Tuesday, June 26, 2012


Ευχαριστώ όσες και όσους μπήκαν στον κόπο να επισκεφθούν το ιστολόγιο μου και να διαβάσουν τα διηγήματα μου. Προσεχώς περισσότερες και ελπίζω πιο ενδιαφέρουσες αναρτήσεις. Πάρτε λοιπόν λίγη jazz μέχρι τότε μπας και δροσίσει ...



Monday, June 18, 2012


'Η πτήση' : μια απροσδόκητη εξέλιξη στους αιθέρες!



Η Πτήση



Το τηλέφωνο μου χτυπούσε  ασυνήθιστα δυνατά. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα για μια ακόμα φορά εκείνο τον μεγάλο λεκέ στην γωνία του ταβανιού που μου υπενθύμιζε μια νύχτα αξέχαστης πλημμύρας πριν από μερικούς μήνες. Τότε που ο στρουμπουλός γείτονας του πάνω ορόφου ξέχασε ανοικτές τις βρύσες τις μπανιέρας του και έσπευσε να ανοίξει την πόρτα στον πιτσαδόρο για να απολαύσει λίγο αργότερα μπροστά απ’ την τηλεόραση το αγαπημένο του φαγητό και έπειτα σκασμένος όπως ήταν να τον πάρει ο ύπνος. Δεν λέω, πάντα ήθελα να δοκιμάσω ένα στρώμα νερού. Μόνο που το δικό μου έγινε μούσκεμα και ήταν και χειμώνας.
Άρχισα λοιπόν να ψάχνω την συσκευή που συνέχιζε εκείνο το ενοχλητικό κουδούνισμα. Είχα ξεχάσει που την άφησα πριν αποφασίσω να ρίξω έναν υπνάκο. Μεσημέρι δύσκολα τον χάνω. Καθώς προχωρούσα ξυπόλυτη το μικρό δαχτυλάκι του αριστερού μου ποδιού σημάδευε εν αγνοία μου το τελείωμα της κάσας που περιβάλλει την είσοδο του σαλονιού. Οξύτατος πόνος. Πάει και το πεντικιούρ. Άσχημος οιωνός. Και τα ‘χα βάψει φούξια. Και κείνο το τηλέφωνο, που στο διάολο ήταν; Δονούνταν και χρησιμοποιούσε σαν ηχείο τον μεταλλικό κάδο απορριμμάτων που βρισκόταν στην κουζίνα. Εκεί βρισκόταν απούσης της νάιλον ευμεγέθους σακούλας και αντηχούσε παρέα με την λίγδα που κοσμούσε τα τοιχώματα. Και τι μελωδία. Έιμυ Γουαινχάουζ. Έκοψα το δεύτερο ρεφρέν πατώντας κατά λάθος το κουμπί που κλείνει την συνομιλία. Τι βλάκας! Κοίταξα το νούμερο. Δεν είναι δυνατόν σκέφθηκα. Ξανακοίταξα ένα ένα τα ψηφία. «Λες;» μουρμούρισα. Αυτοί οι αριθμοί αντιστοιχούσαν σε ένα τηλέφωνο που κάποτε πολύ συχνά εμφανιζόταν στην μικρή μου συσκευή υποσχόμενο δουλειές υψηλού  επιπέδου. Όπου ‘υψηλού’ βάλτε μεγάλες απολαβές και καλοί ρόλοι. Ο παράδεισος του ηθοποιού. Ένας παράδεισος που διήρκησε μερικά χρόνια και μετά ήρθε η αναπάντεχη λήθη. «Πρέπει να αλλάξεις, δεν ξέρω πώς αλλά πρέπει. Ξεπεράστηκες» μου είχε δηλώσει κατηγορηματικά ο Στάθης ο ατζέντης μου. Κι ακολούθησε η σιωπή. Ούτε τηλέφωνα ούτε συναντήσεις μόνο κάτι ρολάκια σε σειρές με χαμηλή τηλεθέαση, με αποκορύφωμα ένα σίριαλ αισθηματικού περιεχομένου όπου έπαιζα την πεθερά. Κατάντια.
Αφήνοντας πίσω τις αρνητικές σκέψεις κάλεσα τον Στάθη με την καρδιά μου να χορεύει σε γρήγορους ρυθμούς, έτοιμη να περάσω ακόμα και μέσα απ’ την τηλεφωνική γραμμή αν ήταν να ξαναγευθώ λίγη απ’ τη δόξα του παρελθόντος. Λίγες ώρες μετά και αφού είχα ετοιμάσει στα γρήγορα μια βαλίτσα,  βρισκόμουν σε ένα ταξί που θα με μετέφερε στο αεροδρόμιο. Όσο το σκεφτόμουν τόσο με έπιανε εκνευρισμός. Μα με αεροπλάνο; Λες και το ήξεραν. Αν είναι κάτι που αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι είναι να ταξιδεύω μ’ αυτό τον τρόπο. Κι όμως ο πολλά υποσχόμενος ρόλος που τόσο καιρό ονειρευόμουνα έμελλε να αποτελεί το βασικό στοιχείο μιας ταινίας της οποίας τα γυρίσματα θα γινόντουσαν εξ ολοκλήρου στην Λυών. Η πρωταγωνίστρια είχε εξαφανιστεί την τελευταία στιγμή για άγνωστο λόγο. Και τι να γυρίσω να πω στον ατζέντη μου. «Ξέρεις κάτι Στάθη , άστο γιατί όταν βρίσκομαι εκεί ψηλά στους αιθέρες παθαίνω τραλαλά;». Μιλάμε για διεθνή παραγωγή όπως τις παλιές καλές αλλά και τόσο μακρινές μέρες. Δυστυχώς μεγάλωσα,  κοντεύω μισό αιώνα ζωής  χωρίς να έχω εξασφαλίσει μια συνέχεια στην επιτυχία που γνώρισα κάποτε, δεν έχω την πολυτέλεια επιλογών. Ούτε μπορώ να προβάλλω απαιτήσεις.
Το ταξί σταμάτησε έξω απ’ την πύλη των αναχωρήσεων. Ο ατζέντης μου με περίμενε εκεί μπροστά και καθώς έκανα να βγω απ’ το αμάξι το τακούνι μου σκάλωσε στο κατώφλι της πόρτας και βρέθηκα φαρδιά πλατιά στο οδόστρωμα. Με έπιασε νευρικό γέλιο. Δεν μπορούσα να κρατηθώ ακόμα κι όταν με σήκωσαν και πήραν την βαλίτσα μου για να περάσουμε μέσα, στους τεράστιους διαδρόμους που κόσμος πήγαινε και ερχότανε σαν τα μυρμήγκια που ανακάλυψαν τροφή και την μεταφέρουν στην φωλιά τους. Ο Στάθης άρχισε να μου εξηγεί τις λεπτομέρειες που αφορούσαν την καινούργια μου δουλειά μα εγώ συνέχιζα να είμαι ταραγμένη και να έχω το μυαλό μου στην κρίσιμη στιγμή που δεν θα αργούσε να ‘ρθει, όταν θα ανέβαινα πια στο αεροπλάνο και κυριολεκτικά θα έχανα το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια μου. Ούτε που θυμάμαι πότε με αποχαιρέτησε και παρέμεινα καθισμένη σε ένα μεταλλικό κίτρινο πάγκο στην αίθουσα αναμονής, κοιτάζοντας αποχαυνωμένη τα αεροσκάφη που έκαναν μανούβρες για να απογειωθούν ή να σταθμεύσουν. Και θυμήθηκα εκείνη την πτήση στην Ρόδο όταν σε ηλικία έξι ετών, παρέμεινα για μισή ώρα χωμένη μέσα στην φούστα της μάνας μου, σηκώνοντας το κεφάλι μόνο για να της αναγγείλω ότι είχα κατουρηθεί απάνω μου. Κάτι που είχε συμβεί κατά την διάρκεια της πτήσεως και όχι όταν της το είπα, δευτερόλεπτα δηλαδή πριν οι ρόδες του αεροσκάφους ακουμπήσουν το έδαφος.
«Πτήση 404 για Λυών. Τελευταία προειδοποίηση για επιβίβαση». Η αίθουσα αναμονής ήταν άδεια. Με βαριά πόδια προωθήθηκα στην φυσούνα που ένωνε την είσοδο του αεροπλάνου με το κτίριο. Η αεροσυνοδός με τράβηξε σχεδόν μέσα στο αεροσκάφος δείχνοντας μου την θέση που έπρεπε να καταλάβω. Οι επιβάτες θαρρείς πως με κοίταζαν αγριεμένοι μουρμουρίζοντας εν χορώ «για αυτή την ξεπεσμένη ηθοποιό δεν ξεκινάμε τόση ώρα;». Αφού βρήκα τη σειρά  και το νούμερο της θέσης μου, άνοιξα το ντουλάπι που υπήρχε από πάνω επιχειρώντας να στριμώξω μια μικρή τσάντα ταξιδίου που κουβαλούσα. Ακούσια πήρα την εκδίκηση για κάποιους απ’ αυτούς τους κακιασμένους επιβάτες, καθώς την στιγμή που άνοιξα το ντουλάπι έφυγαν δυο βαλιτσούλες που είχαν παραχωθεί βιαστικά και προσγειώθηκαν μαζί με την αφεντιά μου πάνω στους επιβαίνοντες που καθόντουσαν από πίσω μου. Νεολληνικές βρισιές με συνόδευσαν μέχρι να καταφέρω να βολευτώ στην καρέκλα μου και να κουμπώσω την ζώνη μου. Την τάξη ανέλαβε να επαναφέρει ο νεαρός που καθόταν δίπλα μου με μια ασυνήθιστα βροντερή φωνή που δεν ταίριαζε διόλου με το λεπτεπίλεπτο παρουσιαστικό του. Αφού επέπληξε αυτούς που νόμιζαν ότι οι θέσεις τους έπρεπε να περιλαμβάνουν και χαρακτηριστικά ποδοσφαιρικής κερκίδας με θερμόαιμους οπαδούς, μου απεύθυνε τον λόγο με την αμεσότητα των νέων, σαν να με γνώριζε καιρό.
«Πρώτη φορά;»
«Σχεδόν» του απάντησα. Με καθησύχασε παραθέτοντας στατιστικές για την συχνότητα σοβαρών ατυχημάτων στα μέσα μαζικής μεταφοράς στις οποίες δεν κατάφερα να δώσω προσοχή μιας και το αεροπλάνο ήδη τροχοδρομούσε. Ξεκινούσαμε. Προς στιγμήν σκέφθηκα να κρατηθώ απ’ τον διπλανό μου.  Οι όποιες αναστολές μου διαλύθηκαν μονομιάς μόλις με χτύπησε το κύμα της επιτάχυνσης που κόλλησε την πλάτη μου μ’ αυτή του καθίσματος μου. Με το δεξί μου χέρι του ‘σφιξα τον πήχη. Εκείνος είχε ήδη φορέσει τα ακουστικά του για να ακούσει μουσική. Μου χαμογέλασε. Ανεβαίναμε. Ανεβαίναμε (έχει κι άλλο;). Πάλι καλά που δεν έκατσα δίπλα στο παράθυρο. Ο νεαρός συνέχιζε να είναι στραμμένος προς εμένα όμως τώρα το πρόσωπο του είχε αλλάξει έκφραση. Θυμήθηκα το χέρι του. Τον πονούσα. «Συγγνώμη» πρόλαβα να του πω. Εκείνος μάζεψε διακριτικά το κοκκινισμένο του μέλος και αφέθηκε στην μουσική του. Μήπως άκουγε τίποτα χαλαρωτικό, ανατολίτικες μελωδίες; Μόλις έσβησε η ένδειξη για τις ζώνες ασφαλείας ξετύλιξα μια σοκολάτα που είχα φέρει μαζί μου. Σώθηκε γρήγορα και τη θέση της πήρε ένα σακουλάκι με τσιπς. Μου φάνηκε πως αυτό το ταξίδι θα μου κόστιζε ανεπιθύμητα γραμμάρια στην σιλουέτα μου. Η νευρικότητα μου δεν υποχωρούσε με τίποτα. Με την σκέψη και μόνο πως αυτή τη στιγμή μπορεί να πετούσαμε πάνω από τη θάλασσα άρχισα να στριφογυρίζω στην θέση μου. Ο νεαρός συνέχιζε την ακρόαση ατάραχος. Θα βάζανε καμιά ταινία άραγε;
Στις οθονούλες που βρίσκονται πάνω απ τα καθίσματα άρχισε να προβάλλεται το σχετικό βιντεάκι για την ασφάλεια, τι να κάνετε σε περίπτωση ατυχήματος κλπ. Παράλληλα μια αεροσυνοδός έβαζε και έβγαζε το σωσίβιο με την ταχύτητα που αλλάζουνε στα καμαρίνια τα ρούχα οι μοντέλες που κάνουνε πασαρέλα. Λες και θα προλαβαίναμε να ασχοληθούμε μ’ αυτό σε περίπτωση πτώσης. Άσε που απ’ τον πανικό και μόνο θα το έδενα κόμπο και θα εγκλωβιζόμουν μέσα στην θέση μου και…… Α, δεν πηγαίναμε καλά και είχα άλλες δύο ώρες ταξίδι. Τα τσιπς τέλος κι αυτά. Να και η ταινία που λέγαμε. Α, μα πολύ ενδιαφέρουσα, «ο Πόλεμος των Άστρων» νούμερο 3,4,5 ή κάτι τέτοιο. Δεν θα το άντεχα. Και είχα εναποθέσει τις ελπίδες μου σε κάτι καλό. Άλλη όρεξη δεν είχα να βλέπω τον Νταρθ Βεϊντερ και τον Λουκ Σκάι-κάπως να παλεύουν για την πριγκίπισσα με εκείνο το μαλλί που είναι σαν να της έχει κάτσει μισό τρακτέρ στο κεφάλι. Η αλήθεια είναι ότι αυτή την ταινία μια φορά  την είδα αλλά μου έμεινε αξέχαστη. Εδώ που τα λέμε δεν πρέπει να την παρακολούθησα και πολύ. Ήμουν κοπελίτσα και είχα βγει ραντεβού με αυτόν που αργότερα θα γινόταν ο πρώτος μου σύζυγος. Στ’ αλήθεια πολύ ρομαντικό. Με πήγε σινεμά και αντί να μου πιάσει λίγο το χέρι, να μου πει κανένα γλυκόλογο, είχε κολλήσει κοτζάμ μαντράχαλος στα φωτόσπαθα των μονομάχων. Έπρεπε να το ‘χα καταλάβει από τότε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με δαύτον. Πάντως δεν ήταν και άσχημος…..
Είχα καταφέρει τελικά να απασχοληθώ χαζεύοντας την οθόνη και αναπολώντας το παρελθόν όταν σε κάποια στιγμή ένοιωσα μια ενόχληση στο στομάχι. Ένα καμπανάκι που δεν μπορούσα να αγνοήσω. Έπρεπε να πάω στην τουαλέτα. «Τώρα μάλιστα», σκέφτηκα. Δεν μου άρεσε καθόλου η ιδέα. Σηκώθηκα σιγά σιγά και κατευθύνθηκα προς την ουρά του αεροπλάνου. Το μακρόστενο παραθυράκι κάτω απ το πόμολο της πόρτας έδειχνε κενό . «Άρα μπορώ να μπω». Η ανάγκη για ξαλάφρωμα εμφανιζόταν πιο επιτακτική τώρα. «Μα, τώρα βρήκε;». Μπήκα, έκλεισα την πόρτα και έκατσα βιαστικά αφού κατέβασα ανεπιτυχώς το καλσόν μου – πάει ο πόντος! «Όποιος βιάζεται….καθυστερεί!. Ωραία που είναι εδώ μέσα. Καμαρούλα μια σταλιά που λέει και το άσμα ένα επί ένα όμως! Ελπίζω να μην με πιάσει κόψιμο και να ξανάρθω. Μια και έξω σε παρακαλώ εντεράκι μου. Τελικά αυτός ο ρόλος θα μου πάει άραγε; Μπορούσα να πείσω κοινό και κριτικούς, υποδυόμενη μια απεξαρτημένη και άνεργη πενηντάρα που αποφασίζει να ταξιδέψει στην επαρχία για να αλλάξει την ζωή της; Ο προβληματισμός μου δεν διήρκεσε πολύ. Το κουμπί που ενεργοποιούσε το άδειασμα της τουαλέτας πατήθηκε ασυναίσθητα. Αφηρημένη ξέχασα να προσέξω την προειδοποιητική ταμπελίτσα. Σε τρεις γλώσσες διάβασα και ξαναδιάβασα το περιεχόμενο. «Μην πατάτε το κουμπί αν δεν έχετε πρώτα σηκωθεί απ τη λεκάνη . Κίνδυνος!». Βρισκόμουν ήδη σφηνωμένη και απαλλαγμένη κάπως απ’ το αρχικό σοκ. «Τι ηλίθια, μα τι ηλίθια που είμαι», φώναξα. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι όντως με είχε ακινητοποιήσει αυτό το καζανάκι.
«Και τώρα τι κάνουμε; Να φωνάξω βοήθεια; Ναι, αλλά θα μ ακούσουν; Και αν μ ακούσουν και μπουκάρει κανένας παιδαράς μέσα και με δει με την φούστα στο πάτωμα και τα ωραία μου έξω; Μα δεν μπορώ να μείνω εδώ μέσα. Με σφίγγει και αυτό το ρημάδι το καπάκι.»
Κάποιος χτύπησε την πόρτα.
«Σας παρακαλώ, μπορείτε να με βοηθήσετε;» φώναξα.
«Είστε καλά;» αποκρίθηκε μια γυναικεία φωνή.
«Αχ ευτυχώς» σκέφτηκα, μια γυναίκα.
«Να ξέρατε τι έπαθα. Τράβηξα το καζανάκι ενώ ήμουν καθισμένη και τώρα δεν μπορώ να κουνηθώ».
«Ηρεμήστε. Θα σας βγάλουμε το γρηγορότερο δυνατό. Θα παραβιάσουμε την πόρτα».
«Ακούστε, μην αφήσετε άντρα να μπει μέσα. Καταλαβαίνετε νομίζω.»
«Μείνετε ήσυχη». Η αεροσυνοδός που ενημερώθηκε ζήτησε βοήθεια από ένα επιβάτη. Η πόρτα έπρεπε να σπάσει, δεν γινόταν διαφορετικά. Άρχισα να ακούω θορύβους απ’ έξω. «Άντε, φτηνά την γλίτωσα, ελπίζω μόνο να με ξεκολλήσουν χωρίς να χρειαστεί να αφήσω κανένα κομμάτι απ’ τον ποπό μου».
Ξαφνικά ακούγεται ένας δυνατός θόρυβος, η πόρτα υποχωρεί απότομα και πέφτει πάνω μου. Για  λίγα δευτερόλεπτα μένω ζαλισμένη. Μπροστά μου στέκεται ένας άντρας. «Όχι, όχι, μα σας είπα να μην μπει άντρας μέσα, τι ντροπή! Θεέ μου, όχι, όχι,
Όχι…………………………»
«Ηρεμήστε, ηρεμήστε, δεν έγινε τίποτα, φτάσαμε». Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα τριγύρω. Ο νεαρός με το κασσετοφωνάκι μου χαμογέλασε. «Εφιάλτης;»…….. με ρώτησε.



Τέλος

Σπύρος Γλύκας 2012

Monday, June 11, 2012

'Διακοπές' (πότε θα πάμε;)





Διακοπές




Είναι βράδυ. Ακούω ένα είδος μοντέρνου φλαμένκο με το στερεοφωνικό σε πολύ χαμηλή ένταση και διαβάζω: ‘Η ζωή είναι πολύ μικρή για να κλείνουμε συνεχώς τους άλλους απέξω’. Η αλήθεια είναι πως έχει καταντήσει κουραστικό. Δεν δίνουμε δεκάρα για κανένα εκτός από τον εαυτούλη μας και τους πολύ οικείους μας. Αλλά κι μ’ αυτούς όταν μας προκαλούν δυσαρέσκεια με την συμπεριφορά τους, όταν αρρωσταίνουν, κοινώς όταν παύουν να είναι εκεί που τους έχουμε τοποθετήσει στο μυαλό μας δυσανασχετούμε. Πολλές φορές αναθεωρούμε και γινόμαστε σκληροί ξεχνώντας ακόμα κι αυτό το πρόσφατο παρελθόν που έχουμε βιώσει μαζί τους. Γιατί άραγε; Κοιτάζω το μπουκάλι με την τεκίλα. Δυο γουλιές ήπια. Δεν μπορεί να με τριγυρίζουν αυτές οι σκέψεις εξ αιτίας της. Πόση να κυλήσει ακόμα μέσα μου; Πόση θα πρέπει να ‘ναι για να νοιώθω ευχάριστα και να μην με πιάσει κατάθλιψη. Σάμπως μου συμβαίνει και τίποτα; Ή μήπως γι αυτό ακριβώς; Εδώ που τα λέμε μου συμβαίνει. Πάω διακοπές. Ύστερα από 4 χρόνια κλεισμένος στα τείχη της πόλης, δουλεύοντας χειμώνα καλοκαίρι έφτασε η ώρα. Πολύ παράξενο μου φαίνεται που αύριο το πρωί θα κατηφορίσω στο λιμάνι και θα μπω σε ένα πλοίο. Αν και οι ώρες πλεύσης θα είναι πολλές, δεν με απασχολεί καθόλου. Άλλωστε ο προορισμός θα με αποζημιώσει και με το παραπάνω. Σαντορίνη, τι άλλο να πεις. Τα ‘χουν πει και περιγράψει τόσοι και τόσες πριν από μένα. Θα είναι η πρώτη φορά που θα την επισκεφθώ και έχω τρομερό εκνευρισμό. Μέχρι πριν λίγο ετοίμαζα τα ρούχα που θα πάρω μαζί μου. Και δεν θα ήταν πολλά άμα δεν υπήρχε ο γάμος και τα βαφτίσια. Διπλό γεγονός. Ο ξάδερφος μου παντρεύεται και βαφτίζει το ίδιο απόγευμα το κοριτσάκι του. «Ξεκόλλα επιτέλους και έλα να μας βρεις. Θα περάσουμε περίφημα. Άσε τους άλλους να πλημμυρίσουν και καμιά φορά. Τους έχεις κακομάθει» μου είχε πει και έτσι προέκυψε η αφορμή για να φύγω επιτέλους για μια εβδομάδα και να χαλαρώσω κάτω απ’ τον αυγουστιάτικο ήλιο. Το επάγγελμα μου έχει να κάνει με νερό, σωλήνες, τσιμούχες, φλάντζες, οικοδομές, διαμερίσματα και ανθρώπους. Είμαι καλός υδραυλικός. Κανείς μέχρι σήμερα δεν παραπονέθηκε για την ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρω. Δεν είμαι και τόσο εύκολος με τους ανθρώπους βέβαια. Γι αυτό και αποφεύγω να μιλάω. Κάνω την δουλειά μου και φεύγω. Απαντάω μονολεκτικά ή με σύντομες φράσεις. Δεν έχω όρεξη να ακούω τις ιστορίες του καθενός. Είτε επαγγελματίας είναι αυτός είτε ιδιώτης. Βαριέμαι. Ο κόσμος έχει προβλήματα και ψάχνει συχνά πυκνά να τα πει κάπου να ξεσκάσει. Τι μπορεί να μου πει ένας ξένος και να ‘χει ενδιαφέρον; Θα τολμήσω να διαφωνήσω σε κάτι μαζί του ενώ ξέρω πως απ’ τη συμπεριφορά μου εξαρτάται η αμοιβή και το κάτι παραπάνω που μπορεί να κερδίσω; Όχι. Προτιμώ λοιπόν να βυθίζομαι διαβάζοντας βιβλία με αστυνομικές περιπέτειες ή βλέποντας αντίστοιχες ταινίες στον κινηματογράφο. Με εκφράζουν. Λίγα λόγια, πολλή δράση. Τον τελευταίο καιρό όμως φαίνεται πως κάτι έχει αλλάξει μέσα μου. Θες επειδή μεγαλώνω ή επειδή με έχει κουράσει η μοναξιά. Φίλους δεν θα έλεγα πως έχω. Με καλούν πολλές φορές για μια μπύρα, ένα φαγητό και αρνούμαι. Πότε όμως θα αρχίσω να ξεφεύγω απ’ τον μικρόκοσμο μου; Πως θα κάνω οικογένεια άμα πηγαίνω μόνο με πουτάνες; Έπιασα το μπουκάλι με την τεκίλα, θαύμασα το κιτρινωπό της χρώμα και κατέβασα μια μεγάλη γουλιά. Νευρικότητα. Θα βγω για μια βόλτα, το δωμάτιο με πνίγει. Περπατάω με κατεύθυνση το κέντρο της πόλης και σκέφτομαι. Κάθε φορά που προσπαθώ να προσεγγίσω κάποιον έχω να δώσω δυο μάχες. Η πρώτη είναι να ξεπεράσω την άρνηση που προβάλλει από συνήθεια σε τέτοιες περιπτώσεις και επιθυμεί να με αποτρέψει από ενδεχόμενη κοινωνική συναναστροφή και η δεύτερη είναι εκείνο το φράγμα που υψώνεται στο λαιμό μου κάθε φορά που ετοιμάζομαι να μιλήσω που κάνει τις λέξεις να μην θέλουν γλιστρήσουν προς τα έξω και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για διάλογο. Κοινώς έχουν υπάρξει φορές που γίνομαι ρεζίλι και τρέπομαι εις άτακτων φυγείν.
Τα φώτα μιας καντίνας στρεβλώνουν την ψυχανάλυση που επιχειρώ εδώ και λίγη ώρα στον εαυτό μου ο οποίος αρπάζει την ευκαιρία να δραπετεύσει και μετά χαράς προωθείται σαν τον υπνωτισμένο προς την πηγή μιας εκ των σημαντικότερων επίγειων απολαύσεων. Το φαγητό και δη το αποκαλούμενο ‘βρόμικο’. Ένα χοτ-ντογκ αναλαμβάνει να εκχυδαΐσει την συντηρητική μου εμφάνιση προσθέτοντας κόκκινες και κίτρινες πινελιές στο γαλάζιο μου πουκάμισο. Η  νύχτα θέλει κέφι και χαμόγελα για να προχωρήσει χωρίς δυσάρεστες συνέπειες. Δίπλα μου στέκεται ένας τύπος κοντός, γύρω στα 30, με μια πολύχρωμη κοντομάνικη μπλούζα και πορτοκαλί βερμούδα. Μια εμφάνιση που καμουφλάρει τις ίδιες πιτσιλιές που δέχθηκε κι αυτός, καθώς καταπίεζε με τα σαγόνια του τις δυο άκρες του ψωμιού  προσπαθώντας να συμπεριλάβει και το λουκάνικο στην πρώτη του μπουκιά. Επιχειρώ να του μιλήσω χωρίς λόγο.
«Γεια» του κάνω.
«Έ;» μου απαντάει.
«Καλησπέρα. Καλό έ;» συνεχίζω.
«Μμμ».
«Απ’ τα καλύτερα στην Αθήνα δεν νομίζεις;» του λέω.
«Ε και;» μου λέει. Τον χαιρετάω και φεύγω. Το πείραμα απέτυχε. Προχωράω. ‘Υπομονή και επιμονή. Οι αρετές του σύγχρονου ανθρώπου’ έγραφε πάνω σε ένα  πέτρινο τοίχο. Ώρες ώρες διαβάζω κάποιες φράσεις και έχω την εντύπωση ότι ο καθένας αρέσκεται στο να φιλοσοφεί και να μην εφαρμόζει εν τέλει  αυτό που θεωρεί ότι πρέπει να ισχύει για όλους. Το αυριανό ταξίδι επιστρέφει στην πρώτη θέση της μνήμης μου και φέρνει μαζί του τις τελευταίες μου διακοπές 4 χρόνια πριν, στα Κύθηρα. Όχι, μην φανταστείτε πως είχα βρει παρέα για να πάω. Της προσκολλήσεως. Η αδερφή μου παραθέριζε οικογενειακώς και χώθηκε και η αφεντιά μου μαζί τους για δέκα ημερούλες. Για δέκα 24ωρα ήμουν ο απόλυτος θείος ή μάλλον ο μπαμπάς και η μαμά σε συσκευασία του ενός. Οι γονείς παρατούσαν τα τέκνα τους όπως όπως και εξαφανίζονταν για ώρες. Ήταν μια ανέλπιστη για εκείνους εξέλιξη και έφθασαν στο σημείο μέχρι και δώρα να μου κάνουν απ’ την χαρά τους που τους είχα εξασφαλίσει διακοπές και για τους ίδιους. Αυτή τη φορά όμως δεν θα ερχόντουσαν στην Σαντορίνη και έτσι θα ήμουν … μόνος. Εκτός και αν … ναι, έχω μια ιδέα. Μια μελωδία διέκοψε αυτή τη φορά τις μηχανορραφίες μου. Ήταν οικεία. Φλαμένκο σαν κι αυτό που άκουγα πριν φύγω απ’ το σπίτι. Λίγα μέτρα πιο κάτω στην αρχή ενός πεζόδρομου ακουμπισμένη στα κάγκελα ενός φράκτη, στέκεται μια κοπελιά με μια στρουμπουλή ξύλινη κιθάρα περασμένη στον ώμο και παίζει ένα απ’ τα κομμάτια που ακούω συχνά αυτήν την εποχή. Στέκομαι και εγώ με τη σειρά μου απέναντι της και αφήνομαι στην πολυφωνία που απελευθερώνουν τα δάκτυλα του αριστερού της χεριού ανεβοκατεβαίνοντας με μαεστρία τα τάστα στο λαιμό του οργάνου, σε συνδυασμό με το δεξί της χέρι που γρατζουνάει με τα μακριά της νύχια τις χορδές. Σε λίγο μπαίνει και η φωνή της μπολιάζοντας την ατμόσφαιρα που ήδη έχει φτιάξει, με πάθος. Δίπλα μου έχει μαζευτεί κόσμος. Με σκουντάει άθελα του ένας νεαρός που σέρνει μαζί του ένα σάκο ταξιδιού με ροδάκια.
«Συγνώμη» μου λέει «μα δεν είναι καταπληκτική; Και να σκεφθείς ότι στην χώρα της μπορεί να υπάρχουν χίλιες καλύτερες απ’ αυτήν. Το ‘χουν μέσα τους οι Ισπανοί». Δεν του απευθύνω το λόγο αμέσως. Περιμένω να τελειώσει το κομμάτι. Όσοι έχουμε μαζευτεί ξεσπάμε σε ένα θερμό χειροκρότημα. Οι περαστικοί κοιτάζουν απορημένοι. Μερικοί απ’ αυτούς ζυγώνουν για να δουν από κοντά τι προκάλεσε τον ενθουσιασμό μας. Η κοπέλα αφήνει προσεκτικά την κιθάρα της σε μια πτυσσόμενη ξύλινη καρεκλίτσα και για να μας ευχαριστήσει περνάει 2 ζευγάρια καστανιέτες στα δάκτυλα της και χορεύει δίχως μουσική υπόκρουση φλαμένκο.
«Φίλος, είναι άπαιχτη. Πάνω δεν έχω πετύχει ποτέ τέτοια φάση» μου λέει σκουπίζοντας τον ιδρώτα που έχει τρέξει στο κοντό του γενάκι.
«Από πού έρχεσαι;» του κάνω .
«Βέροια. Πάνο με λένε, εσένα;».
«Διονύση».
«Που λες Διονύση, σήμερα κατέβηκα κι αύριο πρωί πρωί φεύγω από δω. Δεν λέω όμορφη η πόλη σας. Μπορεί να δει κανείς πράγματα που απλά δεν συμβαίνουν εκεί που μένω. Μα τρέχετε σαν τους τρελούς. Οδηγείτε χωρίς αύριο και τσακώνεστε με το παραμικρό. Γι αυτό και εγώ…»
«Φεύγεις. Και καλά θα κάνεις. Και εγώ έφυγα αφού έκλεισα τα 18 απ’ την επαρχία για να βρω δουλειά. Στο χωριό μου υπάρχει υδραυλικός και αρκετοί ξένοι που πιάνουν τα χέρια τους. Έπρεπε να αλλάξω περιβάλλον αν ήθελα να επιβιώσω. Τα πρώτα χρόνια ζορίστηκα, μετά όπως όλοι συνήθισα. Και δεν χαίρομαι που το λέω αυτό».
«Έλα, τελείωσε, πάμε να της μιλήσουμε» μου λέει.
«Ε, τι; Να της μιλήσουμε;»
«Ναι, έλα. Ξέρεις αγγλικά; Εγώ λίγα αλλά όλο και κάτι θα καταφέρουμε. Κουνήσου, τι στέκεσαι; Χάζεψες;». Η ισπανίδα κάθεται στην ξύλινη καρεκλίτσα της και δροσίζει το πρόσωπο της με νερό από ένα πλαστικό μπουκάλι. Ο Πάνος με τραβάει όπως όπως απ’ τον ώμο και την επόμενη στιγμή βρισκόμαστε σε απόσταση αναπνοής απ’ τα μεγάλα μαύρα της μάτια. Ο Πάνος ξεκινάει με φιλοφρονήσεις προχωράει σε τυπικές ερωτήσεις και με την βοήθεια της νοηματικής δημιουργείται μια ζωηρή κουβέντα με γέλια, ασυναρτησίες και ολίγες πληροφορίες που λίγη σημασία έχουν μιας και η επικοινωνία από μόνη της αρκεί για να μας διατηρεί χαρούμενους και τους τρεις. Η κοπέλα είναι απ’ την Γρανάδα, είναι εικοσιτριών χρονών και κάνει τον γύρο της Ευρώπης τραγουδώντας και χορεύοντας στους δρόμους. Αυτά κατάφερα να καταλάβω την μισή ώρα που καθίσαμε μαζί σε ένα καφέ πίνοντας μπύρες.
«Και τώρα για πού είμαστε; Λέω να κατέβω στο λιμάνι» με ρωτάει ο Πάνος.
«Από κει θα φύγεις;» του λέω.
«Α, ναι, δεν στο είπα. Αξημέρωτα παίρνω το καράβι και βουρ για Σαντορίνη».
«Και εσύ; Για κει πάω και εγώ». Το πλοίο που θα πάρουμε είναι το ίδιο μα είναι νωρίς για μένα να κατέβω από τώρα στον Πειραιά. Άλλωστε πρέπει να επιστρέψω σπίτι για να πάρω τα πράγματα μου. Τον αποχαιρετώ και δίνουμε ραντεβού στις 6 μπροστά απ’ την μπουκαπόρτα. Καθώς επιστρέφω , επιστρέφει και η ιδέα που μου πέρασε πριν από ώρα απ’ το μυαλό. Σε μια αναπάντεχη κρίση κοινωνικότητας αλλάζω κατεύθυνση και περνάω απ’ το σημείο που είχα βρει την τραγουδίστρια αναζητώντας τον νέο μου φίλο. Συναντώ άγνωστα πρόσωπα. Δεν τον πρόλαβα. Ήθελα να του προτείνω να πάμε μαζί σε ένα σπίτι με καλές κοπέλες που το τιμώ με την παρουσία μου αρκετά συχνά. Η ιδέα μου έχει να κάνει και μ’ αυτό το μέρος. Ένα τέταρτο αργότερα χτυπάω το κουδούνι στην  είσοδο μιας νεόδμητης πολυκατοικίας. Δυο στοιχεία ξεχωρίζουν αυτό τον οίκο ανοχής απ’ το στερεότυπο που ακολουθεί τους χώρους που αναπτύσσεται η αγοραία ερωτική δραστηριότητα. Πρώτον το περιποιημένο εσωτερικό του λόγω της καινούργιας κατασκευής του κτιρίου και δεύτερον το φως. Πρόκειται για ένα ευρύχωρο διαμέρισμα με 4 δωμάτια και ένα μικρό σαλόνι στο οποίο κυριαρχεί ένα επιβλητικό φωτιστικό με 5 δυνατές λάμπες σε σχήμα κεριού. Η τσατσά που έχει αφήσει πίσω δεκαετίες  άκαρπης αναζήτησης του ανθρώπου που θα την τραβήξει απ’ το σκοτεινό κύκλωμα της πορνείας, έχει επισκεφθεί πολλές φορές το οφθαλμολογικό ιατρείο ενός απ’ τους καλύτερους πελάτες της αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η όραση της φθίνει εξ αιτίας ενός αυτοάνοσου νοσήματος όπως συνηθίζονται πλέον να αποκαλούνται τα περιστατικά που δεν εντάσσονται στις γνωστές παθήσεις. Αγνοώντας την διακριτικότητα που απαιτείται σε ανάλογους χώρους τοποθέτησε διάφορες φωτιστικές πηγές με αποκορύφωμα τον πολυέλαιο που δημιουργεί μια ατμόσφαιρα φανταχτερή, καθώς στραφταλίζει στα διάσπαρτα γυάλινα πρισματικά αντικείμενα που  διακοσμούν τα ράφια και τα τραπεζάκια του δωματίου.
«Καλώς τον Διονύση. Τι κάνεις; Δεν θυμάμαι να χάλασε καμία βρύση. Πως από δω;» μου λέει αποκαλύπτοντας μια σειρά από ασυνήθιστα λευκά δόντια.
«Κάθε φορά τα ίδια μου λες. Αφού ξέρεις για ποιο λόγο έρχομαι». Η αλήθεια είναι πως εξ αιτίας του επαγγέλματος μου βρέθηκα για πρώτη φορά στο σπίτι της κυρίας Έφης. Και έτσι γνωρίστηκα με την Άνια, μια γυναίκα απ’ την Γεωργία που ανέλαβε να μ’ ευχαριστήσει για την επισκευή που έκανα στο δωμάτιο που δεχόταν τους πελάτες, με ένα τρόπο που τόσο καλά γνωρίζει. Ξεκίνησα πριν 6 μήνες να επισκέπτομαι το σπίτι και την Άνια μια φορά την βδομάδα. Αναπτύχθηκε μεταξύ μας μια φιλική σχέση. Έμαθα για την ζωή της και εκείνη για τη δική μου.
«Είναι εδώ;» ρωτάω. Η κυρία Έφη σηκώνεται κάπως βαριεστημένα και πηγαίνει στην τουαλέτα. Σε λίγο ανοίγει μια πόρτα και το χλωμό πρόσωπο της Άνια προβάλλει. Μου γνέφει. Ξέρω από πριν ότι δεν θα πούμε πολλά. Ο χρόνος μετράει και κοιτάζω πάντα να τον εκμεταλλευτώ στο έπακρο διασχίζοντας απ’ άκρη σε άκρη τον χάρτη του κορμιού της σταματώντας σε γνώριμα μέρη που θα με ανταμείψουν με έντονες συγκινήσεις συμβάλλοντας το καθένα στην ερωτική μου κορύφωση. Η Άνια μπορεί να προσποιείται μα το κάνει τόσο καλά που μέχρι σήμερα δεν το έχω αντιληφθεί. Αισθάνομαι σαν να κάνω έρωτα με μια πρώην κοπέλα μου που μόλις πριν συναντηθήκαμε και η παλιά φλόγα που είχε σβήσει άναψε ξαφνικά και μας πέταξε τον ένα στην αγκαλιά του άλλου.
«Άνια, φεύγω αύριο για διακοπές» της λέω ενώ κουμπώνω τα τελευταία κουμπιά του πουκάμισου μου.
«Που πας; Πες μου να ζηλέψω».
«Σαντορίνη. Τι λες, έρχεσαι μαζί μου; Θα πάμε σε ένα γάμο. Θα περάσουμε φίνα». Αυτή ήταν η ιδέα μου. Να ξεκολλήσω την ερωμένη μου απ’ τη δύσκολη δουλειά και να βρεθούμε παρέα στα μυστήρια που με έχουν προσκαλέσει.
«Θα ήταν καλό και για σένα αλλά και για μένα μιας και θα εμφανιστώ συνοδευόμενος από μια όμορφη γυναίκα». Προσπαθώ να την ρίξω και στο φιλότιμο.
«Δεν ξέρω, Διονύση. Είναι δύσκολο να φύγω. Θα πω πως κάτι έτυχε στην αδερφή μου  και ελπίζω να τα καταφέρω. Θέλω πολύ να έρθω».
«Είναι ευκαιρία Άνια. Που ξέρεις, μπορεί να βρεις κάποια δουλίτσα και να περάσεις το καλοκαίρι στο νησί». Την αποχαιρετώ με ένα πεταχτό φιλί στο στόμα όπως κάνω συνήθως. Κοιτάζω την ώρα, έχει πάει 3. Οι δρόμοι έχουν αρχίσει να αδειάζουν και να γίνονται πιο επικίνδυνοι. Περπατάω προς το σπίτι. Θα ‘ρθει άραγε;  μουρμουρίζω. Ένας περαστικός μου ρίχνει ένα μεθυσμένο βλέμμα. Τεκίλα. Φθάνω στο διαμέρισμα μου, ξεκλειδώνω και την βλέπω να με περιμένει στο τραπέζι του σαλονιού. «Άργησες» την φαντάζομαι να μου λέει. Την αγκαλιάζω με την αριστερή μου παλάμη και της δίνω ένα φιλί στο στόμιο. Καθώς το ποτό κατεβαίνει μέσα μου γεννιέται η επιθυμία να πιω κι άλλο. Ανοίγω την τηλεόραση και πέφτω σε μια ταινία του Χίτσκοκ. Χαλαρώνω στον καναπέ. Τα πόδια μου ακουμπάνε στην βαλίτσα. Η Κιμ Νόβακ αγκαλιάζει τον Τζείμς Στιούαρτ ψηλά σε ένα καμπαναριό.
Στο επόμενο πλάνο εμφανίζονται δυο γνωστοί δημοσιογράφοι να φλυαρούν για την καθημερινότητα. Είναι όλα κάπως θαμπά. Το κεφάλι μου το αισθάνομαι βαρύ σαν αμόνι. Τι απέγινε η υπόλοιπη ταινία; Το παλιό ξύλινο ρολόι που κρέμεται στον τοίχο δίπλα απ’ την τηλεοπτική συσκευή με επαναφέρει βάναυσα στην πραγματικότητα. Είναι 6 παρά τέταρτο και το πλοίο αναχωρεί σε τριάντα λεπτά. Ίσα-ίσα λέω στον εαυτό μου ενώ βουτάω την βαλίτσα και βγαίνω κουτρουβαλώντας τις σκάλες στον δρόμο αναζητώντας ταξί. Ο οδηγός φαίνεται σαν να ‘χει πάρει την σκυτάλη απ’ τους δυο δημοσιογράφους και επιδίδεται σε μια λογοδιάρροια που κάνει την διαδρομή ακόμα πιο μαρτυρική. Σταματάμε έξω απ’ το καράβι την στιγμή που ξεκινάνε να μαζέψουν τους κάβους.
«Διονύση» ακούω μια φωνή και κοιτάζω προς τα πάνω. Οι προβολείς με εμποδίζουν να διακρίνω σε ποιο σημείο βρίσκεται ο Πάνος. «Έλα» μου φωνάζει αγριεμένα κάποιος απ’ το πλήρωμα «δεν θα σε περιμένουμε για πολύ». Πηδάω μέσα και σε λίγα λεπτά βρίσκομαι στην τουριστική θέση. Βγαίνω στο κατάστρωμα. Είναι ασφυκτικά γεμάτο. «Διονύση» ακούω και πάλι την φωνή του φίλου μου. Ψάχνω μέσα στον κόσμο και τον βρίσκω πάνω σε ένα παγκάκι όρθιο πλέον να μου κουνάει το χέρι του.
«Σε περίμενα. Έλεγα στα παιδιά ότι θα ‘ρθεις δεν μπορεί». Γύρω του μια ολόκληρη παρέα από Έλληνες και ξένους με χαιρετάει.
«Καλά, όλους αυτούς που τους βρήκες;» του κάνω έκπληκτος.
«Ε, τόσες ώρες στο λιμάνι μου ήταν αδύνατο να σε περιμένω μόνος. Κάποιοι Εγγλέζοι έπαιζαν μπάλα, μετά ήρθαν και κάτι Έλληνες με μπύρες και ωραίες κοπέλες. Μπλεχτήκαμε, γνωριστήκαμε και έτσι το ταξίδι θα ‘χει περισσότερο χαβαλέ δεν νομίζεις;». Σ’ αυτή την καινούργια για μένα κοινωνική πραγματικότητα ετοιμαζόμουν να εισέλθω. Άλλωστε αυτό αποζητούσα. Ενώ παρατηρώ το πλοίο να κάνει ελιγμούς για να εξέλθει απ’ το λιμάνι αντιλαμβάνομαι ξαφνιασμένος ότι θα ήθελα πολύ να βρισκόταν και η λεπτή φιγούρα της Άνια εδώ, μαζί μου.


Τέλος

Σπύρος Γλύκας 2012


Monday, June 4, 2012

'Το Ορυχείο' ένα διήγημα θρίλερ !



Το Ορυχείο




Κάθε μοντέρνο αυτοκίνητο που σέβεται τον εαυτό του διαθέτει μια μεγαλούτσικη οθόνη υγρών κρυστάλλων η οποία βρίσκεται συνήθως στην κεντρική κονσόλα. Ενδείξεις, πληροφορίες, εικόνες, μηνύματα από ραδιοσταθμούς, σύστημα πλοήγησης έως και κινηματογραφικές ταινίες μπορεί να δει κανείς. Η κιτρινωπή οθόνη του εταιρικού οχήματος που οδηγούσα φαινόταν να κάνει ότι μπορεί για να με διατηρήσει ξύπνιο. Με πληροφορούσε πως ήταν 4.15 τα ξημερώματα, ημέρα Τρίτη, 22 Μαρτίου του 2003 και πως αν κατέβαζα το παράθυρο είχα σοβαρές πιθανότητες να αποκτήσω χιονίστρες στ αυτιά μιας και η εξωτερική θερμοκρασία ήταν εικοσιπέντε βαθμούς χαμηλότερη απ’ αυτή που διατηρούσε το κλιματιστικό σύστημα του αυτοκινήτου. Τουτέστιν 2 βαθμοί Κελσίου. Το ραδιόφωνο είχε παραδοθεί στα παράσιτα των τοπικών σταθμών και εγώ φανταζόμουν λυγερόκορμες υπαλλήλους να με υποδέχονται στα γραφεία της επόμενης επιχείρησης που θα επισκεπτόμουν. «Κουράγιο» μουρμούριζα «σε τρεις ώρες θα βρίσκεσαι στο ξενοδοχείο και θα μουλιάζεις στην μπανιέρα παρέα με την υπηρέτρια». Σεξ. Και πάλι σεξ. Είχα παρατηρήσει πως αυτές τις δύσκολες ώρες που ο εαυτός μου αρνιόταν να ξαναβρεθεί πίσω απ’ το τιμόνι και να φορτώσει τρεις με τέσσερις εκατοντάδες χιλιόμετρα αξημέρωτα, το μόνο που μπορούσε κάπως να με διατηρήσει σε μια υποτυπώδη εγρήγορση ήταν οι φαντασιώσεις. Βίτσιο; Έλα όμως που το πρόγραμμα δεν έβγαινε αλλιώς. Τώρα μάλιστα που λουλούδιαζε ο τόπος η δουλειά μου έπρεπε να ακολουθήσει και εκείνη την δική της άνθηση αλλιώς ….ο υπεύθυνος πωλήσεων θα με καλούσε στο γραφείο του για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή και άντε μετά να ψάχνεις πάλι για δουλειά, να τρέχει το δάνειο του αυτοκινήτου, να μην πας διακοπές. Η οθόνη άρχισε να διαμαρτύρεται. Ένα διαπεραστικό βούισμα συνόδευε την ένδειξη που αναβόσβηνε με μεγάλους χαρακτήρες γραμμένη στα λατινικά : ‘Βλάβη, νούμερο 87’. «Τι στο διάολο» σκέφθηκα και πάτησα κάποια κουμπιά μπας και καθαρίσει η οθόνη. Μάταια. Θορυβημένος έκοψα ταχύτητα και λίγα μέτρα αργότερα σταμάτησα στην άκρη του δρόμου. Έσβησα τον κινητήρα. Το αμάξι έγινε ένα με το σκοτάδι. Θυμήθηκα την ρουτίνα που ακολουθούσαμε στο γραφείο όταν ο υπολογιστής κόλλαγε. Τον κλείναμε και έπειτα από λίγο τον ξανανοίγαμε και λειτουργούσε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Γύρισα και πάλι το κλειδί στον διακόπτη μα τούτη τη φορά η μίζα δεν δούλεψε. Η φωτεινή ένδειξη επανήλθε δριμύτερη σαν να ανήκε σε κάποιο προεδρικό διάταγμα που μόλις δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Επανέλαβα την ίδια διαδικασία χωρίς κάτι να αλλάξει. «Ωραία, έκτακτα, ας βγω λοιπόν να ρίξω μια ματιά στην μηχανή σου» είπα εκνευρισμένος στο αυτοκίνητο περιμένοντας έστω ένα μηχανικό βήξιμο από μέρους του. Δυσκολεύομαι να μην μιλάω σε κάποιον έστω και αν αυτός ο κάποιος είναι κάτι άψυχο. Οι φίλοι με φωνάζουν Λέξη αντί για Αλέξη που είναι το όνομα μου εξ αιτίας της χειμαρρώδους ομιλίας μου και των νεολογισμών που συχνά πυκνά χρησιμοποιώ. Οι ερημιές δεν είναι ότι καλύτερο για το ευαίσθητο νευρικό μου σύστημα και εγώ ήξερα πολύ καλά πως είχα χαθεί. Είχα ξεχάσει να στρίψω σε μια μεγάλη διασταύρωση και όταν το αντιλήφθηκα είχα ήδη προχωρήσει αρκετά. Ενώ βρισκόμουν στην διαδικασία ανεύρεσης εναλλακτικής διαδρομής που συχνά διακόπτονταν από φανταστικά ερωτικά διαλείμματα το αυτοκίνητο έπαθε βλάβη.
Ευτυχώς που υπάρχουν και τα τσιγάρα. Ανάβω ένα και σταματάω για μια στιγμή να περιστρέφομαι μαζί με τη γη, να είμαι μέρος του σύμπαντος. Είναι το απόκοσμο δευτερόλεπτο της πρώτης ρουφηξιάς. «Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο αδυνατώ να το κόψω το ρημάδι» σκέπτομαι και πάλι φωναχτά. Στέκομαι φορώντας ένα γκρίζο μακρύ παλτό μπροστά στον κινητήρα που αχνίζει παλεύοντας με την παγωνιά και προσπαθώ να εντοπίσω το πρόβλημα. Η συγκροτημένη αναρχία καλωδίων και αγνώστων σε μένα μηχανικών μερών περιβάλλει το κυρίως σώμα της μηχανής συνθέτοντας για έναν αδαή τον απόλυτο γρίφο. Μα τι στο καλό γύρευα να βρω και εγώ; Είμαι ακόμα ένας απ’ τους τόσους που πραγματοποιούν τον ίδιο έλεγχο σε κάποιο σημείο του δρόμου απλά και μόνο επειδή έχουν δει άλλους να το κάνουν και το θεωρούν υποχρέωση πριν παραιτηθούν και καλέσουν την οδική βοήθεια. Καλώ την οδική βοήθεια. Και δεν παίρνω απάντηση καμία. Ξανακαλώ μετά από δέκα λεπτά. Τίποτα. Τα πόδια μου αρχίζουν να παγώνουν. Λίγα μέτρα πιο κάτω απ’ το σημείο που έχω σταματήσει υπάρχει μια ταμπέλα. Πλησιάζω. Η νύχτα πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις δεν έχει φεγγάρι και έτσι πρέπει να βρίσκεσαι σε απόσταση αναπνοής για να διακρίνεις τα γράμματα. ‘Καλώς ορίσατε στ ……..’. Το υπόλοιπο χρειάζεται μαντικές ικανότητες ή σύνδεση με το δορυφόρο για να το καταλάβεις. Επιστρέφω στ’ αυτοκίνητο, μαζεύω τα όποια τιμαλφή και με την ταξιδιωτική μου τσάντα στον ώμο επιζητώ την μεταμεσονύκτια περιπέτεια κατά μήκος του άδειου επαρχιακού δρόμου. Το βήμα μου επιταχύνει λόγω ψύχους επιβραδύνει εξ αιτίας της νικοτίνης. Μια αρρυθμία λοιπόν χαρακτηρίζει την πρόοδο μου ενώ κάμποση ώρα αργότερα παρατηρώ σκοτεινούς όγκους που μετά από λίγο τα ονομάζω σπίτια καθώς περνώ απέναντι για να βρεθώ κοντά τους. «Μονόπαντο χωριό» μουρμουρίζω χαμογελώντας με πόνο μιας και τα χείλη μου ξεραμένα απ’ τις χαμηλές θερμοκρασίες, σκάνε βίαια σε δυο τρία σημεία. Κατά πάσα πιθανότητα κτισμένο απ’ τη μια μόνο πλευρά του δρόμου επεξηγώ χωρίς λόγο στον εαυτό μου. Κουβέντα να γίνεται που λένε. Το πρώτο οίκημα έχει μεγάλη αυλή, δυο οπορωφόρα δέντρα – κάτι σαν νεράντζια ή πορτοκάλια φαίνεται να κρέμονται απ’ τα κλαδιά τους – και μια σιδερένια κούνια. Οικογενειάρχης αγρότης; Παρατηρώ την καγκελόπορτα της εισόδου. Σκουριά. Άθλια κατάσταση. Προχωρώ παρακάτω. Παρόμοιες μονοκατοικίες δίχως φως. Δυσκολεύομαι να πιστέψω πως μέσα υπάρχει ζωή. Κοιμούνται; Περπατάω στο στενό πεζοδρόμιο και παρατηρώ πως αρχίζω να διακρίνω όλο και καλύτερα τις πτυχές που πληγώνουν τις φθαρμένες τσιμεντένιες πλάκες. Σηκώνω αργά το κουρασμένο μου βλέμμα και αισθάνομαι σαν τον άνθρωπο που έρχεται σε επαφή με το άγνωστο ον. Οι πλάκες έχουν πλέον πρασινίσει απ’ το νέον φως που διαχέεται απ’ τη φωτεινή επιγραφή του μοναδικού κτιρίου που φωτίζεται σε ολόκληρη την περιοχή. Γυάλινες επιφάνειες αποκαλύπτουν το εσωτερικού ενός έρημου καφενείου με μεταλλικά τραπεζάκια, ξύλινες καρέκλες και μια μεγάλη βιτρίνα πίσω απ’ την οποία περιμένω να ξεπροβάλλει κάποια εξωπραγματική μορφή. Μα δεν κουνιέται φύλλο. Χωρίς να το πολυσκεφθώ μπαίνω μέσα και κάθομαι αποκαμωμένος απ’ την νυχτερινή πορεία. Ανάβω ένα τσιγάρο ακόμα. Παύση. Η τηλεόραση που κρέμεται από ένα μεταλλικό βραχίονα βιδωμένο στον τοίχο θυμίζει τετραγωνισμένο Κυκλώπειο μάτι με καταρράκτη. Τα βουβά παράσιτα υποδηλώνουν ύπαρξη ανθρώπινης δραστηριότητας. Κάποιος την άφησε ανοικτή και έφυγε ή ξάπλωσε για ύπνο. Σηκώθηκα και πάλι και άρχισα να επιθεωρώ τον χώρο. Μια κουρτίνα σκέπαζε την καμάρα που έβγαζε στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Ετοιμαζόμουν να παραμερίσω το πολυκαιρισμένο ύφασμα όταν άκουσα θόρυβο. Με δυο βήματα βρέθηκα στην πόρτα και κοίταξα έξω. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε περάσει ούτε πατίνι από το χωριό. Ένα μεγάλο όχημα πλησίαζε πλέον αργά το σημείο που βρισκόμουν. «Για δες, σταματάει» μουρμούρισα ενθουσιασμένος. Δεν ήμουν σε θέση να σκεφθώ κάτι κακό για τον υπέρβαρο άντρα που κατέβαινε με ασυνήθιστη σβελτάδα την μεταλλική σκαλίτσα του λευκού φορτηγού. Με προλαμβάνει η διάθεση επικοινωνίας μπλοκάροντας οποιαδήποτε ανάδυση σκοτεινών σκέψεων από τον απύθμενο βυθό του υποσυνείδητου. Ο άγνωστος που σε λίγα δευτερόλεπτα ή το πολύ λεπτά θα αποκτήσει όνομα είναι μετρίου αναστήματος, με μεγάλα μάτια και έντονα μαύρα φρύδια, στρογγυλοπρόσωπος με κοντό γενάκι και μακρύ σγουρό μαλλί δεμένο κότσο. Μοιάζει να έχει βγει από αμερικάνικη ταινία και να διατηρεί τις ίδιες διατροφικές συνήθειες με τους μοσχαναθρεμμένους συναδέλφους του που ζουν και εργάζονται στην πατρίδα του πλανητάρχη. 
«Καλησπέρα, τι έγινε;» του λέω. Εκείνος με κοιτάζει ταραγμένος. Είναι ιδρωμένος. Όπου να ναι θα αρχίζει να αισθάνεται τις σταγόνες να παγώνουν στο μέτωπο του. Φαίνεται να καλοσκέφτεται τι θα μου απαντήσει λες και βρίσκεται στην τελευταία ερώτηση κάποιου τηλεοπτικού παιχνιδιού με έπαθλο την ψυχική του ηρεμία.
«Μόνος σου είσαι;» καταφέρνει να πει. Εμένα μου φάνηκε πως πέρασε ένα πεντάλεπτο απ’ τη στιγμή που απόσωσα την ερώτηση μου.
«Μόνος. Από πού έρχεσαι φίλε;» του είπα.
«Βόρεια. Άσε αδερφέ, κόντεψα να το χάσω πριν από λίγο γι αυτό με βλέπεις έτσι». Άρχισε να μου εξιστορεί την μικρή περιπέτεια που είχε όταν καθώς οδηγούσε τον πήρε για μια στιγμή βόλτα ο Μορφέας και παρ’ ολίγο να βρεθεί αγκαλιά με ένα βενζινάδικο. Είχα περάσει από εκεί πριν σταματήσω για να διαπιστώσω τι συμβαίνει με το αυτοκίνητο και ήταν κλειστό. Ο φορτηγατζής λίγο έλλειψε να το κλείσει μια και καλή.
«Φαντάζεσαι τι θα μπορούσε να είχε συμβεί; Θα έπαιρνε φωτιά ο τόπος» συνέχιζε αναστατωμένος. «Δεν μου ‘χει ξανασυμβεί να με πάρει ο ύπνος στο τιμόνι. Ποτέ. Μην με ρωτήσεις τι και πως. Άγιο είχα. Ξύπνησα την στιγμή που το φορτηγό είχε ευθυγραμμιστεί με την νησίδα του πρατηρίου. Πάλεψα με το τιμόνι ενώ ένοιωθα την καρότσα να μετακινείται βίαια και το φορτίο να κοπανιέται πάνω στα τοιχώματα της. Τελικά ξαναβρέθηκα στην πορεία μου αλλά μου ‘φυγε η ψυχή».
«Τυχερός ήσουν».
«Μμμ, όχι και τόσο αφού αναγκάστηκα να σταματήσω εδώ πέρα».
«Το όνομα σου;»
Με λένε Παύλο, εσένα;». Αφού λοιπόν έγιναν και οι απαραίτητες συστάσεις του διηγήθηκα και εγώ την δική μου περιπέτεια. Με επιδέξιους χειρισμούς κατάφερα να περάσω και σε άσχετα θέματα οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής φύσεως που κατά πάσα πιθανότητα δεν ενδιέφεραν τον συνομιλητή μου ο οποίος με παρακολουθούσε ανήσυχος. Στην μέση της ανάλυσης μιας γαστριμαργικής  ιδιομορφίας των Ελλήνων αστών με διέκοψε : «Δεν έχεις ξαναβρεθεί στην περιοχή ε;». Του έγνεψα αρνητικά.
«Ετοιμάσου να ακούσεις για ποιο λόγο δεν σταματάει πια κανείς σ’ αυτό το χωριό» μου είπε. Πάλι καλά σκέφθηκα. Μπορεί να μην κατάφερα να ανοίξω συζήτηση με τον πλούτο των θεμάτων που είχα σπεύσει να θίξω αλλά θα μάθαινα τουλάχιστον και κάτι ενδιαφέρον. Ο Παύλος έπιασε να μου διηγείται τα παρακάτω :
Ήταν Μάρτιος του 2002 και η ζωή στο χωριό κυλούσε ως συνήθως. Οι άντρες ξυπνούσαν πριν απ’ τα κοκόρια και πήγαιναν στο ορυχείο για δουλειά και οι γυναίκες φρόντιζαν τα του οίκου τους. Τα εισοδήματα όλης της κοινότητας προέρχονταν απ’ τη λειτουργία του ορυχείου και ο οικισμός είχε δημιουργηθεί εξ αιτίας του. Στα μέσα του μήνα ο καιρός βάλθηκε να ανεβοκατεβάζει την θερμοκρασία ταλαιπωρώντας τους κατοίκους με ξαφνικά κρυολογήματα και εξοντωτικές ιώσεις. Το αποκορύφωμα της μετεωρολογικής  αναστάτωσης έφθασε στις 21 του μηνός όταν το θερμόμετρο που βρισκόταν στην είσοδο του ορυχείου σκαρφάλωσε στους 32 βαθμούς στις οκτώ το πρωί. Την επόμενη μέρα και ενώ η ασυνήθιστη ζέστη συνεχιζότανε συνέβη ένα τρομερό ατύχημα. Ένας σεισμός μικρής έντασης στάθηκε αρκετός για να μετακινήσει τα υποστυλώματα που βρισκόντουσαν στο δεύτερο επίπεδο εξόρυξης αρκετά μέτρα κάτω απ’ τη γη. Εκείνη τη στιγμή όλο το έμψυχο δυναμικό του ορυχείου βρισκόταν σε εκείνο το σημείο και δούλευε πυρετωδώς για τη διάνοιξη μιας νέας σήραγγας. Κανένας δεν κατάφερε να βγει ζωντανός. Οι μισοί καταπλακώθηκαν και οι υπόλοιποι παρέμειναν εγκλωβισμένοι χωρίς καμιά ελπίδα. Οι γυναίκες τους έκλαιγαν για νύχτες πολλές έξω απ’ την είσοδο της τελευταίας κατοικίας των αντρών τους έως ότου αποδέχθηκαν το αναπάντεχο διαζύγιο που τους έβγαλε η μοίρα, πήραν τα παιδιά τους και έφυγαν από τούτο τον καταραμένο τόπο για πάντα. Το ορυχείο δεν ξανάνοιξε από τότε και ο οικισμός θεωρείται στοιχειωμένος.
«Ενδιαφέρον» σχολίασα. Είχαν περάσει λίγα λεπτά δίχως να αρθρώσω λέξη. Αυτό έλεγε πολλά. Το μυαλό μου είχε γεμίσει εικόνες από διαμελισμένα πτώματα καλυμμένα από χώμα και γυναίκες με παραδοσιακές ηπειρώτικες φορεσιές έτοιμες να χορέψουν τον χορό του Ζαλόγγου και να χαθούν στο μαύρο στόμα της σπηλιάς που έχασκε στην κορυφή ενός μικρού λόφου. Για να ξεχωρίζει μάλιστα απ’ το υπόλοιπο τοπίο υπήρχε η λέξη ‘ΟΡΥΧΕΙΟ’ σχηματισμένη με λευκό βότσαλο στην μια του πλευρά.
«Όπως το βλέπει κανείς» μου απάντησε με σοβαρότητα ο συνομιλητής μου.
«Ξέρεις τι μέρα είναι σήμερα;» τον ρώτησα και πρόσθεσα «22 Μαρτίου, όπως τότε». Ο Παύλος με κοίταξε τρομαγμένος.
«Αλλά δεν έχει χαράξει ακόμα, ούτε έγινε σεισμός» συνέχισα αστειευόμενος. «Άσε που κάνει ψόφο». Ο Παύλος δεν είχε καμία όρεξη για αστεία. Ο ιδρώτας είχε επανέλθει στο μέτωπο του.
«Άκου φίλε, δεν ξέρω για σένα αλλά εγώ πρέπει να φύγω το συντομότερο δυνατό από δω. Σταμάτησα γιατί έπρεπε να συνέλθω ύστερα απ’ αυτό που μου συνέβη. Δεν κάθομαι άλλο. Θα ήθελα μόνο να σου ζητήσω μια χάρη πριν φύγω. Πρέπει να συμμαζέψω το εμπόρευμα. Δεν έχω πολλά κιβώτια αλλά θα έχουν ανακατωθεί με τους απότομους ελιγμούς που έκανα για να αποφύγω τη σύγκρουση και δεν μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου. Πάμε να ρίξουμε μια ματιά;»
«Πολύ ευχαρίστως να σε βοηθήσω. Τι μεταφέρεις αν επιτρέπεται;» τον ρώτησα.
Η μεταλλική πόρτα υποχώρησε υπακούοντας την ηλεκτρική εντολή που έλαβε από το αφεντικό της αποκαλύπτοντας δεκάδες στοιβαγμένα χαρτοκιβώτια που καταλάμβαναν μεγάλο μέρος απ’ τον ωφέλιμο χώρο φόρτωσης. Κατά μεσοίς του κενού που μεσολαβούσε απ’ το κατώφλι της πόρτας μέχρι την πρώτη σειρά με τα άψογα τακτοποιημένα κιβώτια υπήρχε άλλο ένα τόσο στραπατσαρισμένο, που φαινόταν σαν να είχε προσπαθήσει επανειλημμένως να χωθεί ανάμεσα τους δίχως όμως τελικά να τα καταφέρει. Καμιά εικοσαριά βιβλία είχαν χυθεί στο δάπεδο προδίδοντας την ταυτότητα του φορτίου.
«Αποκλείεται. Δεν είναι δυνατόν» μουρμούριζε ο Παύλος.
«Τι εννοείς;» του είπα.
«Άκουσα με τα αυτιά μου τα κιβώτια να κοπανιούνται. Δεν υπάρχει περίπτωση να έμειναν όλα στη θέση τους ύστερα από τέτοιο κούνημα».
Έφερα στα χέρια μου ένα βιβλίο. Είχε μαύρο ματ εξώφυλλο. Τίτλος και συγγραφέας απόντες. Μέτρησα τρεις κιτρινισμένες σελίδες δίχως έντυπα σημάδια και στην τέταρτη βρέθηκα επιτέλους στα περιεχόμενα. Δεν ήξερα ακόμα αν ήταν κεφάλαια ή τίτλοι διηγημάτων. Στο μεταξύ ο Παύλος που προσπαθούσε να βρει μια λογική εξήγηση για την τάξη που επικρατούσε στο εσωτερικό του φορτηγού του μου άρπαξε με μια κίνηση το βιβλίο και άρχισε να διαβάζει φωναχτά:
1.     Θάνατος
2.     Νεκροί
3.     Μοιραίο Τέλος.
Άφησε το σύγγραμμα να πέσει απ’ τα χέρια του και έπιασε το μισοδιαλυμένο χαρτόκουτο ανακατεύοντας νευρικά τα βιβλία που είχαν απομείνει μέσα. Ήταν όλα ίδια μ’ αυτό που μόλις πριν λίγο ξεφυλλίσαμε. Με ένα σάλτο βρέθηκε δίπλα στα υπόλοιπα κιβώτια. Έβγαλε απ’ το φαρδύ του παντελόνι ένα σουγιά και τον έμπηξε με ένταση σε ένα απ’ αυτά. Η σκέψη που και οι δυο είχαμε κάνει επιβεβαιώθηκε. Ίδια βιβλία παντού. Η ταραχή έκανε την εμφάνιση της πλέον και στο δικό μου νευρικό σύστημα. Άρχισα να διαβάζω την πρώτη παράγραφο. Λίγο πιο πέρα καθισμένος στο πάτωμα ο Παύλος έκανε το ίδιο. Το βιβλίο ξεκινούσε με την συνάντηση ενός πωλητή και ενός φορτηγατζή σε ένα άδειο καφενείο. Εκείνος σταμάτησε. Συνέχισα να διαβάζω ενώ ένοιωθα το βλέμμα του να με παρατηρεί. Ύστερα από λίγο σηκώθηκε απότομα και μου είπε :
«Δεν θέλω να ξέρω την συνέχεια. Δεν θέλω να μάθω τίποτα άλλο. Ούτε για το βιβλίο ούτε για σένα. Φεύγω». Η πόρτα ξετυλίχθηκε αργά μπροστά στα κουρασμένα μου μάτια και πριν προλάβει να κλείσει, το φορτηγό ξεκινούσε βίαια αφήνοντας πίσω του δυο ρηχά αυλάκια από λάσπη και μερικά βιβλία που γλίστρησαν και έπεσαν στο υγρό χώμα που υπήρχε στην άκρη του δρόμου. Ανάμεσα τους έμεινα να διαβάζω τη μια σελίδα μετά την άλλη ώσπου έφτασα στην περιγραφή της τελευταίας σκηνής κατά την οποία με εγκαταλείπει ο Παύλος. Δεν υπήρχε συνέχεια. Γύρισα σελίδα και βρέθηκα στο δεύτερο μέρος με τίτλο ‘Νεκροί’. Καμία διαφοροποίηση απ’ το πρώτο. Πέρασα γρήγορα στο τελευταίο κεφάλαιο, ‘Μοιραίο Τέλος’. Και εκεί τα ίδια. Ένα βιβλίο με τρία κεφάλαια στα οποία αλλάζουν μονάχα οι τίτλοι και το περιεχόμενο σταματάει στην αναχώρηση του φορτηγατζή.
Είχε ήδη χαράξει. Κοίταξα το καφενείο. Κανένα ίχνος ζωής εκτός από δυο απελπισμένες μύγες που είχαν κολλήσει πάνω σε μια λάμπα φθορίου προσπαθώντας να επιβιώσουν για μερικές ώρες ακόμα. Αποφάσισα να επιστρέψω στο αυτοκίνητο και να ξανακαλέσω την οδική βοήθεια. Όλο και κάποιος θα περνούσε. Περπατούσα αργά έχοντας ένα τσιγάρο στο ξερό μου στόμα. Το κρύο δεν με ενοχλούσε. Το είχα συνηθίσει. Δεν μπορούσα να δώσω εξήγηση σ’ αυτό που συνέβαινε. Ξεπερνούσε το συμβατικό μου τρόπο σκέψης. Έφτασα στ’ αυτοκίνητο. Γύρισα το κλειδί στο διακόπτη γιατί ποτέ δεν ξέρεις. Το αυτοκίνητο πήρε μπροστά σαν να μην είχε πάθει ποτέ τίποτα και ο κινητήρας ανέβασε στροφές για να ζεσταθεί. Η κίτρινη οθόνη επανήλθε στις συνηθισμένες τις ενδείξεις. Όλα φαινόντουσαν να λειτουργούν κανονικά. Κούμπωσα την πρώτη σχέση στο κιβώτιο ταχυτήτων και ξεκίνησα. Στο κάθισμα του συνοδηγού αναπαυόταν το παράξενο βιβλίο. Άφησα πίσω μου τον οικισμό που με το πρώτο φως της ημέρας αποκάλυπτε μονάχα την εικόνα της εγκατάλειψης. «Ο φόβος αισθάνεται πιο άνετα τη νύχτα» μουρμούρισα. Κάμποσα χιλιόμετρα πιο κάτω καθώς προσέγγιζα μια απότομη στροφή παρατήρησα έντονα μαύρα ίχνη από δυνατό φρενάρισμα στην άσφαλτο. Το προστατευτικό κιγκλίδωμα στην αντίθετη κατεύθυνση έχει δεχτεί σφοδρή επίθεση από κάτι ογκώδες. Σταμάτησα σε ένα πλάτωμα με χαμηλή βλάστηση. Πέρασα στην άλλη μεριά του δρόμου και στάθηκα πάνω από μια βαθιά χαράδρα. Το φορτηγό του Παύλου είχε σκορπίσει πάνω στα βράχια δεκάδες μέτρα κάτω απ’ τα πόδια μου. Επέστρεψα στο αμάξι και άνοιξα το βιβλίο. Μια σελίδα είχε προστεθεί σε κάθε κεφάλαιο που περιέγραφε τον τραγικό θάνατο του Παύλου. Χωρίς δεύτερη σκέψη έκανα αναστροφή και επέστρεψα στον οικισμό. Όχι, δεν είχα βρει ξαφνικά την απάντηση σ’ αυτή την τρέλα. Το ένστικτο με οδήγησε έξω απ’ την φραγμένη είσοδο του ορυχείου. Μια λιτή μαρμάρινη πλάκα τριγυρισμένη από ξερά λουλούδια και άνυδρα καντήλια ανέφερε τα 87 ονόματα των ανθρώπων που σκοτώθηκαν την ίδια μέρα πριν από ακριβώς ένα χρόνο. Έπιασα να τα διαβάζω μηχανικά μέχρι που έφτασα στο τελευταίο ‘Παύλος Αργυρίου 28, οδηγός φορτηγού’. Η χάραξη ήταν ασυνήθιστα φρέσκια. Κλείδωσα το μυαλό μου σ’ αυτό που είχα αποφασίσει να κάνω. Μάζεψα αρκετά άγρια λουλούδια απ’ την ανθισμένη γη, έφτιαξα ένα όμορφο δεμάτι και έχωσα μέσα του το ζωντανό σύγγραμμα. Έπειτα και με τη βοήθεια μιας μεγάλης μυτερής πέτρας κατάφερα να σπάσω την πρόχειρη κλειδαριά που κάποιοι είχαν τοποθετήσει επιπόλαια και να μπω μέσα στο ορυχείο. Η υπερένταση που ένοιωσα ήταν αρκετή για να με κάνει να αφήσω το δεμάτι κατάχαμα και να απομακρυνθώ τρέχοντας. Έφθασα στο αυτοκίνητο ξέπνοος.  Οδήγησα τρεις ώρες χωρίς να σταματήσω. Όταν έφτασα στο ξενοδοχείο, έκανα ένα ζεστό μπάνιο και έκατσα δίπλα στο παράθυρο ανάβοντας ένα τσιγάρο. Κόσμος πηγαινοερχότανε στον φαρδύ πεζόδρομο. Το βλέμμα μου έπεσε ασυναίσθητα στην βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου. Έριξα το παλτό πάνω απ’ τις πυτζάμες μου και κατέβηκα τρέχοντας αναζητώντας ανήσυχος το σύγγραμμα με το μαύρο εξώφυλλο.
Πιστεύω πως γλύτωσα. Κάθε φορά όμως που περνάω μπροστά από βιτρίνες με βιβλία αισθάνομαι το ίδιο σφίξιμο στην καρδιά και ας έχουν περάσει δυο χρόνια από τότε . . .

Τέλος


Σπύρος Γλύκας 2012