτιού ενώ ο Μιχάλης ακροπατούσε σκυφτός στις μύτες των ποδιών του πηγαίνοντας προς την κεντρική είσοδο. Οι δυο άντρες βρέθηκαν ξαφνικά σε απόσταση αναπνοής. Ένα ευχάριστο αεράκι είχε φροντίσει να καμουφλάρει τους θορύβους που προκαλούσαν οι βηματισμοί τους και το ολόγιομο φεγγάρι να αποκαλύψει στον καθένα τις σιλουέτες τους. Ο Ντιάρκο δεν σκόπευε να συστηθεί και έσπευσε να ρίξει μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο του Μιχάλη κάνοντας τον να χάσει την ισορροπία του και να βρεθεί φαρδύς πλατύς στο έδαφος. Πριν προλάβει να παρατηρήσει τον έναστρο ουρανό και να αναρωτηθεί γιατί δεν έπεσε αναίσθητος όπως συμβαίνει σε κάθε ταινία δράσης που σέβεται τον εαυτό της, είδε το κορμί του μαφιόζου να αψηφά την βαρύτητα και να κατευθύνεται με ορμή καταπάνω του. Το ένστικτο περισσότερο και όχι η καθαρή σκέψη ανέλαβε να αμβλύνει τις συνέπειες της  σύγκρουσης δίνοντας άμεση εντολή στο αριστερό χέρι που κρατούσε το κράνος να το μετακινήσει αστραπιαία μπροστά απ’ το πηγούνι. Το μέτωπο του έκπληκτου Ιταλού κτύπησε άτσαλα στη φεγγαρόλουστη συνθετική επιφάνεια και αναπήδησε σαν μπάλα προς τα πίσω. Ο αυχένας πιέστηκε και η νύχτα έχασε για την ώρα την γήινη ομορφιά της. Ο Μιχάλης κοίταξε σαστισμένος το αναίσθητο σώμα. Την τελευταία φορά που έμπλεξε σε καυγά η Μαντόνα ήταν ακόμα παρθένα και οι U2 ξελαρυγγιάζονταν για μια ανεξάρτητη Ιρλανδία.
Η Ρίτα διέκοψε τις άκαιρες περιπλανήσεις του στο παρελθόν.
«Καλύτερα να φύγεις πριν συνέλθει»
«Όχι αν δεν μου πεις ποιος είναι».
«Τι σημασία έχει; Αρκετά έμπλεξες, σήκω φύγε, εξαφανίσου σήμερα απ την Ιταλία, μπορείς;»
«Δεν σ αφήνω εδώ ολομόναχη μ’ αυτόν».
«Μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να με σκοτώσει. Δεν τον συμφέρει πίστεψε με. Εσύ όμως θα μπλέξεις πολύ άσχημα αν τα βάλεις μαζί του. Είναι σε θέση να βάλει και την αστυνομία να σε κυνηγάει».
«Φεύγω αλλά δεν σου υπόσχομαι τίποτα….».
Την ώρα που η μοτοσικλέτα του Μιχάλη πατούσε και πάλι την μαύρη άσφαλτο του επαρχιακού δρόμου μια θολούρα και ένας έντονος πόνος στο σβέρκο επανέφερε στην πραγματικότητα τον Ντιάρκο. Η φιγούρα της Ρίτας άρχισε σιγά σιγά να σχηματίζεται μπροστά του. Έκανε να σηκωθεί απότομα εκνευρισμένος, μα ο αυχένας του υπενθύμισε για άλλη μια φορά τα αποτελέσματα της πρώτης επαφής με τον Έλληνα εραστή. Ανακάθισε με κόπο στο ξύλινο πάτωμα του σπιτιού όπου τον είχε αφήσει ο Μιχάλης πριν αποχωρήσει.
«Είσαι μια πουτάνα, το ξέρεις;» γρύλισε και έσπρωξε με απέχθεια το χέρι της Ρίτας απ το πρόσωπο του.
«Έλα, χτύπα με, κάντο! Αυτό δεν θέλεις;».  Ναι, αυτό ακριβώς ήθελε αυτή τη στιγμή. Να την χτυπήσει, να την γεμίσει μελανιές και σπασίματα. Να την σακατέψει. Στα υπέροχα μάτια της δεν έβλεπε όμως εκείνη αλλά τον αντίζηλό του. Αυτόν ήθελε να μακελέψει, να σκοτώσει. Η οργή του έγινε διπλή όταν συνηδητοποίησε την αδυναμία που της είχε. Με δυο γρήγορα χαστούκια την ξάπλωσε στο πάτωμα. Εκείνη κατάλαβε αμέσως ότι η ερωτική της βραδιά πήρε μια αναπάντεχη παράταση……


Η υπάλληλος στην υποδοχή του νοσοκομείου ήταν κατηγορηματική. Το επισκεπτήριο για τους ασθενείς είχε λήξει πριν από μια ώρα.
«Θα κάνετε ένα κόπο να ξαναπεράσετε το πρωί από τις δέκα και μετά κύριε Γεωργίου. Σας το εξήγησα, το δωμάτιο που βρίσκεται ο γιός σας έχει άλλους πέντε ασθενείς, όλοι τους δύσκολα περιστατικά. Δεν γίνεται να τους αναστατώσουμε».
Ο Αλέξανδρος έβαλε τις φωνές και ζήτησε να δει κάποιο γιατρό. Όταν έφθασαν στο νοσοκομείο βρισκόταν ήδη σε ένταση εξ αιτίας της συζήτησης που είχε κάνει με την Δήμητρα στην διαδρομή. Η αιτία της επίσκεψης του γιού του στην Ιταλία την έκανε έξω φρενών. Γνώριζε απ’ την μητέρα της ότι ο Μάρκος προσπάθησε να εκβιάσει τον Τσέτρι αλλά δεν περίμενε ότι η χάρη του θα έφθανε ως εδώ. Το ατύχημα ήταν φυσικό επακόλουθο.
Η λεκτική φασαρία του πατριού της θορύβησε τους δυο άντρες που κουβέντιαζαν καθισμένοι στις αναπαυτικές πολυθρόνες  μπροστά απ’ τα γραφεία της υποδοχής. Ο Νικηφόρος Κριεζάτος αρέσκονταν να ανακατεύεται σε τέτοιες καταστάσεις διότι πίστευε ότι μ αυτό τον τρόπο όλο και κάποια γνωριμία θα προέκυπτε και γιατί όχι μια μελλοντική συνεργασία. Πόσο μάλλον όταν κάποιος απ’ την πατρίδα βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Το δυνατό άρωμα της Δήμητρας αναστάτωσε ευχάριστα τις αισθήσεις του και τον ανάγκασε να της απευθύνει τον λόγο.
«Γεια σας, μήπως θα μπορούσα να βοηθήσω; Ονομάζομαι Νικηφόρος Κριεζάτος και είμαι δικηγόρος».
«Α, ναι, τώρα μάλιστα θα λυθεί το πρόβλημα» πέταξε ειρωνικά ο Αλέξανδρος προλαβαίνοντας την απάντηση της.
«Στ αλήθεια είστε τόσο προκατειλημμένος με εμάς τους δικηγόρους; Είμαστε σε ένα ξένο τόπο, γιατί να μην βοηθήσει ο ένας τον άλλον;»
«Γιατί όχι;» σκέφθηκε ο Αλέξανδρος πιο ψύχραιμα.
«Συγχωρέστε με, αλλά ο γιός μου είχε ένα τροχαίο ατύχημα και….»
«Τροχαίο ατύχημα; Το όνομα του;» τον διέκοψε έκπληκτος ο Νικηφόρος.
«Μάρκος Γεωργίου».
«Και εσείς είστε συγγενής;»
«Ναι, βέβαια, είμαι η αδερφή του. Μα τι συμβαίνει;»
«Πρέπει να μιλήσουμε. Ο αδελφός σας γλίτωσε τα χειρότερα αλλά θα πρέπει να φύγει το συντομότερο δυνατό από δω».
«Αυτό είναι κάτι που θα το φροντίσω εγώ προσωπικά. » είπε ο Αλέξανδρος.
«Ακούστε κύριε Γεωργίου, δεν γνωρίζω αν έχετε υπ όψη σας σε τι είναι ανακατεμένος ο γιός σας».
«Όσο για αυτό να είστε σίγουρος ότι είμαστε αμφότεροι ενημερωμένοι» απάντησε η Δήμητρα «εσείς όμως τι σχέση έχετε με όλα αυτά;».
«Είμαι ένας απ’ τους δικηγόρους του Πάολο Τσέτρι και καλός του φίλος και ο κύριος Μαντσιάνο από δω είναι δημοσιογράφος. Μ’ αυτόν  ήρθε σε επαφή ο Μάρκος με σκοπό να εκβιάσει τον πατέρα σας απειλώντας τον ότι θα δημοσιευτεί η ερωτική περιπέτεια με την μητέρα σας και το αποτέλεσμα αυτής, δηλαδή η ύπαρξη σας».
«Ναι, αυτά τα γνωρίζω, τα έμαθα πριν από λίγο απ’ τον πατριό μου». Ο Αλέξανδρος παρακολουθούσε την συζήτηση χωρίς να έχει διάθεση να επέμβει. Είχε κουραστεί, ήθελε να σηκωθεί να φύγει μόλις ο Μάρκος γίνει καλά και να μην ξαναπατήσει στην Ιταλία μήτε να ξανακούσει τίποτα για αυτή την ιστορία. Ειλικρινά δεν τον αφορούσε. Η κόρη του ας έκανε ότι ήθελε, αρκετά την είχε ανεχθεί. Πόσο την μισούσε που ήταν καλά, ατσαλάκωτη και υγιής ενώ ο γιός του βρισκόταν οριζοντιομένος μέσα σε ένα κρύο θάλαμο με Κύριος είδε τι ουσίες να κυκλοφορούν στο αίμα του, περιμένοντας τον οργανισμό του να δώσει το πράσινο φως για το εξιτήριο.
«Σήμερα τ’ απόγευμα ο πατριός μου έλαβε ένα τηλεφώνημα από κάποιον ‘κύριο’ που τον ενημέρωσε για το ατύχημα του Μάρκου και τον προειδοποίησε ότι σε περίπτωση που δεν αναχωρούσαν το συντομότερο δυνατό απ’ την χώρα δεν θα μπορούσε να εγγυηθεί κανείς για την υγεία του» συνέχιζε η Δήμητρα.
«Το πιο πιθανό είναι ότι πρόκειται για τους ίδιους ανθρώπους που κυνηγάνε και τον δημοσιογράφο. Είναι πρώην συνεργάτες του Πάολο Τσέτρι. Αλλά για ποιο λόγο συνεχίζουν να μας απειλούν αφού ο πατέρας σας πέθανε;» συμπλήρωσε ο Νικηφόρος σαν να απευθύνεται στον εαυτό του. «Σας είχε μιλήσει ποτέ εκείνος ή η μητέρα σας για την διαθήκη του;»
Μια ενοχλητική μελωδία γνωστού ελληνικού σουξέ διέκοψε την συνομιλία. Απ’ την άλλη άκρη της γραμμής ακούστηκε η φωνή του Μιχάλη.
«Νικηφόρε, πρέπει να σε δω επειγόντως. Είχα μια αναπάντεχη συνάντηση με κάποιον που μάλλον δεν χάρηκε που με είδε. Έμπλεξα».
«Που βρίσκεσαι;»
«Είμαι λίγα χιλιόμετρα έξω απ’ το χωριό. Εσύ;»
«Είναι μεγάλη ιστορία. Θα τα πούμε σε καμιά ώρα στο καφέ ‘Μίο’. Α, και πρόσεχε!»
Ο Νικηφόρος πρότεινε στην Δήμητρα να έρθει μαζί τους και συνέστησε στον πατριό της να παραμείνει στην χώρα μέχρι να ολοκληρωθούν οι έρευνες για τις συνθήκες του ατυχήματος του γιού του.
«Αν μου εγγυηθείτε ότι δεν θα παραποιηθούν ή απαλειφθούν τυχόν ενοχοποιητικά στοιχεία τότε θα μείνω, αλλά επειδή είμαι σίγουρος ότι κάτι τέτοιο δεν μπορείτε να το κάνετε θα προτιμήσω να μην ταλαιπωρηθώ άλλο».
Κατά τη διάρκεια της επιστροφής στο Χωριό, ο Λόρις έλυσε τη σιωπή του και βάλθηκε να μάθει λεπτομέρειες για την ζωή της Δήμητρας.
«Ο αθεόφοβος, με φλερτάρει. Τελικά είναι τρόπος ζωής γι αυτούς. Αλλιώς δεν εξηγείται. Και οι Ιταλοί που γνωρίζω στη δουλειά μου δεν αφήνουν γυναίκα για γυναίκα» είπε στα ελληνικά.
«Μην είσαι και τόσο σίγουρη. Δημοσιογράφος ίσον πονηρός, δεν νομίζεις;» της απάντησε ο Νικηφόρος ενώ το νοικιασμένο Φίατ έμπαινε στον πλακόστρωτο παραθαλάσσιο δρόμο του χωριού.


Ο Μιχάλης έφτασε στο καφέ λίγο πριν τα μεσάνυχτα, άφησε την μηχανή του σε ένα σκοτεινό σοκάκι για παν ενδεχόμενο και ανέβηκε διστακτικά την φαρδιά σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα. Κάθισε στην ίδια ακριβώς θέση που βρισκόταν το προηγούμενο βράδυ λίγο πριν συναντήσει την Μάρτα, την αδερφή του Αντόνιο.
Μα είχε περάσει μονάχα μια ημέρα; Οι γνωριμίες, οι συζητήσεις, οι εικόνες, οι σκέψεις όλα είχαν διογκώσει την χρονική τους διάσταση και το χώρο που καταλάμβαναν μέσα στο μυαλό του αφήνοντας την αίσθηση της ακαθόριστης διάρκειας. Ο φόβος απ’ την άλλη, απασχολούσε αρκετά το νευρικό του σύστημα. Παρατηρούσε τα πρόσωπα με τα οποία είχε οπτική επαφή και αναρωτιόταν ποιό απ’ αυτά θα μπορούσε να δουλεύει για τον άγνωστο άνδρα. Ούτε λόγος για επιστροφή στην πανσιόν απόψε. Σίγουρα γνώριζαν ότι διέμενε εκεί. Και ο Νικηφόρος; Μήπως ήταν κι αυτός μπλεγμένος; Διέκοψε την ατέρμονη παρατήρηση των παρευρισκόμενων απορροφημένος απ’ την επεξεργασία πιθανών σεναρίων. Η είσοδος του Νικηφόρου, της Δήμητρας και του Λόρις δεν έγινε αντιληπτή παρά μονάχα όταν πλησίασαν πια σε απόσταση αναπνοής απ’ το ψηλό αλουμινένιο σκαμπό πάνω στο οποίο στριφογύριζε κάθε λίγο και λιγάκι ψάχνωντας να βρει απαντήσεις απ’τα πολύχρωμα μπουκάλια που ήταν παραταγμένα σε διάφορα ύψη μπροστά του.
«Καλησπέρα Μιχάλη. Αργήσαμε; Ελπίζω το μισοάδειο Μαρτίνι που βλέπω να είναι το πρώτο». Ο Νικηφόρος σύστησε και τους άλλους δυο και έπιασε να διηγείται σε άπταιστα ιταλικά πώς ήρθε σε επαφή με το δημοσιογράφο και συναντήθηκε αναπάντεχα με την Δήμητρα στο νοσοκομείο. Σύντομα ήρθε η σειρά του Μιχάλη να μιλήσει.
«Σήμερα το μεσημέρι συνάντησα τυχαία την Ρίτα Τσέτρι». Το βλέμμα του Νικηφόρου σκοτείνιασε.
«Ξέρω τι θα πεις, αλλά ήταν κάτι προσωπικό. Δεν ήθελα να το αποφύγω. Πάντως η συνάντηση ήταν όντως τυχαία, να ’σαι σίγουρος»
«Όπως είμαι σίγουρος πως θα ’βρισκες τρόπο να την προκαλέσεις αν δεν σου προέκυπτε».
«Μπορεί. Το γεγονός είναι ότι ξαναβρεθήκαμε πριν από δυο ώρες στο εξοχικό της σπίτι. Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται και κάποια στιγμή κατέφθασε φουριόζος ένας άντρας γύρω στα εξήντα ο οποίος μου συστήθηκε με μια δυνατή μπουνιά στο σαγόνι». Ένα μικρό σκίσιμο στο χείλος και ένα πρίξιμο στην περιοχή αποδείκνυε τα λεγόμενα του.
«Η θεά Τύχη μου χρώσταγε φαίνεται και έτσι κατάφερα να τον ακινητοποίησω για λίγο χρονικό διάστημα, τόσο όσο χρειαζόταν για ξεκουμπιστώ από κει πάνω. Το τι έχει ακολουθήσει μου είναι για την ώρα άγνωστο». Ο Μιχάλης συνέχισε για λίγο ακόμα την κουβέντα περιγράφοντας τον ιταλό μαφιόζο.
«Ο κύριος αυτός κατά πάσα πιθανότητα είναι ο βασικός συνέταιρος του Τσέτρι και ονομάζεται Μάσιμο Ντιάρκο. Το οποίο σημαίνει αγαπητέ μου ότι αυτός και η Ρίτα σου διατηρούν ερωτική σχέση η οποία κατά πάσα πιθανότητα προυπήρχε του θανάτου του Πάολο.»
«Για όλα αυτά δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι. Πάντως η Ρίτα διακατέχονταν από μια έντονη ανησυχία και φαινόταν πολύ προσεκτική στις κινήσεις της» πρόσθεσε ο Μιχάλης. Η Δήμητρα που παρακολουθούσε την συζήτηση αισθάνθηκε την ανάγκη να παρέμβει.
«Μμμ, όχι και τόσο. Γιατί να επιλέξει ως τόπο συνάντησης το εξοχικό που γνώριζε ο Ντιάρκο; Εκτός αν δεν είναι και τόσο έξυπνη ή υπολόγιζε ότι κανείς δεν θα την έψαχνε σε ένα μέρος τόσο προφανές. Απ’ την άλλη αν υποθέσουμε ότι στην είχε στημένη, υπήρχε λόγος για να το κάνει;».
«Δεν θα το λεγα. Εκτός από μια συνομιλία που είχα σήμερα το πρωί με τον Αντόνιο σχετικά με την ζωή του πρώην συζύγου της και την γνωριμία μου με τον κύριο από δω» είπε και έδειξε τον δικηγόρο  «δεν πρόφτασα να ασχοληθώ με οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να έχει σχέση». Ο Νικηφόρος έσπευσε να εξηγήσει την κακή επικοινωνία που είχε ανέκαθεν με την Ρίτα αλλά και την υποψία του για την κλοπή της διαθήκης. Είχε εκφράσει την επιθυμία του να γίνει δεύτερη νεκροψία και αυτό σίγουρα δεν άρεσε σε κάποιους με πρώτο και καλύτερο τον Ντιάρκο.
«Το ότι δεν ασχολήθηκε λοιπόν πρώτα με σένα αλλά προτίμησε να κυνηγήσει τον Μιχάλη επιβεβαιώνει κατά την γνώμη μου το γεγονός πως η ενέργεια του είχε σαν βασική αιτία τον ερωτικό θυμό» σχολίασε κάπως εύθυμα ο Λόρις. «Νικηφόρε, ποιόν εξυπηρετεί η απώλεια της διαθήκης;» πρόσθεσε.
«Ακούστε να δείτε. Ο Τσέτρι είχε έρθει σε επαφή μαζί μου λίγες μέρες πριν πεθάνει. Ζητούσε να με δει επειγόντως. Δεν ξέρω αν σχεδίαζε για κάποιο λόγο να την αλλάξει. Η επιθυμία του μέχρι τότε ήταν μια. Να αφήσει ως μοναδικούς κληρονόμους τα τρία του κορίτσια. Εκτελεστής και επιτηρητής για την σωστή εφαρμογή της θα ήταν ο υποφαινόμενος. Με την υπάρχουσα εξέλιξη όμως μοναδικός κληρονόμος είναι …..η Ρίτα!»
 «Σας ζητώ συγνώμη αλλά έχω αναβάλει αρκετές φορές απ’ το απόγευμα αυτή την επίσκεψη. Μήπως γνωρίζει κανείς προς τα πού πέφτει;» Ο Λόρις σηκώθηκε απότομα και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα.
«Θα πρέπει να τα κράταγε ώρα» είπε χαμογελώντας ο Μιχάλης. Ο δημοσιογράφος μπήκε σε ένα πεντακάθαρο αποχωρητήριο με φρεσκοβαμμένους καφέ τοίχους και κλείδωσε την πόρτα. Κατέβασε το καπάκι της λεκάνης, η μυρωδιά δεν συμβάδιζε με την καθαριότητα του χώρου, άνοιξε το κινητό του και πληκτρολόγησε βιαστικά ένα σύντομο μήνυμα. Δυο λεπτά αργότερα έλαβε την απάντηση που περίμενε και επέστρεψε στο τραπέζι της παρέας.
Προς μεγάλη του έκπληξη είδε ότι ο Νικηφόρος απουσίαζε. Η Δήμητρα τον πληροφόρησε ότι ο δικηγόρος έλαβε ένα περίεργο τηλεφώνημα από ένα υπηρέτη του Τσέτρι ο οποίος ζητούσε να τον δει επειγόντως. Ο Λόρις δεν κατάφερε να κρύψει την ταραχή του.
«Μα τι σου συμβαίνει;» τον ρώτησε η Δήμητρα.
«Δεν ξέρω, μάλλον κάτι με πείραξε. Ζαλίζομαι. Λέω να πάω στο ξενοδοχείο. Μην ανησυχείτε, έχω δώσει ψεύτικα στοιχεία, δεν θα με βρουν απόψε».
Ο Μιχάλης σκέφθηκε μήπως και ήταν η τυχερή του μέρα. Διαλύοντας με ευκολία μοναχού βουδιστή την ένταση που είχε προκαλέσει το αστυνομικό περιεχόμενο των τελευταίων ωρών, έβλεπε τώρα μπροστά του μονάχα την λάμψη των ματιών της Δήμητρας. Ποιος ήταν ο καλύτερος τρόπος να ξεχάσεις μια γυναίκα; Μα φυσικά μια άλλη! Θα ήταν ψεύτης αν υποστήριζε ότι η παθιασμένη νύχτα με την Ιταλίδα χήρα είχε προλάβει να κατρακυλήσει στην κοιλάδα του υποσυνείδητου σαν μια ανάμνηση που την ανακάλεσε τόσες φορές ώστε να χάσει την δύναμη της. Ερωτευμένος δεν ήταν, γοητευμένος ναι, σίγουρα. Μα αν δεν σε έχει κυριεύσει το πρώτο, δεν σε έχει συνεπάρει, τυφλώσει….υπάρχει χώρος σε τούτο το κεφάλι και για άλλες συγκινήσεις.
Μια διαφορετικού είδους συγκίνηση όμως βρέθηκαν να βιώνουν αμφότεροι λίγα λεπτά μετά την αναχώρηση του Λόρις όταν ένα κοντόχοντρος τύπος γύρω στα τριάντα στρογγυλοκάθησε απρόσκλητος δίπλα στην έκπληκτη Δήμητρα.