Monday, May 28, 2012

'Οχι πια'  νέο διήγημα




Όχι Πια




Έσκυψα πάνω απ’ το γυμνό κρανίο του γέροντα που μου έκρυβε το οπτικό πεδίο. Μια γυναίκα γύρω στα τριάντα άνοιγε νευρικά ένα δερματόδετο ημερολόγιο. Την παρακολουθούσα απ’ την στιγμή που μπήκε στο βαγόνι. Δυο σταθμοί είχαν περάσει χωρίς να έχει κουνηθεί μα στο μακρόστενο πρόσωπο της διαφαινόταν κάποια ένταση. Ο γέροντας ήρθε και στήθηκε μπροστά μου σπρώχνοντας με δήθεν αδιάφορα στο πλάι, για να κρατηθεί απ’ το σίδερο που αποτελούσε μέρος ενός μεταλλικού σκελετού πάνω στον οποίο ήταν βιδωμένες οι πλαστικές θέσεις για τους επιβάτες. Ευτυχώς για μένα και την αδηφάγα παρατηρητικότητα που με χαρακτηρίζει, το ύψος του ήταν σύμφωνο με τον μέσο όρο του ανδρικού πληθυσμού στην Ελλάδα του μεσοπολέμου. Παρόλα αυτά μπορούσα να δω μονάχα το πρώτο μισό του κορμιού της γυναίκας. Αρκετό για να με διατηρεί απασχολημένο, ελλιπές όμως για να ολοκληρώσω την εικόνα που θα χόρταινε την ανάγκη μου. Άλλωστε από στιγμή σε στιγμή μπορεί εκείνη να αναχωρούσε. Και εγώ δεν είμαι ο τύπος που ακολουθεί τους ανθρώπους επειδή του έκαναν εντύπωση. Μέχρι πρότινος, όταν ακόμη δούλευα, δεν είχα καν τον χρόνο για να το κάνω μήτε το περιβάλλον για να μου δώσει τα  ανάλογα ερεθίσματα. Η καθημερινή μου μετακίνηση γινόταν με μηχανοκίνητο δίκυκλο γνωστού ιαπωνικού εργοστασίου, διαρκούσε κάτι λιγότερο από είκοσι λεπτά κατά την διάρκεια των οποίων οι άνθρωποι αποτελούσαν στόχους προς αποφυγή.  Ο σκοπός ήταν να φτάσω εγκαίρως στην δουλειά. Ύστερα κλεινόμουν στον μικρόκοσμο του λογιστηρίου μιας μεγάλης εταιρίας φορτωμένος άγχος από τους ανωτέρους μου. Το μεγάλο λευκό ρολόι που στόλιζε την έξοδο του γραφείου αποτελούσε όργανο ακούσιας εκγύμνασης του αυχένα, που μετέφραζε με τις κινήσεις του την ολοένα και μεγαλύτερη επιθυμία μου για φυγή καθώς κατά κανόνα το ωράριο υπερέβαινε κατά πολύ τις οκτώ ώρες. Έπειτα επέστρεφα κουρασμένος στο σπίτι μου όπου έβρισκα τη γυναίκα μου και την μικρή μου κόρη σε αφιονισμένη κατάσταση, έτοιμη να στραγγίξει και την τελευταία ικμάδα που μου είχε απομείνει μέχρις ότου καταλήξω στην λήθη του ύπνου. Αλλά να, τώρα βρισκόμουν ενώπιον μιας συναισθηματικής εκτόνωσης. Η μελαχρινή γυναίκα που παρακολουθούσα έγραφε με ένα μηχανικό μολύβι δυο λέξεις πάνω στις άδειες γραμμές μιας σελίδας με σημερινή ημερομηνία. Δέκα Φεβρουαρίου, Χαραλάμπους ιερομάρτυρα διάβαζα με μικρά γραμματάκια  δίπλα στο νούμερο. Και λίγο παρακάτω, κάπου στη μέση τη φράση ‘ΌΧΙ ΠΙΑ’. Η γραφιτένια μύτη είχε χτυπήσει με βία το χαρτί αφήνοντας πάνω του λίγα θραύσματα που με το πέρασμα της παλάμης μουτζούρωσαν το κενό μεταξύ των δυο λέξεων σαν κάποιο μυστήριο να υπέφωσκε σε εκείνο το σημείο. Η άγνωστη σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε στα μάτια. Εκείνη τη στιγμή διάλεξε ο γέροντας να ξανακάνει αισθητή την παρουσία του λες και υπήρχε κάποιος σκηνοθέτης από πίσω μας που φώναξε «τι στέκεσαι ντε; η σειρά σου είναι».

«Δεν κάνεις λίγο πιο πέρα βρε παλληκάρι μου, κοτζάμ άντρας, δεν με βλέπεις; Πάω και δεν πάω. Δεν σηκώνεται και κανείς για να κάτσω και δεν με βαστάνε τα πόδια μου. Άσε με να ακουμπήσω στην πόρτα να βάλω και αυτά τα ρημάδια τα λάδια σε μια γωνιά». Η αλήθεια είναι πως ασυναίσθητα, στην προσπάθεια μου να δω καλύτερα τον είχα στριμώξει πάνω στη μπάρα. Το βλέμμα της άγνωστης ταξίδευε πια απ’ την άλλη μεριά, σε άλλη σειρά καθισμάτων. Στην επόμενη στάση κατέβηκε. Σημείωσα την ώρα στο πίσω μέρος του μυαλού μου και άρχισα να φτιάχνω ιστορίες. Είναι πιθανό να μένει κάπου εδώ κοντά. Αν όμως είναι ταραγμένη θα θέλει να επιστρέψει στο σπίτι της; Δεν είχα προλάβει να δω αν φορούσε βέρα. Μπορεί να έχει προβλήματα με τον καλό της. Να έχει φτάσει ο κόμπος στο χτένι και να ετοιμάζεται να διακόψει μια πολύχρονη σχέση. Καθώς το δρομολόγιο μετρούσε αντίστροφα τα χιλιόμετρα που είχαν απομείνει για να φθάσουμε στο τέρμα, το κουβάρι με τις πιθανές εκδοχές άρχισε να ξετυλίγεται μέσα σε δαιδαλώδη μονοπάτια. Ε, λοιπόν δεν θα κάτσω να σκάσω κιόλας. Κουραστικό μου φαίνεται. Ας κάνω άλλη μια βόλτα αύριο. Μέσα σε διάστημα λίγων μηνών είχα χρησιμοποιήσει αρκετές φορές τα μέσα μαζικής μεταφοράς πηγαίνοντας σε συνοικίες που ποτέ μου δεν είχα επισκεφθεί. Από κάποιες μάλιστα ούτε καν είχα περάσει. Η ξαφνική εργασιακή παύση δεν ήταν η μόνη αλλαγή που έλαβε χώρο τον τελευταίο χρόνο. Είχε προηγηθεί ο καθόλου ξαφνικός χωρισμός με τη γυναίκα μου. Όταν λοιπόν με κάλεσαν απ’ την διεύθυνση για να μου αναγγείλουν ότι η συνεργασία μας έπαψε να ισχύει, το θεώρησα φυσικό επακόλουθο της οικογενειακής μας διάλυσης. Ενός κακού μύρια έπονται.

Την επόμενη μέρα ξαναβρέθηκα στην αφετηρία του δρομολογίου Α25. Ήταν για μένα το γεγονός της εβδομάδας. Όχι απαραίτητα για να βρω λύση στο μυστήριο που έκρυβε εκείνο το μαυριδερό ‘όχι πια’. Περισσότερο μάλλον για να αποκτήσουν κάποιο νόημα όλες αυτές οι μέρες που διαδέχονταν η μια την άλλη δίχως να αποκαλύπτουν μια διέξοδο απ’ το τούνελ της απραξίας. Η προσμονή μου δεν είχε αποτέλεσμα. Περάσαμε τη στάση χωρίς να φανεί. Λογικό σκέφθηκα. Έτσι δεν γίνεται συνήθως; Το τρένο χάθηκε για μια στιγμή σε μια μικρή σήραγγα. Οι πλαφονιέρες δεν πρόφθασαν να ανάψουν και όταν ξαναβρεθήκαμε κάτω απ’ το γαλάζιο ουρανό, η προσωρινή λύση στο υπαρξιακό μου τέλμα εμφανίστηκε να περπατάει σε ένα πεζόδρομο κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών. Μέχρι να βεβαιωθώ πως ήταν εκείνη, το παράθυρο φρόντισε να την αδειάσει και να προχωρήσει στο επόμενο καρέ. Πλησιάζαμε την τσιμεντένια πλατφόρμα του σταθμού. Το δίχως άλλο θα κατέβαινα. Δεν ξέρω γιατί αλλά έτσι αποφάσισα. Η συνέχεια όμως δεν ήταν η αναμενόμενη. Έψαξα όλη την περιοχή. Έφτασα μέχρι τον προηγούμενο σταθμό. Κοίταξα μέσα σε καφέ, μπήκα σε καταστήματα. Με λίγα λόγια έμαθα τη γειτονιά μα πουθενά δεν την αντάμωσα. Ετοιμαζόμουν να επιστρέψω όταν έπεσα σχεδόν πάνω της καθώς έμπαινα στο βαγόνι για να γυρίσω πίσω. Σαστισμένος έμεινα να την κοιτάζω καθώς έκλειναν μπροστά μου οι αυτόματες πόρτες. Φορούσε τα ίδια ρούχα με χθες, ένα μπλουτζίν, ένα λαδί μπουφάν και μαύρα μποτάκια με μεγάλο τακούνι. Στον ώμο της κρεμόταν μια φαρδιά τσάντα και στο ένα της χέρι κρατούσε μια σακούλα από κάποιο ζαχαροπλαστείο. Μπορεί να πήρε γλυκά για να ξεχάσει την πίκρα της . Μα τι διάβολο, κάθε μέρα κατέβαινε και σε διαφορετική στάση; Μπέρδεμα, ενδιαφέρον μπέρδεμα. Έριξα μια ματιά στο ρολόι του νεαρού που άκουγε απορροφημένος και πιθανότατα ήδη κουφός αν κρίνω απ’ την ένταση που τράνταζε τα μικροσκοπικά του ακουστικά, κάποιον διαμαρτυρόμενο νέγρο.  Ήταν περασμένες τέσσερις. Η κόρη μου θα είχε επιστρέψει σπίτι και θα με περίμενε. Σήμερα ήταν Τετάρτη. Κάθε τέτοια μέρα περνούσα και την έπαιρνα για ένα περίπατο στο πάρκο της περιοχής. Την περισσότερη ώρα την περνούσαμε καθισμένοι σε κάποιο παγκάκι χαζεύοντας τ’ άλλα παιδάκια που ανεβοκατέβαιναν σαν βολίδες τις τσουλήθρες και δοκίμαζαν τις αντοχές των γονιών τους προσπαθώντας να φθάσουν τον ουρανό καθώς έκαναν κούνια. Η μικρή δεν έβαζε γλώσσα μέσα προσπαθώντας να σβήσει την έλλειψη που ένοιωθε στο διάστημα που μεσολαβούσε μέχρι να με ξαναδεί. Η Παιδική Χαρά της ήταν αδιάφορη αφού βρισκόταν εκεί κάθε τρεις και λίγο. Για την μητέρα της δεν μιλούσαμε. Μονάχα τα τυπικά. Η συνάντηση μας ήταν η μόνη ρουτίνα που είχε νόημα στη ζωή μου. Οι ώρες κύλησαν γρήγορα και η στιγμή του αποχωρισμού άφησε την θλιμμένη της ματιά να παλεύει με την ευχαρίστηση που είχα νοιώσει και να με συνοδεύει στις πρώτες ώρες της νύχτας.

«Μην το παιδεύεις Γιάννη. H ζωή είναι ένα μεγάλο πρόβλημα με προσωρινές λύσεις». Ο τσιγγάνος που πηγαινοερχόταν έξω απ’ την είσοδο του κτιρίου που έμενα αναζητώντας παλιές συσκευές, σίδερα, θερμοσίφωνες και ότι άλλο θα μπορούσε να του εξασφαλίσει λίγα ευρώ ακόμη για να τελειώσει τη βόλτα της ημέρας, με χαιρέτησε φιλοσοφώντας την κακή μου διάθεση. «Σε βλέπω να τριγυρίζεις και αναρωτιέμαι μήπως είσαι και εσύ λίγο σαν και μένα. Έλα να δουλέψουμε παρέα μέχρι να βρεις κάτι καλύτερο. Θα βγαίνεις μπροστά για τα πρώτα και εγώ θα κάνω μετά το παζάρι. Θα πηγαίνουμε με το φορτηγάκι στις οικοδομές και θα μαζεύουμε μέταλλα». Το επίδομα ανεργίας και η αποζημίωση που είχα πάρει δεν θα με συντηρούσαν για πολύ. Μα ήλπιζα ακόμα. Υπήρχαν κάποιοι γνωστοί. Κάτι μπορεί να βρισκότανε. Τον Γιώργη τον συμπαθούσα. Μιλούσαμε κάθε φορά που τον έβλεπα στη γειτονιά. Ήταν έξω καρδιά και μου είχε πει την ιστορία της ζωής του μέσα από κερασμένες μπύρες και εγώ τη δική μου με τον μοναδικό εξιλεωτικό τρόπο που την λες σε κάποιον που δεν έχει καμία σχέση με το περιβάλλον σου.
«Πάμε στου Βλάση για μια πριν φύγεις;» του πέταξα. Ήταν ακόμα νωρίς και βαριόμουν να κλειστώ σπίτι περιμένοντας να δω κάποια καλή μεταμεσονύκτια ταινία στην τηλεόραση.

«Και δεν πάμε» μου απάντησε χαμογελαστός. Άρχισε την κουβέντα πρώτος. Ο γιός του πήγαινε Δευτέρα τάξη στο δημοτικό και παιδευότανε με τα μαθηματικά. «Κινέζικα να μάθαινε καλύτερα θα τα πήγαινε ο συνονόματος σου. Εσένα με νούμερα δεν έχει να κάνει η δουλειά σου; Δεν έρχεσαι καμιά μέρα απ’ τα μέρη μας μπας και τον βοηθήσεις;». Ο Γιώργης έμενε σε ένα τσιγγάνικο καταυλισμό πίσω απ’ το Νομισματοκοπείο.
«Ναι, βέβαια, θα ‘ρθω». Τι είχα να χάσω άλλωστε;
«Πέρνα μια βόλτα αύριο τ’ απόγευμα που θα ναι και ο γιός μου».
«Αύριο;»
«Ναι, γιατί έχεις κάπου να πας;» μου είπε κάπως ειρωνικά. Έκατσα και του διηγήθηκα την ιστορία με την άγνωστη γυναίκα για να μην νομίσει ότι τον αποφεύγω.

«Καλά, αν και δεν καταλαβαίνω. Εγώ θα της είχα μιλήσει απ’ την πρώτη στιγμή. Αύριο να της πεις, μην την αφήσεις να αμοληθεί πάλι. Έχομε και δουλειές. Άιντε, ξεμπέρδευε». Κατέβασε με μια ρουφιά την μπύρα και σηκώθηκε. «Μυστήριος που είσαι ρε αδερφέ μου ώρες ώρες. Καλό βράδυ. Α, και αν την βρεις φερ’ την και αυτήν μαζί στις τέντες. Να τη γνωρίσουμε». Έτσι όπως απλοποιούσε τις καταστάσεις στο μυαλό του πιθανόν να νόμιζε ότι άπαξ και την γνώριζα θα την παντρευόμουνα κιόλας.

Το άλλο πρωί ξύπνησα από μια δυνατή βροχή. Είχε σηκωθεί αέρας και το τζάμι του παραθύρου που έβλεπε στο μποτιλιαρισμένο δρόμο ήταν διάστικτο από σταγόνες. Κοίταξα ψηλά στον ουρανό. Σε κάποια σημεία κάπως μακρύτερα έκαναν την εμφάνιση τους γαλάζιοι λεκέδες. Η κακοκαιρία δεν θα κρατούσε πολύ αλλά ακόμα και να συνέχιζε θα ήμουν συνεπής στο ραντεβού μου. Ευτυχώς για μένα συνεπής ήταν και η μελαχρινή τριαντάρα αυτή τη φορά. Ανέβηκε την ίδια περίπου χρονική στιγμή και απ’ την ίδια στάση που την είχα πρωτοδεί. Φορούσε και πάλι τα ίδια ρούχα. Μήπως ήταν κι αυτή άνεργη; Θα μου πείτε γιατί μόνο οι άνεργοι φοράνε τα ίδια ρούχα για μέρες; Χαζή παρατήρηση. Στο μεταξύ η μόνη κενή θέση βρισκόταν στο ίδιο σημείο με την προηγούμενη φορά. Μονάχα ο γέροντας μας έλειπε για να ολοκληρωθεί ένα μεταμοντέρνο déjà vu. Έψαξα ασυναίσθητα για κρυμμένη κάμερα. Μήπως με δουλεύουν; Η γυναίκα έσπευσε να κάτσει και με μια γρήγορη κίνηση έβγαλε απ’ την τσάντα της το δερματόδετο ημερολόγιο. Ο σελιδοδείκτης βρισκόταν στην προηγούμενη ημερομηνία. Οι μυς του προσώπου της συσπάστηκαν. Το δέρμα της ρόδισε. Τα χείλη της στένεψαν. Ελευθέρωσε το μηχανικό μολύβι τραβώντας το μέσα απ’ τους μεταλλικούς κρίκους που συγκρατούσαν τα φύλλα και το κατέβασε με φόρα σαν μαχαίρι πάνω στην σελίδα. Με κόπο σχημάτισε την ίδια φράση χαράζοντας την λεπτή επιφάνεια του χαρτιού. Ίχνη γραφίτη πέρασαν και στις επόμενες σελίδες. Για μερικά δευτερόλεπτα το μυαλό μου άδειασε. Θαύμασα αυτή τη σκηνή σαν απλός θεατής ξεχνώντας ότι επρόκειτο για μια δεύτερη εκδοχή του ίδιου συμβάντος. Περισσότερο δράμα σαν να είχε ζητήσει το επιβατικό κοινό και το είχε πάρει. Τα γαλάζια αμυγδαλωτά μάτια της γυναίκας ήταν υγρά και το δεξί της χέρι έτρεμε. Οι λέξεις, οι φράσεις, οι πιθανοί διάλογοι που έφτιαχνα απ’ το πρωί είχαν εγκλωβιστεί σε κάποια πνευματική οδό και τώρα που ετοιμαζόμουν να της μιλήσω, αισθανόμουν σαν αβοήθητος απαχθείς μεγαλοβιομήχανος με εκείνη την συνθετική αυτοκόλλητη ταινία στο στόμα. Στον επόμενο σταθμό η άγνωστη πλησίασε την πόρτα για να κατέβει. Το ίδιο ήθελα να κάνω και εγώ μα τα πόδια μου παρέμεναν βιδωμένα δίπλα απ’ το κενό πλέον πλαστικό κάθισμα. Η αναποφασιστικότητα είναι ένα στοιχείο του χαρακτήρα μου με το οποίο συγκρούομαι τελευταίως όλο και περισσότερο. Σπάνια χάνει και όταν κάτι τέτοιο συμβαίνει με εκδικείται. «Κουνήσου, θα σου φύγει» είπα στον εαυτό μου. Απορροφημένος απ’ την προσπάθεια να υπερνικήσω τις αναστολές μου είχα ξεχάσει να κρατηθώ από κάποιο χερούλι και έτσι με την ατζαμοσύνη του μηχανοδηγού ο οποίος πάτησε φρένο λες και πίσω απ’ το χώρισμα της καμπίνας του υπήρχε το απόλυτο κενό, έκανα για λίγα μέτρα τον Τιραμόλα  χωρίς επιτυχία για να καταλήξω στην δεξιά ωμοπλάτη της γυναίκας που έκρυβε το μυστήριο της επαναλαμβανόμενης φράσης.
«Χίλια συγνώμη, σας χτύπησα;» της είπα καθώς πατούσαμε στην πλατφόρμα. Ένα έντονο άρωμα μου γαργαλούσε την μύτη.
«Μπα, όχι» μου είπε χαμογελώντας. Δεν φάνηκε να ταράχτηκε διόλου απ’ αυτή την απρόσμενη επαφή. «Άλλωστε ήμουν αρκετά αφηρημένη με κάτι που σκεπτόμουν» πρόσθεσε.
«Ξέρετε, χωρίς να το θέλω σας παρατήρησα όταν ήμασταν μέσα. Αν δεν γίνομαι αδιάκριτος σας συμβαίνει κάτι;».
«Ας πούμε πως δεν θα ήθελα να το κουβεντιάσω» με κοίταξε με ένα υπέροχα θλιμμένο βλέμμα και πριν σκεφτώ οτιδήποτε με άφησε εκεί στην άκρη της μεταλλικής σκάλας απ’ όπου θα ξεκινούσε το επόμενο στιγμιότυπο της προσωπικής της ζωής.
Εικοσιτέσσερις ώρες κύλησαν με το μυαλό μου να συνεχίζει να ψάχνει αυτά που δεν γνώριζε για να ξαναβρεθώ στο ίδιο ακριβώς σημείο κάτω όμως από άλλες συνθήκες. Συναντηθήκαμε στο τρένο και η Νικολέτα  - να και ένα προσωπικό δεδομένο που κατάφερα να μάθω - μου πρότεινε να πιούμε μαζί καφέ σε ένα ήσυχο στέκι κοντά στον σταθμό. Η διάθεση της είχε αλλάξει εντελώς όπως επίσης και τα ρούχα της! Φορούσε ένα πολύχρωμο φουστάνι και από πάνω ένα κοντό μαύρο παλτό. Φαινόταν χαρούμενη.
«Σε βλέπω καλύτερα από χθες» της είπα.
«Μμμ, ναι. Χθες τελείωσα μια άσκηση που έπρεπε να κάνω με επιτυχία».
«Δηλαδή;» ρώτησα με περιέργεια.
Ο ήλιος έχει κρυφτεί για τα καλά πίσω απ’ τις άχαρες πολυκατοικίες και εγώ βρίσκομαι ακόμα στο ανήσυχο πλέον στέκι που έχει γεμίσει από παρέες διαφόρων ηλικιών. Είμαι μόνος. Η μακρόστενη γιγαντοοθόνη μεταδίδει αδιάλειπτα βιντεοκλίπ από ελληνικά και ξένα συγκροτήματα τα οποία μόνο ακούω, διότι μέσα σ’ αυτό το εικονικό κάδρο βλέπω την κομψή φιγούρα της Νικολέτας να στέκεται όρθια σε μια μικρή αίθουσα διδασκαλίας και να εξηγεί με ενθουσιασμό στον καθηγητή και στους υπόλοιπους μαθητές την προετοιμασία και την εκτέλεση της ιδέας που είχε για την  εργασία που τους είχε ανατεθεί. Ο καθηγητής ήταν ηθοποιός. Η αίθουσα διδασκαλίας θεατρικό εργαστήρι και το θέμα της άσκησης ο αυτοσχεδιασμός. Η Νικολέτα είχε διαλέξει ένα δημόσιο χώρο για να εξασκηθεί στην υποκριτική. Δεν ξέρω αν κατάφερε να πείσει τους συμμαθητές της για την επιτυχία του εγχειρήματος της. Σίγουρα όμως είχε πείσει εμένα…….


Τέλος



Σπύρος Γλύκας 2012

Monday, May 21, 2012

'Ντο Δίεση' Η μουσική και η μούσα της






Ντο Δίεση





«Ντο δίεση. Ντο δίεση………. Ντο δίεση. Είναι ντροπή». Το κάλυμμα των πλήκτρων κλείνει ερμητικά. Η αίθουσα είναι άδεια. Κανείς δεν διαμαρτύρεται για τον θόρυβο. Οι καρέκλες δέχονται ηδονικά την ηχώ που προκαλεί το σούρσιμο του σκαμνιού. Η Σοφία βρίσκεται όρθια μπροστά στο πιάνο, τα μικρά της γυαλάκια έχουν γλιστρήσει στην άκρη της ιδρωμένης της μύτης και ετοιμάζεται να φωνάξει. Μα δεν θα το κάνει. Φωνάζει μόνο όταν παίζει. Οι νότες της μιλάνε την μουγκή της οργή ή την βουβή της χαρά. Από μικρό κορίτσι η δασκάλα της μουσικής την μπόλιαζε με γερμανική πειθαρχία και τευτονική εσωτερικότητα. Και έφθασε μεγαλοκοπέλα δίχως να έχει γευτεί τον έρωτα. Το χρώμα της μουσικής όμως το είχε μέσα της, το ένοιωθε να φεύγει κάποιες φορές απ’ τα άκρα της και να ξεχύνεται στο παλιό ωδείο. Σήμερα όμως δεν άντεχε άλλο. Μελετούσε αυτή τη σονάτα εδώ και καιρό. Θα έπαιζε επιτέλους σε μια μεγάλη συναυλία με νέους ερμηνευτές μα υπήρχε ένα σημείο στην παρτιτούρα που της προκαλούσε σύγχυση. Ένα Ντο που το έπαιζε Ντο δίεση. Το τέμπο δεν ήταν πολύ γρήγορο, η τεχνική της μπορούσε άνετα να το αντιμετωπίσει. Κι όμως. Κάθε φορά που πλησίαζε το σημείο εκείνο, το μυαλό της έδινε λάθος εντολή και το δάχτυλο της γλίστραγε με χάρη πάνω στη μαύρη δίεση. Mα και τι δεν είχε προσπαθήσει. Έπαιζε τα μέτρα που γειτνίαζαν με το επίμαχο ημιτόνιο σε διάφορες ταχύτητες, τα είχε αποστηθίσει. Σε όλες τις ασκήσεις που έκανε ακόμα και με κλειστά μάτια, η νότα καθόταν σωστά στο χέρι της σαν να την κορόιδευε. Μόλις ξεκίναγε όμως να παίξει ολόκληρη τη σονάτα βέβαιη πως αυτή τη φορά θα τα καταφέρει, πατούσε με εκνευριστική σιγουριά αυτό το καταραμένο το Ντο δίεση και τα νεύρα της λίγο απείχαν απ’ το να γίνουν ένα με τα μακριά απείθαρχα και αιωνίως μπλεγμένα μαλλιά της.

«Είναι απόγευμα Σοφία. Τέλος. Δεν είπαμε πως σήμερα θα ‘ρθεις απ’ το σπίτι που έχω κόσμο;» της έλεγε εμφατικά η φίλη της η Μάρω στο κινητό τηλέφωνο λίγα λεπτά αφότου άφησε πίσω της το κτίριο που είχε γίνει το δεύτερο σπίτι της, για να κατευθυνθεί προς το καφέ που συνήθιζε να κάθεται τ’ απόγευμα, να ξεκουραστεί και να επανέλθει δριμύτερη στην μελέτη της. Ήταν κι αυτή η πρόσκληση λοιπόν. Η Μάρω δεν έπαιρνε από λόγια. Ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος απ’ τη Σοφία, κοινωνική με έντονη ερωτική ζωή, προσπαθούσε εδώ και καιρό να ξεκολλήσει την παιδική της φίλη απ’ την μουσική της φυλακή και να της αποκαλύψει την άλλη όψη του κόσμου. Χωρίς πεντάγραμμα, καθορισμένες χρονικές αξίες και ατελείωτες επαναλήψεις. Λίγη σχέση είχε με όλα αυτά. Με την Σοφία έπαιζαν δίπλα δίπλα φλογέρα στην παιδική ορχήστρα του δημοτικού σχολείου στο Γαλάτσι. Οι μανάδες τους έγιναν και αυτές καλές φίλες εξ αιτίας τους. Μεγαλώνοντας όμως η Μάρω ασχολήθηκε με τα αγόρια και όχι με τα μουσικά όργανα. Σπούδασε θετικές επιστήμες και έφυγε για την Γαλλία αφήνοντας ένα κενό στην ζωή της Σοφίας που δεν μπόρεσαν να καλύψουν οι συναναστροφές του ωδείου.  Επιστρέφοντας αναζήτησε την παλιά της φίλη και την βρήκε περίπου όπως την είχε αφήσει. Πασχίζοντας να βρει μια θέση σαν καθηγήτρια σε ένα σχολείο της προκοπής και κατά πάσα πιθανότητα ….. παρθένα! Αυτό λοιπόν έπρεπε τουλάχιστον να αλλάξει, ας κράταγε την μουσική μα ας έχανε επιτέλους αυτό τον άχρηστο σύνδεσμο με το εφηβικό παρελθόν. Ωστόσο δεν θα ήταν εύκολο. Ακούγοντας απ’ την άλλη μεριά της γραμμής την τσιριχτή φωνή της αγαπημένης της συμμαθήτριας, η Σοφία σκεπτόταν ήδη με ποια δικαιολογία να αποφύγει το αποψινό τους ραντεβού.

«Αχ, είμαι πολύ κουρασμένη. Δεν πρόκειται να παίξω άλλο μην ανησυχείς, αλλά δεν είμαι και για πολλά. Παθαίνουν κράμπες τα χέρια μου. Χρειάζομαι ένα ζεστό μπάνιο και μια ωραία σούπα με κρεμμύδι, λίγη τηλεόραση και μετά..»

«Και μετά ύπνο. Ξέρω». Η Μάρω δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα γελάκι που της ξέφυγε ακούγοντας την διατροφική επιθυμία της φιλενάδας της. «Μα τούτη τη φορά θα ‘ρθεις για χάρη μου. Θα το κάνεις για τη φίλη σου. Το σπίτι μου δεν το έχεις δει και στο τέλος θα παρεξηγηθώ. Θα γνωρίσεις κόσμο, άντρες. Θυμάσαι; Το άλλο φύλλο που λέγαμε;». Οι συνεχείς αναφορές της για τις ευεργετικές ιδιότητες της αρσενικής συντροφιάς είχαν τα αντίθετα αποτελέσματα στην διάθεση της Σοφίας. Περισσότερο την τρομοκρατούσαν παρά της έδιναν κίνητρο για να αποφασίσει τελικά να βρεθεί στο πολύβουο περιβάλλον της Μάρως.

«Μα δεν θα γνωρίζω κανένα. Άστο καλύτερα, με ξέρεις».

«Αυτό άφησε το σε μένα. Έτσι κι αλλιώς θα είμαστε όλο το βράδυ παρέα. Δεν μου γλυτώνεις. Έλα και αν δεν σ’ αρέσει σηκώνεσαι και φεύγεις. Α, και μην κουμπωθείς μέχρι απάνω. Εικοσιπέντε βαθμούς έχουμε και απ’ ότι φαίνεται θα ανέβει κι άλλο αργότερα».

«Που στην ταράτσα;» ρώτησε με αφέλεια η Σοφία.

Το διαμέρισμα όπου διέμενε η Μάρω ήταν ένα ρετιρέ στον πέμπτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου και η θέα που αντίκριζε κανείς απ’ το μεγάλο του μπαλκόνι ήταν αρκετή για να αφήσει πίσω του την πεζή καθημερινότητα και με την χαλαρωτική επίδραση του αλκοόλ να προφασιστεί πως βρίσκεται σε ονειρικές διακοπές. Ακόμα και η αδιέξοδη πραγματικότητα που είχε αλώσει ένα μεγάλο κομμάτι απ’ την πνευματική ισορροπία της Σοφίας, φάνηκε να υποχωρεί στη θέα του επιβλητικά φωτισμένου αρχαίου χώρου. Το σπίτι ήταν άδειο. Είχε φθάσει πρώτη με σκοπό να αποχωρήσει καθώς η νύχτα θα προχωρούσε και το κοπάδι των επίδοξων εραστών θα επιδίδονταν σε διονυσιακές αναζητήσεις, δίχως βέβαια να λαμβάνει υπ’ όψη του την παρουσία της. Ναι, δεν πίστευε πως θα γυρνούσε να ασχοληθεί κανείς μαζί της. Άλλωστε κι αυτοί που μέχρι τώρα το είχαν κάνει  είχαν γευτεί την απόρριψη γι αυτόν ακριβώς τον λόγο. Η Σοφία ντρεπόταν που είχε καλύψει τα δύο τρίτα της τρίτης δεκαετίας της χωρίς έστω και μια μικρή γεύση απ’ την αρσενική ταυτότητα που επικρατούσε καθολικά στους αγαπημένους της συνθέτες. Ντρεπόταν τους άλλους. Όχι τον εαυτό της.

«Την μουσική την λατρεύω. Δεν μπορείς να το καταλάβεις αν δεν το βιώσεις. Δεν αισθάνομαι πως μου λείπει κάτι γιατί ο σκοπός μου είναι να την υπηρετώ. Ζούμε μαζί εδώ και είκοσι χρόνια και αισθάνομαι ότι έχουμε ακόμα πολλά να πούμε. Καταλαβαίνω πως αυτή η σχέση μπορεί να φαντάζει αφύσικη».

Η Μάρω πρόσφερε ένα ποτήρι κρύο λευκό κρασί στην φίλη της. «Δεν φαντάζει αφύσικη. Αυτό το πάθος όμως που έχεις εσύ με τις νότες θα μπορούσα να το κατανοήσω καλύτερα αν το διοχέτευες σε ένα έρωτα, σε μια σχέση. Δεν επιθυμείς να γνωρίσεις κι αυτή την πλευρά της ζωής; Έχεις σκεφθεί πως πολλές απ’ τις συνθέσεις που έχουν γραφτεί είναι εμπνευσμένες απ’ τη χημεία που προκαλεί η ένωση των δύο φύλων;».

Η ερώτηση έμεινε κάπου εκεί να αιωρείται, καθώς ένα ηλεκτρονικό κουδούνισμα διέκοψε την κουβέντα τους. Με μια παιδική τρεχάλα και με το αντίστοιχο γλίστρημα στο γυαλιστερό παρκέ, η Μάρω έφθασε γεμάτη περιέργεια και προσμονή στην πόρτα. Μερικά λεπτά αργότερα διέκοπτε τις σκέψεις της φίλης της παρουσιάζοντας τον πρώτο καλεσμένο.

«Να σου γνωρίσω την φίλη μου την Σοφία. Απ’ το σχολείο. Είναι μουσικός». Η Σοφία σαστισμένη απάντησε στον πληθυντικό.

«Χαίρω πολύ, τι κάνετε;».

«Πολύ καλά ευχαριστώ. Νίκος» της είπε χαμογελώντας. Το κουδούνι ήχησε και πάλι και η ‘σανίδα σωτηρίας’ έφυγε ξανά σαν βολίδα για να ανοίξει την πόρτα.

«Παιδική φίλη της Μάρως ε; Μα πως την αντέχετε τόσα χρόνια; Αυτή η γυναίκα δεν μαζεύεται με τίποτα». Ο Νίκος ήταν να μην πάρει μπρος. Πέρασε γρήγορα στον ενικό, ανέλυσε τη γνωριμία του με την Μάρω και άρχισε να μιλάει για πρόσωπα και πράγματα απ’ το περιβάλλον του λες και η κοπέλα που βρισκόταν ενώπιον του, ήταν μια ακόμα γνωστή που όφειλε να γνωρίζει τα πάντα για κείνον. Η Σοφία δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τον όγκο των πληροφοριών που έρεαν από το μεγάλο στόμα του συνομιλητή της. Δεν ήταν κάτι που την ενοχλούσε. Τον έβρισκε ενδιαφέρον χωρίς να καταλαβαίνει γιατί. Κοντός ήταν, γεματούλης ήταν. Δεν θα τον έλεγες και άσχημο βέβαια, μα δεν ήταν και του γούστου της εμφανισιακά. Φορούσε ένα έντονο πορτοκαλί πουκάμισο και ένα χακί παντελόνι. Είχε κοντό αλλά σγουρό μαλλί και μεγάλα πράσινα μάτια. Και μιλούσε, και μιλούσε. Για την δουλειά του, ήταν αρχιτέκτων, για την μουσική, για την πολιτική, για τις διακοπές που σχεδίαζε να κάνει το καλοκαίρι, ώσπου εκεί που το δεύτερο ποτήρι κρασί άρχισε να λύνει και την δική της την γλώσσα, ήρθε μια ψηλή εντυπωσιακή γυναίκα να τον αρπάξει απ’ το μπράτσο και να τον στροβιλίσει επιδέξια στο άνοιγμα που είχε δημιουργηθεί απ’ αυτούς που χόρευαν φωνάζοντας υστερικά το όνομα του. Το θέαμα ήταν και ολίγον κωμικό. Εκείνη ένα κεφάλι πιο ψηλά απ’ τον παρτενέρ της, με βλέμμα απειλούμενου προς εξαφάνιση αιλουροειδούς και εκείνος να πασχίζει να διατηρήσει την ισορροπία του ακολουθώντας τα βήματα της Μπόσα Νόβα, κρατώντας την με το ένα χέρι σφικτά απ’ τη μέση, έχοντας στο άλλο το μισοτελειωμένο του ποτό. Η Σοφία κάθισε σε μια καρέκλα διότι ζαλιζότανε. Κάποια στιγμή ο Νίκος την πλησίασε και της ζήτησε να χορέψουνε.

«Ποια ήταν αυτή;» του αντιγύρισε με ένα παιδικό θυμό.

«Μια φίλη, ήμασταν μαζί στο εξωτερικό όταν έκανα το μεταπτυχιακό, μα τι σημασία έχει; Έλα να διασκεδάσουμε».

«Δεν μπορώ, ζαλίζομαι» του είπε με πείσμα. Ήταν μια άρνηση που σε λίγο θα υποχωρούσε. Μα οι γνωστοί του Νίκου ήταν αρκετοί και ο ένας μετά τον άλλον άρχισαν να τον απομακρύνουν απ’ τη Σοφία. Κάποια στιγμή βρέθηκε με την Μάρω στην κουζίνα.

«Λοιπόν; Πως τα περνάς μικρέ μου Μότσαρτ;»

«Που είναι ο Νίκος;» την ρώτησε χωρίς περιστροφές.

«Μα εσύ πρέπει να ‘χεις πιει πιο πολύ και από μένα για να με ρωτάς για άντρα»

«Θα μου πεις;»

«Α, μπα…. σε βάρεσε κατακούτελα καλό μου. Έφυγε ο τύπος. Πήγε σε άλλο πάρτυ. Αλλά μην ανησυχείς. Θα σου γνωρίσω άλλους».

«Δεν με ενδιαφέρει. Φεύγω!». 



Το δροσερό αεράκι που κατηφόριζε τον πλακόστρωτο πεζόδρομο χτύπησε το συννεφιασμένο μέτωπο της Σοφίας. Ήταν εννέα το πρωί και είχε αργήσει. Περπατούσε σβέλτα και πειθαρχημένα. Τρεις μέρες όλες και όλες είχαν μείνει για την συναυλία. Δεν έβλεπε την ώρα και τη στιγμή που θα καθόταν μπροστά στο επιβλητικό πιάνο του ωδείου για να μελετήσει αυτή την καταραμένη σονάτα. Σήμερα ήθελε να σβήσει με ένα χονδρό μαρκαδόρο την ανάμνηση της χθεσινής βραδιάς. «Αυτή η Μάρω και οι σαχλοί της γνωστοί» μουρμούριζε καθώς σκούπιζε με ένα ταλαιπωρημένο κίτρινο πανάκι τα πλήκτρα. Κάνοντας μερικές ασκήσεις και παίζοντας κάποιο άσχετο κομμάτι παρατήρησε πως ο εκνευρισμός την ακολουθούσε και στην μουσική. Καθώς ετοιμαζόταν να ξεκινήσει την μελέτη άκουσε τον πνιχτό ήχο του τηλεφώνου της που ήταν χωμένο σε κάποια θήκη της υφασμάτινης τσάντας της. «Ποιος να ‘ναι τέτοια ώρα κυριακάτικα;» αναρωτήθηκε αδειάζοντας άγαρμπα στο δάπεδο της σκηνής όλο σχεδόν το περιεχόμενο . Την απορία της διαδέχθηκε μια υποψία. «Η Μάρω θα ‘ναι. Θα μου λέει πως δεν κοιμήθηκε και πόσο ωραία πέρασαν αφότου έφυγα».

«Δεν κοιμήθηκα, μου ήταν αδύνατον. Γύρισα σπίτι στις έξι και έπρεπε να ετοιμάσω μια βαλίτσα. Σε λίγη ώρα αναχωρώ για την Λυών. Απ’ το αεροδρόμιο σε παίρνω». Η φωνή όμως ήταν αντρική, βαθιά, γοητευτική. Η Σοφία δεν ονειρευόταν, μιλούσε με τον Νίκο. Δέκα λεπτά μεσολάβησαν μέχρι την αναγγελία για την επιβίβαση του. Δέκα λεπτά μονόλογος. Το ταξίδι ήταν επαγγελματικής φύσεως έσπευσε να την καθησυχάσει φοβούμενος τυχόν παρανόηση. Ο χειμαρρώδης συνομιλητής της έκλεισε την σύντομη συνομιλία τους χωρίς να της αφήσει περιθώρια να αντιδράσει. 

«Θα τα πούμε την Πέμπτη τ’ απόγευμα. Μην κανονίσεις τίποτα. Θα βγούμε παρέα. Καλή επιτυχία αν και είμαι βέβαιος πως θα σκίσεις».  Η Σοφία απόρησε με την σαστιμάρα της. Ένα ‘γειά’ στην αρχή και ένα ‘γειά’ στο τέλος ήταν οι λέξεις που είχε καταφέρει να περάσει στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Και τούτη η ανάμνηση που τόσο επιθυμούσε να διαγράψει είχε επιστρέψει περισσότερο αληθινή και παρούσα απ’ ότι την είχε βιώσει χθες βράδυ. Η ανάγκη για μουσική μελέτη υποχώρησε αποδυναμωμένη.  Στο φορτωμένο με άγχος μυαλό της πιανίστριας ήρθε να προστεθεί άλλη μια κρίσιμη μέρα. Την Τετάρτη έπαιζε μπροστά σε πολυάριθμο κοινό για πρώτη φορά και την Πέμπτη θα ξανάβλεπε τον Νίκο. Ιεραρχικά δεν θα μπορούσε να διανοηθεί ότι το δεύτερο γεγονός θα υποσκέλιζε το πρώτο. Μα αυτό ακριβώς συνέβαινε. Ένας άνθρωπος είχε ορμήσει στην ζωή της και μέσα σε λίγες ώρες αμφισβητούσε το μοναδικό στοιχείο που της έδινε νόημα. Την μουσική.

Το πρωινό κύλησε ανακυκλώνοντας τις ίδιες σκέψεις κάνοντας βόλτες στο κέντρο της πόλης. Κατά τις δυο το μεσημέρι δυο μουσικοί του δρόμου της υπενθύμισαν μέσα από μια κακοπαιγμένη μελωδία του Μπραμς ανειλημμένες υποχρεώσεις και έτσι η Σοφία βρέθηκε για δεύτερη φορά να δρασκελίζει γοργά το πλακόστρωτο που θα την οδηγούσε στο μεγάλο μαύρο δυνάστη. Εκείνο το μαγιάτικο απόγευμα καθώς και τις επόμενες δυο μέρες η σονάτα έρεε νευρικά κάτω απ’ τα μακριά δάκτυλα της δίχως όμως να εμφανίζει πια το Ντο δίεση. Δεν είχε αλλάξει κάτι ούτε στον τρόπο προσέγγισης μήτε στην τεχνική της. Τα είχε επιτέλους καταφέρει, όμως Κύριος είδε πώς, παρόλη την συναισθηματική αναμπουμπούλα ή ίσως και εξ αιτίας της.

Ύστερα από μια επιτυχημένη γενική πρόβα το πρωί της Τετάρτης, η Σοφία αισθανόταν πως το απόγευμα θα έκανε μια αξιοπρεπή εμφάνιση. Φόρεσε ένα λιτό καφέ φουστάνι, έδεσε τα πυκνά μαλλιά της κότσο, έβαψε πολύ ελαφρά τα λεπτά της χείλη, έβαλε ρούζ στα ωχρά της μάγουλα  και στάθηκε για λίγο στον καθρέφτη της τουαλέτας του θεάτρου που τελούσε χρέη συναυλιακού χώρου. «Μια μέρα έμεινε. Μόνο. Αύριο τέτοια ώρα περίπου θα ετοιμάζομαι να βγω με τον Νίκο» έλεγε και ξανάλεγε μέσα της για να διώξει το τρακ που άρχισε να κυριεύει το νευρικό της σύστημα.

«Δεσποινίς Μυρτιάκη, ελάτε» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή απ’ τον διάδρομο. Καθώς πλησίαζε στη σκηνή το χειροκρότημα για τον προηγούμενο ερμηνευτή γέμισε τ’ αυτιά της. Ένας ψηλόλιγνος νεαρός με μαύρο κουστούμι την πλησίασε. Της έσφιξε το χέρι και της ευχήθηκε καλή επιτυχία. Ήταν ιδρωμένος και χαρούμενος. Ένα δεύτερο χειροκρότημα ξέσπασε τώρα καθώς πλησίαζε το πιάνο. Έκανε μια βαθιά υπόκλιση, έφερε το σκαμνί στα μέτρα της, ακούμπησε ένα λευκό μαντήλι μετά την τελευταία νότα στην αριστερή πλευρά των πλήκτρων και έκλεισε για λίγο τα μάτια της. Ησυχία απλώθηκε στην αίθουσα. Που και που κάποιο μικρό βήξιμο. Ξεκίνησε να παίζει το πρώτο μέρος. Ο ήχος έβγαινε στρογγυλός, υπέροχος, τα πλήκτρα κυμάτιζαν και η Σοφία αισθανόταν την μουσική να πλημυρίζει την ατμόσφαιρα. Μια μικρή παύση και πέρασμα στο δεύτερο, έπειτα στο τρίτο. Μικρή παύση. Το κοινό ανυπομονεί για το φινάλε. Το τέταρτο μέρος ξεκινάει με μια φευγαλέα ματιά στις πρώτες θέσεις. Με δυο σφιγμένες γροθιές στο ύψος του θώρακα και με ένα πλατύ χαμόγελο η συμπαγής φιγούρα του Νίκου επευφημεί σιωπηλά την ερμηνεύτρια. Εκείνη προσπαθεί να πιαστεί απ’ την μελωδία. Η έκπληξη της προκαλεί τρομερή ταραχή, μια ευτυχία που ανατρέπει το μεγαλείο της ερμηνείας. Πασχίζει να κρατήσει την αυτοκυριαρχία της. Λίγα λεπτά ακόμα και όλα θα τελειώσουν. Το τέμπο είναι καλό, οι νότες στην θέση τους. Χωρίς να το θέλει φέρνει στο νου της το Ντο δίεση. «Όχι, όχι τώρα» μουρμουρίζει μα το δάκτυλο προσγειώνεται με φόρα πάνω στο μαύρο πλήκτρο. Ακολούθησαν άλλες τρεις νότες που ποτέ δεν είχαν την τιμή να βρεθούν σ’ αυτή τη σονάτα μέχρις ότου ανακτήσει και πάλι τον έλεγχο, ολοκληρώνοντας επιτέλους τον επίλογο  της προσωπικής της μάχης. Αποκαμωμένη, έμεινε να κοιτάζει το άπειρο μέσα απ’ την ουρά του πιάνου ενώ ο κόσμος είχε σηκωθεί και χειροκροτούσε. Λίγο αργότερα το θέατρο θα άδειαζε και εκείνη θα αναρωτιόταν καθώς θα υπέμενε την λεκτική καταιγίδα του θαυμαστή της. «Μα κανείς δεν το κατάλαβε;»

Τέλος



Σπύρος Γλύκας 2012



Monday, May 14, 2012

'Φίλοι' διήγημα νούμερο επτά



Φίλοι


Πονάω. Ξανακοίταξα το γραφικό χαρακτήρα. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Ήταν του Ανδρέα. Δεν είχα λόγους να μην πιστέψω την λεπτοκαμωμένη νοσοκόμα που μου παρέδωσε ένα μικρό κομμάτι χαρτί σαν κι αυτά που χρησιμοποιούν οι γιατροί για να γράψουν με ακαταλαβίστικες τις περισσότερες φορές λέξεις μια συνταγή. Στην επικεφαλίδα δέσποζε με μπλε γράμματα το όνομα της ιδιωτικής κλινικής κι από κάτω με πιο μικρά  η διεύθυνση της. Κάπου κοντά στην κάτω άκρη του σημειώματος βρισκόταν ένα ρήμα που καθησύχαζε γονείς και φίλους. Ο ασθενής είχε αντιδράσει μας είχαν πει λίγο πριν απ’ την διεύθυνση της εντατικής. Είχαμε καθίσει έξω απ’ την δίφυλλη πράσινη πόρτα που οδηγούσε σε δώδεκα κλίνες γεμάτες με βαριά περιστατικά μέσα σε ένα περιβάλλον που μου θύμιζε γνωστή τηλεοπτική σειρά. Δεν είχε τύχει να περάσω το κατώφλι μιας τέτοιας μονάδας στο παρελθόν και τώρα μέσα σε λίγες μέρες λογιζόμουν πλέον ως άλλος ένας απ’ αυτούς που γνωρίζουν. Γνωρίζουν πως πρέπει να φορέσουν μάσκα και μια πράσινη ποδιά, να πλύνουν τα χέρια τους και να μην ρωτάνε τον ασθενή τι του συμβαίνει διότι ούτε εκείνος ξέρει. Αν και εφ όσον έχει τις αισθήσεις του. Και ο Ανδρέας τις είχε πλέον ανακτήσει καταφέρνοντας να γράψει αυτή τη λέξη, που για όλους εμάς που φλυαρούσαμε για άσχετα θέματα προσπαθώντας να ξορκίσουμε το δρεπάνι που ανυπομονούσε να δράσει με την πρώτη ευκαιρία, λίγα μέτρα έξω απ’ το αποστειρωμένο περιβάλλον, δεν σήμαινε μονάχα μια υγιή αντίδραση αλλά και λέξεις όπως ελπίδα, βελτίωση, επιστροφή. Αισθανόμουν περίεργα ανάμεσα στο σόι του άλλοτε καλύτερου μου φίλου. 
Οι γονείς του ήταν κάτι σαν δεύτεροι δικοί μου κατά την διάρκεια σχεδόν όλης της παιδικής μου ηλικίας. Που με έβρισκες που με έχανες, στο σπίτι τους. Είχαν ένα τεράστιο κήπο που εμείς δεν είχαμε, ένα τεράστιο σκύλο που επίσης δεν είχαμε, ένα πανέμορφο ποδήλατο που δεν συγκρινόταν με το δικό μου και μπόλικα πατατάκια, αναψυκτικά και λογιών λογιών σπιτικά γλυκά στην κουζίνα τους σε μια αφθονία άγνωστη για μας. Ήταν μια μόνιμη εκδρομή που δεν κουραζόμουν να την κάνω κι ας έπρεπε κάθε φορά να αντιμετωπίζω την αρχηγική και δεσποτική συμπεριφορά του φίλου μου. Στην εφηβεία η οικογένεια μου μετακόμισε σε μια άλλη συνοικία στην άλλη άκρη της πόλης και έτσι νέες φιλίες δημιουργήθηκαν. Απέκτησα με την σειρά μου κάποιον υποτελή συνομήλικο εφαρμόζοντας με παιδική σκληρότητα την ίδια περίπου συμπεριφορά που είχα δεχθεί απ’ τον πρώτο μου παιδικό φίλο. Χρειάστηκε να φτάσω κοντά στο τέλος της σχολικής μου σταδιοδρομίας για να συνειδητοποιήσω την αδιέξοδη συμπεριφορά μου, γευόμενος την πλήρη απόρριψη από μέρους του. Στο μεταξύ ο Ανδρέας αποκτούσε την μια φιλενάδα μετά την άλλη ενώ εγώ αναζητούσα μάταια την συναισθηματική μου ωριμότητα μέσα απ’ τον αγοραίο έρωτα που αποτελούσε πιστοποιητικό αντροσύνης και σεβασμού για τους τελειόφοιτους του λυκείου μου. Οι δρόμοι μας είχαν πια χωρίσει. Μετά τη λήξη και της τελευταίας εξεταστικής εκείνος έφυγε για την Αγγλία όπου το επόμενο φθινόπωρο θα ξεκινούσε την ακαδημαϊκή του εκπαίδευση. 
Εκείνο το καλοκαίρι σε μια ύστατη προσπάθεια επανασύνδεσης, απ’ τους γονείς μας,  πήγαμε διακοπές στο Πόρτο Χέλι οικογενειακώς όπως τα παλιά τα χρόνια που ξεκινούσαμε δυο αυτοκίνητα με εμένα, την αδερφή μου, τον Ανδρέα και την δική του αδερφή την Γεωργία αξημέρωτα και φθάναμε στην παραλία του Αγίου Αιμιλιανού όπου παίζαμε μέχρι να δύσει ο ήλιος ανακατεύοντας την άμμο, την θάλασσα και τον ήλιο με ιστορίες για ιππότες, πριγκίπισσες και θεόρατα κάστρα. Είχαν περάσει ούτε λίγο ούτε πολύ επτά χρόνια απ’ την τελευταία μας συνάντηση και η βιολογική  ανάπτυξη του καθενός μας άφησε άναυδους και εντυπωσιασμένους. Η αρχηγική υπόσταση του φίλου μου είχε μετατραπεί σε μεγαλομανία κάτι που λίγο με απασχολούσε μιας και στα μάτια μου περισσότερο ενδιαφέρον παρουσίαζαν πλέον οι καμπύλες της Γεωργίας. Ο Ανδρέας βάλθηκε για μια ακόμα φορά να αποδείξει πως ήταν ακόμα ο καλύτερος, μα έχασε απ’ την μεγαλύτερη αδερφή μου στο κολύμπι, από εμένα στο σκάκι και στο τέλος εκνευρίστηκε που φλέρταρα την αδερφή του παρατώντας σύξυλους τους γονείς του και επιστρέφοντας την επόμενη μέρα στην Αθήνα. Η σχέση μου με την Γεωργία δεν κράτησε πάνω από 3 μήνες. Μα ήταν ουσιαστικά ο πρώτος μου μεγάλος έρωτας. Κι όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις κάποιος απ’ τους δυο δεν αισθάνεται το ίδιο. Όταν έφθασε η στιγμή να φύγει και εκείνη για το εξωτερικό έδωσε ένα τέλος στην πρωτόγνωρη θύελλα που είχε ξεσπάσει μέσα μου, λέγοντας μου ότι ο δεσμός μας δεν θα μπορούσε να συντηρηθεί εκ του μακρόθεν. Το διάστημα που βγαίναμε μαζί, ο Ανδρέας δεν δέχθηκε ούτε μια φορά να ειδωθούμε οι τρείς μας ή έστω και χώρια. Και έτσι πέρασαν άλλα επτά χρόνια σπουδών για κείνον και δουλειάς για μένα που ποτέ δεν κατάφερα να μπω σε μια σχολή, ακολουθώντας εν τέλει το επάγγελμα του πατέρα μου, διατηρώντας  το αγαπημένο του ξυλουργείο ανοικτό μέχρι σήμερα.
Ο φίλος μου επέστρεψε φανερά αλλαγμένος απ’ την ζωή στο εξωτερικό. Η ενσωμάτωση σε ένα καινούργιο πολύ ανταγωνιστικό περιβάλλον, τον ανάγκασε να βάλει νερό στο κρασί του και να ευθυγραμμιστεί με το αγγλοσαξονικό φλέγμα. Μόλις πάτησε το πόδι του στην πατρίδα με πήρε τηλέφωνο για να δηλώσει άφιξη και την επιθυμία του να συναντηθούμε. Στην αρχή άρχισα να τον αποφεύγω. Το κομμάτι με τις καλές αναμνήσεις είχε πάρει τη θέση του στην διανοητική μου βιβλιοθήκη και δεν φαινόταν να υπάρχει διαθέσιμος χώρος για κάτι καινούργιο από ένα άνθρωπο που είχε αρχίσει να μου γίνεται επικίνδυνα αδιάφορος. Αλλά ο Ανδρέας επέμενε. Υπήρξαν φορές που μου μιλούσε με τις ώρες στο τηλέφωνο για τα καμώματα του στην Γηραιά Αλβιόνα, για τις εμπειρίες του αλλά και για την ιδιαίτερη φιλία που πίστευε πως είχαμε, αναγνωρίζοντας και καταδικάζοντας την υπέρμετρη εγωπάθεια που τον χαρακτήριζε στο παρελθόν. Λένε πως οι φιλίες που κάνει κάποιος από μικρός είναι κι αυτές που τελικά αντέχουν στο χρόνο. Επειδή λοιπόν το λένε και έχουμε συνηθίσει να το ακούμε φθάνοντας στο σημείο να το πιστέψουμε για αυτόν ακριβώς τον λόγο, άρχισα να αντιμετωπίζω την πιθανότητα επανασύνδεσης με περισσότερο ζήλο. Άλλωστε προέκυψε και εργασιακό ενδιαφέρον μιας και στο εξοχικό που διατηρούσε ένας μακρινός του ξάδερφος στην Λέσβο, χρειαζόταν μια γενική ανακατασκευή στο εσωτερικό του και μπόλικη μαραγκοδουλειά. Η πρόταση έπεσε στο τραπέζι. Θα πηγαίναμε για μερικές μέρες, όσες θα χρειαζόντουσαν στην Ερεσό για επισκευές, συνδυάζοντας κουραστικά οκτάωρα με βραδινές χαλαρές εξορμήσεις στα όμορφα μπαράκια της παραλίας. Συχνά πυκνά θα μας επισκεπτόταν στο χωριό και ο Δημήτρης ο ξάδερφος απ’ την Μυτιλήνη για να παρακολουθεί την πρόοδο μας, αν και κάτι τέτοιο συνέβη μονάχα μια φορά λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων. Ο Ανδρέας με βοηθούσε σε αρκετές δουλειές μιας και έπιαναν τα χέρια του και έτσι καταφέραμε μέσα σε μια βδομάδα να τελειώσουμε. Το τελευταίο σαββατοκύριακο θα το περνάγαμε δίπλα στην θάλασσα, απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, παρέα με τον συγγενή του. 
Ο Δημήτρης κόντευε τα τριάντα, ήταν 3 χρόνια μεγαλύτερος από μας και ξεκινούσε πλέον την ζωή του οικογενειάρχη όντας πρόσφατα παντρεμένος και με την γυναίκα του σε ενδιαφέρουσα. Κατάφερε με το επιχειρηματικό του μυαλό να πιάσει τον παλμό της εποχής στο εμπόριο και να είναι ο πρώτος που ασχολήθηκε με την εξάπλωση του Διαδικτύου στο νησί. Άνοιξε το πρώτο κατάστημα στην πόλη και έπειτα επεκτάθηκε και στις τουριστικές περιοχές. Ήταν ένας άνθρωπος που αρέσκονταν στο να μιλάει όλη την ώρα για το χρήμα. Ήταν ο Θεός του. Δύσκολο για μένα να το αντιμετωπίσω όμως ήξερα ότι θα ήταν για λίγες ώρες ακόμα, άλλωστε με ευχαριστούσε τόσο πολύ η αλλαγή στην συμπεριφορά του Ανδρέα και ο επαναπροσδιορισμός της φιλίας μας, που αυτή του η ιδιομορφία θα περνούσε μοιραία σε δεύτερο πλάνο. 
Θυμάμαι πολύ καλά εκείνο το βράδυ του Σαββάτου, πριν από ένα μήνα περίπου, που περιμέναμε ξαπλωμένοι στις ξύλινες αναπαυτικές καρέκλες με το πορτοκαλί καραβόπανο την άφιξη του Δημήτρη. Απ’ το πρωί είχαμε λυσσάξει στην απέραντη παραλία τρέχοντας πάνω κάτω, παίζοντας ρακέτες, βόλευ, τσουρουφλίζοντας τις πλάτες μας απ’ τον καυτό ήλιο του Ιούλη, κάνοντας περισσότερη φασαρία ακόμα κι απ’ τα παιδιά. Η κούραση των προηγούμενων ημερών δεν είχε σταθεί αρκετή για να κάμψει την νεανική μας δίψα για διασκέδαση και μονάχα μερικά καραφάκια ούζο κατάφεραν να μας καθηλώσουν για δυο ώρες κάτω από μια πολύχρωμη ομπρέλα θαλάσσης. Τα παγωμένα νερά του Αιγαίου ανέλαβαν να μας επαναφέρουν πλήρως στην πρωινή μας διάθεση και να απαλύνουν το ξερό μας δέρμα. Παρακολουθούσα τότε λοιπόν για άλλη μια φορά την δύση του ηλίου που ποτέ δεν την χορταίνεις ακόμα και αν την βλέπεις απ’ το ίδιο μέρος για επτά συνεχόμενα απογεύματα.
«Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί πως καταφέρνουμε και ξεχνάμε αυτή τη μοναδική μαγεία που μας προσφέρει απλόχερα ο τόπος που ζούμε, μετά από λίγες στιγμές» είχα πει δίνοντας στη σκέψη μου φωνή.
«Θες να μου πεις ότι αυτό που απολαμβάνεις τώρα αύριο δεν θα το θυμάσαι;» με ρώτησε ο Ανδρέας.
«Όχι, δεν το εννοούσα έτσι. Σκέφτομαι γιατί να φερόμαστε έτσι στη φύση όταν είναι η μόνη πηγή που έχει την δύναμη να μας δημιουργεί αυτή την αίσθηση του αξεπέραστου μεγαλείου».
«Είναι απλό. Την θεωρούμε δεδομένη. Δεν μπορούμε να πιστέψουμε πως ίσως κάποια στιγμή δεν θα είμαστε σε θέση να χαρούμε την καθαρή θάλασσα. Για άλλους βέβαια, όπως οι φίλοι μου οι Εγγλέζοι, δεν τίθεται τέτοιο θέμα διότι καθαρές θάλασσες απλά δεν υπάρχουν εκεί. Αλλά και εκείνοι με την σειρά τους θεωρούν δεδομένη την καταπράσινη εικόνα που δίνει η εξοχή τους. Να σε ρωτήσω όμως κάτι άσχετο» ο Ανδρέας ετοιμαζόταν να προσγειώσει την κουβέντα σε κάτι πιο απτό. Τα θεωρητικά δεν ήταν το φόρτε του. «Δεν θα προτιμούσες αντί για τον Δημήτρη να ερχόταν η αδερφή μου η Γεωργία απόψε;». Μέχρι εκείνη τη στιγμή το βλέμμα μου περιφερόταν στις μωβ, τις γαλάζιες και τις πύρινες λωρίδες που χάραζαν τον ορίζοντα. Γύρισα απότομα, με τα μάτια μου ανήμπορα να εστιάσουν αμέσως στο στρογγυλό πρόσωπο του φίλου μου. Μάντευα ήδη την έκφραση του.
«Την πάτησες». Μου χαμογέλασε. «Αστείο το είπα ρε βλάκα». Είχα κάνει λάθος μα ένα μικρό τσίμπημα παρέμεινε στην καρδιά μου μέχρις ότου εμφανίστηκε ο ξάδερφος του.
«Καλησπέρα στους σκληρά εργαζόμενους» μας είπε με δυνατή τσιριχτή φωνή καθώς ανέβαινε τα πέτρινα σκαλοπάτια που έβγαζαν στο υπερυψωμένο μπαλκόνι. Φορούσε ένα μπεζ λινό σακάκι και ένα λευκό παντελόνι, σιέλ γραβάτα, άσπρο πουκάμισο και δερμάτινα καφέ παπούτσια.
«Θα πρέπει να γδυθείς και σύντομα ξάδερφε γιατί σακάκια, σοβαρές γραβάτες και παντελόνια με πιέτες απαγορεύονται στην περαντζάδα του χωριού» του πέταξε ο Ανδρέας και πρόσθεσε «ελπίζω να έφερες μαζί σου μαγιώ και κοίτα να αφήσεις τις ντροπές. Το ξέρω πως δεν μπορείς να σταθείς πλάι στα καλογυμνασμένα μας κορμιά μα θα δείξουμε κατανόηση έτσι δεν είναι Κώστα;». Του έγνεψα δίχως να μιλήσω. Το ρούμι είχε αρχίσει να αλλοιώνει τον χαρακτήρα μου και το μυαλό μου χόρευε ήδη σε νησιώτικους ρυθμούς. Ο Ανδρέας σηκώθηκε και ανέλαβε να δείξει στον συγγενή του το αποτέλεσμα της δουλείας μας.
«Εντυπωσιακό» μας έλεγε λίγο αργότερα ενώ κατευθυνόμασταν προς την παραλία. «Οφείλω να ομολογήσω πως έγινε πολύ καλύτερο απ’ ότι το περίμενα. Ο Ανδρέας είχε απόλυτο δίκιο. Ξέρεις, υπήρχε άνθρωπος στο νησί και πολύ καλός μα ποιος μπορεί να τα βάλει με τον ξάδερφο μου έ; Πόσο μάλλον όταν συμφωνεί και η γυναίκα μου. Αλλά δεν είναι να απορείς κανείς. Ευκαιρία ζητούσε και εκείνη για να τον δει».
«Γνωρίζεστε;» ρώτησα με περιέργεια. Ο Δημήτρης γέλασε δυνατά.
«Αλήθεια, γνωρίζεστε Ανδρέα;» του είπε περιπαικτικά και πρόσθεσε γυρνώντας το μακρόστενο κεφάλι του προς εμένα. «Η Γεωργία είναι αδερφή του. Την ερωτεύθηκα κεραυνοβόλα. Καμιά φορά συμβαίνει με τα ξαδέρφια. Δεν πιστεύω να τ’ ακούς και για πρώτη φορά». Η έκπληξη μου θα ήταν κάτι παραπάνω από έκδηλη για να σπεύσει να μου δικαιολογηθεί χωρίς να γνωρίζει βέβαια για την αδυναμία που της είχα. Ή μήπως του το ‘χε προλάβει κι αυτό ο Ανδρέας; Το κεφάλι μου είχε αρχίσει πια να βουίζει και δεν έφταιγε το ποτό. Ήθελα να σηκωθώ και να φύγω εκείνη τη στιγμή. Δεν είχα όρεξη να κάτσω άλλο μαζί τους και να προσποιούμαι ότι διασκεδάζω.
«Σε ενόχλησα που δεν στο είπα πιο πριν;» με ρώτησε ο Ανδρέας λίγο αργότερα όταν ο Δημήτρης είχε αναχωρήσει προς νερού του.
«Εσύ τι λες;» του απάντησα χολωμένος.
«Έλα, δεν είναι λόγος αυτός να χαλάμε το κέφι μας. Στο κάτω κάτω η Γεωργία πήρε αυτόν που της άξιζε. Ένα νεόπλουτο βλάκα». Επιστρατεύοντας εκ νέου το αλκοόλ κατάφερα να αντέξω την ακατάσχετη  μπουρδολογία του ξαδέρφου που το κυρίως θέμα της ήταν τι άλλο η οικονομία του νησιού, της χώρας, του κόσμου, του σύμπαντος όλου τέλος πάντων. Ήταν σαν είχα μπροστά μου ένα τραπεζίτη ντυμένο με ένα από εκείνα τα σπάνια μωβ χαρτονομίσματα των 500 Ευρώ, που είχε βρει το νόημα της ζωής έξω απ’ αυτήν. Οι ώρες κύλησαν όπως κύλαγε το ρούμι ανάμεσα απ’ τα παγάκια κάθε φορά που η αλλοδαπή σερβιτόρα μου γέμιζε το ποτήρι και όταν έκανα να σηκωθώ, ακολούθησα την αντίστροφη πρόοδο απ’ αυτήν που μπορεί να παρατηρήσει κανείς σ’ αυτές τις αφίσες με την εξέλιξη του ανθρώπου, επιστρέφοντας στην πορεία με τα τέσσερα, δευτερόλεπτα πριν έρθω σε στενή επαφή με την μητέρα γη. Η νύχτα θα μπορούσε να κλείσει κάπου εδώ. Κάποιος καλός άνθρωπος θα με μετέφερε σε ένα κρεβάτι και την επόμενη μέρα θα αισθανόμουν πια το κεφάλι μου σαν μια βιολογική βαριοπούλα. Δεν έγινε όμως έτσι. Δεν έχασα τις αισθήσεις μου. Με σήκωσαν, έβαλαν τα χέρια μου στους ώμους τους και με πήγαν μέχρι την παραλία. Ήταν ώρα για μπάνιο; Η μνήμη μου πλέον λειτουργούσε σπασμωδικά. Τι ειπώθηκε απ’ τον Ανδρέα και τον Δημήτρη δεν θυμάμαι. Περασμένες τρεις το πρωί άρχισα να ξαναβρίσκω μια σχετική διαύγεια. Δίπλα μου υπήρχαν άδεια μπουκάλια μπύρας και ο ξάδερφος ετοιμαζόταν για κολύμπι. Ο Ανδρέας κοιμόταν του καλού καιρού.
«Δεν νομίζεις πως δεν είναι και τόσο καλή ιδέα να πας μέσα ύστερα από τόσο ποτό;» του πέταξα. Εκείνος γύρισε με κοίταξε, κούνησε το χέρι του σαν να με χαιρετάει λέγοντας μου : «Εδώ στα ρηχά θα ‘μαι. Όλα καλά. Όλα καλά». Τα ρηχά έγιναν πιο βαθιά και έπειτα βυθίστηκα πάλι για ένα μικρό διάστημα χάνοντας την επαφή με τα εγκόσμια. Όταν άνοιξα τα μάτια μου είδα την θάλασσα γαληνεμένη. Πουθενά δεν έσπαγε η ανάγλυφη επιφάνεια με τον ελαφρύ κυματισμό. Έσπρωξα βίαια τον Ανδρέα για να τον ξυπνήσω και άρχισα να τον τραβάω μέχρι το νερό φωνάζοντας πανικόβλητος βοήθεια. Μαζεύτηκαν πέντε, έξι άτομα απ’ τα γύρω μαγαζιά και όλοι μαζί βουτήξαμε να αναζητήσουμε τον Δημήτρη. Τελικά η επιχειρηματική κοινότητα του νησιού στάθηκε πολύ τυχερή. Ο ξάδερφος ανασύρθηκε απ’ τον ίδιο τον Ανδρέα αναίσθητος, με αρκετό νερό όμως στους πνεύμονες. Ήταν αναγκαίο να τον μεταφέρουμε σε κάποιο νοσοκομείο και δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο. Εγώ δεν ήμουν σε θέση να οδηγήσω, το βραδινό κολύμπι με ανακάτεψε χειρότερα. Ζαλιζόμουν και είχα τάση για εμετό. Ο Ανδρέας έφυγε χωρίς εμένα με τον Μανώλη, ένα ντόπιο στο πίσω κάθισμα να προσέχει τον ξάδερφο του. Δεν ήμουν σε θέση να κρίνω αν η νηφαλιότητα του θα του επέτρεπε να οδηγεί γρήγορα στους δύσκολους δρόμους του νησιού. Κι όμως θα τα είχε σχεδόν καταφέρει αν χίλια μόλις μέτρα πριν φθάσει στον προορισμό του δεν τον εμβόλιζε από ένα παρακείμενο δρόμο μια παρέα μεθυσμένων εφήβων με ένα μικρό φορτηγάκι στέλνοντας το πολυτελές αυτοκίνητο του Δημήτρη  μέσα σε ένα περιβόλι αφού πριν είχε αψηφήσει την βαρύτητα κάνοντας δυο θεαματικές τούμπες.

Τρεις μέρες μετά το αισιόδοξο γραπτό σημείωμα του Ανδρέα απ’ την μονάδα εντατικής και η μετεγχειρητική του πορεία σημειώνει θεαματική βελτίωση. Βρίσκεται πλέον μαζί μου σε ένα κανονικό δωμάτιο για ασθενείς. Στέκομαι όρθιος ακουμπώντας στο μεταλλικό μπράτσο του ειδικού κρεβατιού.
«Ώστε γλύτωσε ο Δημήτρης;» με ρωτάει έκπληκτος.
«Σαν από θαύμα, όπως και ο Μανώλης με κάτι ελαφριά κατάγματα. Μόνο που ο ξάδερφος σου έχει πάθει προσωρινή αμνησία από ένα χτύπημα στο κεφάλι κατά την σύγκρουση. Άγιο είχατε όλοι φίλε μου».
«Δηλαδή, θες να μου πεις ότι δεν αναγνωρίζει κανένα;»
«Όχι, αλλά θα επανέλθει σύντομα. Θα ‘ρθει να σε δει αύριο μήπως και θυμηθεί τίποτα».
«Και την Γεωργία; Ούτε αυτή την αναγνωρίζει;» μου είπε χαμογελώντας πονηρά.
«Πρόσεξε τι θα πεις κωλόπαιδο, πρόσεξε τι θα πεις» του είπα ξεσπώντας σε ένα τρανταχτό γέλιο.


Τέλος

Σπύρος Γλύκας 2012

Monday, May 7, 2012


'Χωρίς Ανάσα'   Μιας και οι εξελίξεις τρέχουν ανεβάζω ένα διήγημα για να τις επιταχύνω!





Χωρίς Ανάσα



Τα πόδια μου έχουν βγάλει φτερά. Έχω μπει σε ένα στενό διάδρομο και τρέχω. Τρέχω γρήγορα μα όχι με όλο μου το είναι. Πρέπει να κάνω οικονομία δυνάμεων. Δεν ξέρω που και πότε θα σταματήσω. Ρίχνω μια κλεφτή ματιά πίσω μου. Δεν βλέπω τους διώκτες μου. Μπορεί και να μην τους είδα έτσι επιπόλαια όπως κοίταξα. Αριστερά και δεξιά τοίχος. Γκρίζος με ακανόνιστη επιφάνεια σαν να με προειδοποιεί για τις συνέπειες ενδεχόμενης επαφής. Είναι ζήτημα αν χωράει δεύτερος άνθρωπος. Κάποιος εμφανίζεται απ’ την αντίθετη κατεύθυνση. Προλαβαίνω να καταγράψω: κοπέλα, ηλικία … τριάντα θα ‘ναι; φοράει φόρμα γυμναστικής ροζ, μαλλιά κότσο ξανθά πιθανότατα βαμμένα. Περπατάει χαλαρά. Με κοιτάζει, στενά μάτια, έντονο βλέμμα. Ετοιμάζεται να κάνει στην άκρη. Δεν θα χωρέσουμε αν δεν μαζευτώ και εγώ. Μου χαμογελάει αθώα. Οι πλάτες μας ακουμπούν, ένα αεράκι απ’ το άρωμα της ανακατεύεται με την ιδρωμένη μου αύρα. Τελικά δεν τα καταφέρνω. Χτυπάμε, μπερδεύονται τα πόδια μας και πέφτουμε κάτω. Εγώ με τα μούτρα, εκείνη ανάσκελα. Την πιάνουνε τα γέλια. Θέλω να γελάσω και εγώ μα με κόβει το λαχάνιασμα. Σηκώνομαι για να τη βοηθήσω και τους βλέπω αυτή τη φορά καθαρά. Πλησιάζουν. Οι διώκτες πλησιάζουν. «Συγγνώμη» προφταίνω να της πω και τα πόδια μου επιχειρούν να ξαναπιάσουν ρυθμό. Πιο δύσκολα, αγχωμένα αυτή τη φορά. Πιο γρήγορα. Πρέπει να πάω πιο γρήγορα. Ο τοίχος δίνει τη θέση του σε γυάλινες επιφάνειες. Μαγαζιά, γραφεία; Ένας μικρός λαβύρινθος ανοίγεται μπροστά μου. Βρίσκομαι σε ένα κόμβο. Παίρνω τυχαία την αριστερή κατεύθυνση. Διάδρομος φαρδύς αυτή τη φορά με κόσμο που ψωνίζει, τρώει κάτι στο πόδι, πίνει καφέ, μιλάει. Αρχίζω τα ζιγκ-ζάγκ. Δεν φαίνεται να με προσέχουν. Λίγο θέλω για να συγκρουσθώ και πάλι με κάποιον. Φθάνω στο τέλος. Μπροστά μου κυλιόμενες σκάλες. Κοιτάζω ψηλά και βλέπω 3 ακόμα ορόφους. Ανεβαίνω τις σκάλες δυο δυο και κατευθύνομαι δεξιά. Κοιτάζω κάτω. Τους βλέπω και πάλι. Τώρα με αναζητούν. Γυρίζω το κορμί μου και ανοίγω την γυάλινη πόρτα ενός καταστήματος. Χαμηλός φωτισμός, μπεζ καναπέδες και αναπαυτικές πολυθρόνες, μικρά πλαστικά μαύρα τραπεζάκια. Μουσική μοντέρνα ατμοσφαιρική με απαλές μελωδίες χαλαρωτικές σε σβέλτους ρυθμούς. Σχεδόν γεμάτο, όλοι φαίνεται σαν να κάνουν ησυχία για να διατηρήσουν τον εικονικό χώρο που απλώνει η μουσική αυτή. Η εμφάνιση μου γίνεται αντιληπτή αμέσως. Στάλες απ’ τον ιδρώτα μου δημιουργούν σκούρους λεκέδες στην ανοιχτόχρωμη μοκέτα. Πλησιάζω την μπάρα. Ένας μυώδης νεαρός με εφαρμοστό λευκό μπλουζάκι ετοιμάζει άλλο ένα παγωμένο καφέ για κάποια πελάτισσα. Κάνω να του μιλήσω μα πρέπει να περιμένω λίγο ακόμα, να ησυχάσει η καρδιά μου. «Μήπως μπορείτε να μου πείτε που είναι η τουαλέτα;» τον ρωτάω. Γυρίζει και με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα της απαξίωσης που συχνά συναντάει κανείς σε μαγαζιά κάθε είδους, που σκοπό έχει να σε κάνει να αισθανθείς ότι χάρη σου κάνουν και μπαίνουν στον κόπο να σου μιλήσουν ή να ασχοληθούν μαζί σου. Μου δείχνει βαριεστημένα προς το βάθος του μαγαζιού. Οι τουαλέτες είναι στο υπόγειο. Έχω αρχίσει να ηρεμώ. Κατουράω. Βγαίνω απ’ την καμπίνα και στέκομαι μπροστά στον νιπτήρα. «Εμ βέβαια, όποιος με δει σ’ αυτή την κατάσταση, αναψοκοκκινισμένο, με τα μαλλιά μου αλλού για αλλού θα τρομάξει. Δεν είμαι δα και κανένας όμορφος». Ρίχνω νερό στο πρόσωπο μου και αισθάνομαι τη δροσιά να φτάνει μέχρι τα πόδια μου. Πιτσιλίστηκα. Δεν με ενδιαφέρει. Χρειάζομαι χρόνο για να βάλω κάποια πράγματα στη θέση τους. Δεν προλαβαίνω. Βήματα ακούγονται απ’ τις σκάλες. Κρύβομαι γρήγορα σε μια απ’ τις καμπίνες. Κάποιος βρίσκεται ήδη έξω απ’ την πόρτα μου. Κάνει να την ανοίξει. Δοκιμάζει την επόμενη. Με το που μπαίνει μέσα ανοίγω και πετάγομαι έξω. Ανεβαίνω την στριφογυριστή σκάλα. Στο μαγαζί η ίδια εικόνα.

«Φίλε» μου φωνάζει ο μπάρμαν για να ακουστεί πάνω απ’ την μουσική. Μου κάνει νόημα να πλησιάσω. «Δεν ξέρω τι σου συμβαίνει» μου λέει «πάντως σε ζητάγανε κάτι αντράκια πριν από λίγο. Πρέπει να είναι εδώ γύρω, πρόσεχε άμα βγεις».

«Σε ευχαριστώ» του κάνω. Πλησιάζω τα μεγάλα τζάμια. Κοιτάζω ολόγυρα και αποφασίζω να βγω. Λάθος κίνηση. Ένας απ’ αυτούς με περιμένει στο διπλανό κατάστημα. Μόλις βγαίνω πετάγεται έξω. Ξαναμπαίνω μέσα και τρέχω πάλι προς τις τουαλέτες. Πριν κατέβω τις σκάλες προλαβαίνω να τραβήξω μια πολυθρόνα και να μπλοκάρω την είσοδο. Αυτό θα τον καθυστερήσει λίγο. Κατεβαίνω στο υπόγειο και ψάχνω για έξοδο διαφυγής. Ένα μικρό παράθυρο πάνω από μια λεκάνη στις τουαλέτες γυναικών φαντάζει η μόνη μου σωτηρία. Χωράω; Παίζεται. Δεν έχω άλλη επιλογή. Ξανά βήματα στις σκάλες. Δευτερόλεπτα μένουν. Σφηνώνω. Σπρώχνω και το πουκάμισο μου αρχίζει να σκίζεται. Ο κυνηγός μου με έφτασε. Με πιάνει απ’ τα πόδια και αρχίζει να με τραβάει προς τα μέσα. Γαντζώνομαι απ’ το πλαίσιο του παραθύρου μα η δύναμη του είναι πολύ μεγαλύτερη. Μου ‘ρχεται μια ιδέα. Περιμένω να ζοριστούμε λίγο ακόμα και ξαφνικά αφήνω το πλαίσιο. Φεύγουμε και οι δύο προς τα πίσω. Εκείνος χτυπάει το κεφάλι του στα πλακάκια και δέχεται το μεγαλύτερο βάρος του κορμιού μου στον αυχένα. Δεν έχει χάσει τις αισθήσεις του. Είναι πολύ γεροδεμένος και σε λίγο θα σηκωθεί. Βουτάω τον κάδο απορριμμάτων και τον  κατεβάζω στο σβέρκο του με φόρα. Είναι πια αναίσθητος. Σαστίζω. Πολυτέλεια της στιγμής. Το μυαλό μου καθαρίζει και πάλι. Επιχειρώ να ξαναπεράσω απ’ το παράθυρο αυτή τη φορά περνώντας πρώτα τα πόδια και τα καταφέρνω. Προσγειώνομαι δυο μέτρα πιο κάτω σε ένα ακάλυπτο χώρο. Γύρω γύρω πόρτες με ένα παραθυράκι στην κορυφή τους. Ίσως και να είμαι ασφαλής για λίγη ώρα εδώ. Αλλά πόση; Διαλέγω μια πόρτα στην τύχη. Ανοίγει εύκολα σαν κάποιος να με περίμενε. Βρίσκομαι στον προθάλαμο μιας μεγάλης κουζίνας με ασπροντυμένα άτομα να πηγαινοέρχονται και ένα συνονθύλευμα από μυρωδιές να βγαίνει από πολυάριθμες κατσαρόλες και να γαργαλάει ευχάριστα την μύτη μου. Εστιατόριο. Αρπάζω μια άσπρη ποδιά απ’ αυτές που κρέμονται σε ένα ταλαιπωρημένο καλόγηρο δίπλα μου και προχωρώ με άσχετο ύφος στο εσωτερικό. Δυο νησίδες με απλωμένα ζαρζαβατικά, εστίες που θερμαίνουν τηγάνια στρόγγυλα, τετράγωνα, μικρά, μεγάλα. Μαχαίρια απλωμένα, σπάτουλες, κουτάλες. Θόρυβος. Άχνα. Κεντρικός απορροφητήρας.

«Δε μου λες, εσύ τι κάθεσαι και χαζεύεις;» μου λέει κάποιος και μου δίνει μια σκουντιά. Γυρίζω και βλέπω ένα κοντουλό τύπο προχωρημένης ηλικίας που θα μπορούσε να είναι ο αρχιμάγειρας. «Πάρε αυτή την παραγγελία στο τέσσερα και σβέλτα». Μου δίνει ένα τεράστιο πιάτο με κάτι συρρικνωμένο  στο κέντρο που μοιάζει με κρέας γαρνιρισμένο με μια πράσινη σάλτσα και λίγο ρύζι. Γύρευε πόσο θα ‘χει αυτό σκέφτομαι. Οι αναδιπλούμενες πόρτες υποχωρούν προς τα έξω ενώ το βλέμμα μου ήδη ψάχνει σε όλα τα σημεία της αίθουσας για ανεπιθύμητες παρουσίες. Το μέρος είναι μεγαλούτσικο και τα τραπέζια σε αρκετά κοντινή απόσταση μεταξύ τους δεν φαίνεται ν’ αφήνουν πολύ χώρο για τους σερβιτόρους να περάσουνε. Αφηρημένος προχωράω προς το κέντρο για να ‘χω καλύτερη οπτική. Καμιά γνωστή φυσιογνωμία. Δέχομαι και πάλι μια σκουντιά. «Πήγαινε το φαί στο τέσσερα γιατί δεν σε βλέπω να συνεχίζεις για πολύ εδώ». Ήταν μια σερβιτόρα αυτή τη φορά που με ενεργοποίησε. Και ποιο τραπέζι ήταν το νούμερο τέσσερα; Βλέπω μια κυρία να σηκώνει το χέρι της κάνοντας μου νόημα. Πλησιάζω στο τραπέζι της και αφήνω το πιάτο μπροστά της.

«Τι είναι αυτό;» με ρωτάει.

«Το πιάτο που παραγγείλατε» της απαντάω.

«Μα έχω τελειώσει το φαγητό. Σας έκανα νόημα για να μου φέρετε τον κατάλογο με τα επιδόρπια».

«Α, μάλιστα. Συγγνώμη, λάθος μου». Γυρίζω απότομα για να φύγω έχοντας το πιάτο στα χέρια μου και κουτουλάω με την σερβιτόρα που μου είχε μιλήσει πιο πριν. Προφανώς έσπευσε να με αποτρέψει απ’ την γκάφα που μόλις είχα κάνει. Τρία καρέ απ’ το ‘Πάρτυ’ με τον Πήτερ Σέλερς θυμίζει η επόμενη σκηνή καθώς αμφότεροι αποχαιρετάμε τα πιάτα που κρατούσαμε. Εκείνη φεύγει προς τα πίσω και προσγειώνεται σε ένα τραπέζι. Το δε κρέας με το ρύζι και την πράσινη σάλτσα που μέχρι πριν λίγο βρισκόταν στο κέντρο του πιάτου μου, μεταμφιέζει έναν καθώς πρέπει κύριο σε αποτυχημένο κλόουν που έμεινε να κοιτάζει την κατά πολλά χρόνια νεώτερη συνοδό του αγκαλιά με το ατσούμπαλο σώμα μου. Σηκώνομαι, βγάζω με μια κίνηση την άσπρη ποδιά και φεύγω απ’ το εστιατόριο. Απέναντι δρόμος και ένας ψηλός πέτρινος φράχτης κατά μήκος του πεζοδρομίου. Ελέγχω και τις δυο κατευθύνσεις. Περπατάω ανοίγοντας τα πόδια μου όσο μπορώ. Το παντελόνι δεν με βοηθάει, είναι αρκετά φαρδύ και μου πέφτει. Στρίβω δεξιά στην πρώτη γωνία. Ο φράχτης συνεχίζει. Αυτοκίνητα περνάνε από δίπλα μου. Θόρυβος  και μια δυνατή γνώριμη φωνή. Δεν χρειάζεται να κοιτάξω πίσω. Τρέχω και πάλι. Επιταχύνω. Ο φράχτης με ακολουθεί σαν να μου κάνει παρέα. Ένα μαύρο αυτοκίνητο με προσπερνάει και σταματάει απότομα ούτε δυο μέτρα μπροστά μου ανεβαίνοντας στο πεζοδρόμιο. Η πόρτα ανοίγει μα έχω ήδη γυρίσει την πλάτη και τρέχω προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο οδηγός έχει πιαστεί στα χέρια με τους επιβάτες ενός οχήματος που σταμάτησε κι αυτό βίαια από πίσω τους. Στρίβω αριστερά, απέναντι βλέπω και πάλι το εστιατόριο. Συνεχίζω κατά μήκος του φράχτη. Ο συνοδηγός, ο τύπος που με κυνηγάει, αρχίζει να κερδίζει έδαφος. Δεν ξέρω αν έχει όπλο μα υπάρχει κόσμος αυτή την ώρα στους δρόμους. Είναι απόγευμα. Δεν θέλω να σκέφτομαι την πιθανότητα να με πυροβολήσει. Μπροστά μου ‘σέρνεται’ ένα ζευγάρι αγκαλιασμένοι. Ο άντρας σταματάει την κοπέλα και ετοιμάζεται να την φιλήσει όντας ανύποπτος για την φιγούρα που έρχεται καταπάνω του. Πέφτω πάνω σε εκείνη, την ρίχνω κάτω, πέφτω και εγώ. Ο άντρας προσπαθεί να με τραβήξει από πάνω της βρίζοντας. Μαζεύεται κόσμος. Ο διώκτης μου προσπαθεί να χωθεί ανάμεσα τους για να με πιάσει. Σπρώχνω με όλη μου την δύναμη ένα νεαρό που έχει μπει στη μέση για να μας χωρίσει. Μπουρδουκλώνονται διάφορα άτομα, μαζί τους και ο διώκτης. Το σκάω για άλλη μια φορά. Στρίβω στην επόμενη γωνία αριστερά με τον φράχτη πάντα δίπλα μου. Περνάω την κεντρική πύλη ενός μεγαλοπρεπέστατου οικήματος. Είναι ένα δίπατο νεοκλασικό σπίτι με ένα τεράστιο κήπο και αυτό τον φράχτη που με συντροφεύει να το ορίζει και να το διαχωρίζει απ’ τα υπόλοιπα. Πιο κάτω μια μικρή σιδερένια πόρτα σπάει την συνέχεια. Δοκιμάζω να ανοίξω. Είναι ξεκλείδωτη. Η τύχη φαίνεται να είναι με το μέρος μου. Σπρώχνω και έπειτα κλειδώνω με το κλειδί που βρίσκω πάνω στην κλειδαριά γιατί από δω θα μπορούσε να μπει και ο ανεπιθύμητος. Είμαι στον κήπο του μεγάλου αυτού σπιτιού. Για να είναι ανοικτή η πορτούλα κάποιος ή κάποια ασχολείται με κάτι εδώ γύρω. Μπορεί να είναι ο κηπουρός. Η φασαρία απ’ τον δρόμο αρχίζει να υποχωρεί καθώς ξεμακραίνω απ’ το σημείο που μπήκα. Το ψηλό γρασίδι είναι νοτισμένο και δροσίζει ευχάριστα τα παντζάκια  μου. Δεξιά μου διακρίνω δυο φοίνικες που είμαι βέβαιος πως θα προτιμούσαν να είχαν αναπτυχθεί σε θερμότερα κλίματα μιας και το ύψος τους κάθε άλλο παρά μεγάλο θα το ‘λεγες. Κοντά τους ένα παρτέρι με καλοφροντισμένα λουλούδια που μοιάζουν σαν ψεύτικα. Στ’ αριστερά υπάρχει μια μεγάλη κούνια με αναπαυτικά πράσινα μαξιλάρια, λίγο πιο πέρα καρέκλες και δυο τραπεζάκια από μπαμπού κάτω από μια μεγάλη κίτρινη τέντα. Για την ώρα κανείς δεν κινείται. Προχωράω αργά προς την είσοδο ψάχνοντας στο μυαλό μου μια καλή δικαιολογία. Η πόρτα ανοίγει και μια γυναίκα εμφανίζεται.

«Παρακαλώ;» με ρωτάει. Την παρατηρώ καλύτερα. Φοράει ροζ φόρμα γυμναστικής, τα μαλλιά της είναι ξανθά πιασμένα σε κότσο. Μου χαμογελάει. Η αμηχανία μου δεν μ’ αφήνει ακόμα να μιλήσω. Είναι η κοπέλα με την οποία είχα συγκρουστεί λίγη ώρα πριν στον στενό διάδρομο με τους γκρίζους τοίχους.

«Καλά, πως με βρήκες;» μου λέει έκπληκτη.

«Τυχαία. Εντελώς. Περνούσα απέξω και θαύμαζα αυτή την έπαυλη. Και έτσι ενθουσιώδης και αυθόρμητος όπως είμαι είπα να μπω να δώσω συγχαρητήρια στον ιδιοκτήτη». Η κοπέλα με κοιτάζει και χαμογελάει πάλι.

«Κοίτα, θα πίστευα αυτά που μου λες αν και εσύ με τη σειρά σου πιστεύεις ότι απευθύνεσαι στην ιδιοκτήτρια αυτού του σπιτιού. Επειδή δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα άσε να ξεκινήσω εγώ με τις αλήθειες και συνεχίζεις και εσύ. Αν μπορείς βέβαια. Φροντίζω το σπίτι μαζί με το υπόλοιπο προσωπικό και είμαι συνήθως εκείνη που αναλαμβάνει να βρίσκεται εδώ όταν οι ιδιοκτήτες λείπουν για ταξίδι. Καλή ώρα όπως τώρα».

«Και αφήνεις έτσι τις πόρτες ανοιχτές; Δεν φοβάσαι;» της λέω.

«Η αλήθεια είναι πως ήμουν πολύ χαλαρή σήμερα το πρωί. Πήγα για ψώνια, γύρισα και τώρα σκεφτόμουν να κάτσω εδώ έξω χωρίς να κάνω τίποτα. Ετοιμαζόμουν να φέρω κάτι ρούχα απ’ το αμάξι. Πάντως το σπίτι είναι γεμάτο κάμερες και κυκλώματα ασφαλείας. Μια φωνή να βάλω σε δυο λεπτά θα μαζευτούν τόσοι μπάτσοι όσοι δεν μαζεύονται στις διαδηλώσεις».

«Δια βοής λειτουργεί το σύστημα;» της λέω αστειευόμενος.

«Σχεδόν. Πες μου λοιπόν την ιστορία σου και θα κερδίσεις πολύτιμο χρόνο. Δεν είμαι και τόσο χαζή. Πριν που έπεσε ο ένας πάνω στον άλλο κατάλαβα πως σε κυνηγάνε. Έτσι δεν είναι; Εκτός αν σ’ αρέσει να τρέχεις ντυμένος με πουκάμισο, παντελόνι και στυλάτο παπούτσι για να κάνεις την γυμναστική σου.... Μήπως είσαι κανένας εκκεντρικός πλούσιος σαν κι αυτούς που μένουν εδώ τριγύρω;»

 «Αν μου υποσχεθείς ότι δεν θ’ ανοίξεις σε κανένα θα σου πω» της λέω.

«Σύμφωνοι» μου κάνει, «το όνομα μου είναι Λία, εσένα;».

«Θύμιο με λένε. Πριν από 5 μέρες λοιπόν, ήρθαν και μου χτύπησαν την πόρτα ξημερώματα κάτι γείτονες. Σε χρειάζονται επειγόντως μου είπαν. Έφεραν ένα παλικάρι και είναι άσχημα. Έριξα κάτι πάνω μου και έτρεξα με την τσίμπλα στο μάτι μέχρι το ιατρείο. Έκανα το αγροτικό μου στην Αστυπάλαια εδώ και 4 μήνες και ήταν η πρώτη φορά που θα αντιμετώπιζα μια σοβαρή κατάσταση. Μέχρι τότε μονάχα κάτι μικροτραυματισμοί από τροχαία και ιώσεις. Οι νησιώτες είναι σκληρά καρύδια. Ευτυχώς γι αυτούς γιατί με τέτοια υποδομή. Τέλος πάντων, ας μη μακρηγορώ. Φθάνοντας εκεί βρήκα απέξω δυο άντρες να κρατάνε ένα αιμόφυρτο νεαρό. ‘Τι έχουμε;’ τους ρώτησα. ‘Τόση ώρα τον έχετε και περιμένει όρθιος;’ Πρόσθεσα πριν προλάβουν να μιλήσουν. Μπήκαμε μέσα και τον βάλαμε να ξαπλώσει ανάσκελα. ‘Με πυροβόλησαν’ μου είπε εκείνος με κόπο. Είχε δεχθεί σφαίρες στην κοιλιά. Πρέπει να ειδοποιήσουμε για άμεση αεροδιακομιδή τους είπα. Αυτό το περιστατικό δεν αντιμετωπίζεται στο ιατρείο μας. Οι τύποι δεν ήθελαν να ακούσουν κουβέντα. Ο νεαρός θα έμενε εκεί και εγώ θα του έσωζα την ζωή. Τώρα ή πολλές ταινίες είχαν δει ή ήταν εντελώς βλάκες. Άρχισαν να με απειλούν. Φαντάζεσαι πόσο εφιαλτικό για μένα ήταν το σενάριο να επιχειρήσω μια επέμβαση χωρίς προηγούμενη εμπειρία και τα κατάλληλα μέσα; Έβλεπα τον μικρό να σβήνει σιγά σιγά και τους παρακάλεσα και πάλι να καλέσουμε ένα ελικόπτερο γιατί αλλιώς πολύ σύντομα θα έχανε τη ζωή του».

«Και τι έγινε; Του ‘βγαλες τις σφαίρες επιτόπου;» με ρώτησε.

«Τι άλλο να ‘κανα. Δεν μου άφησαν περιθώριο. Έπειτα με έδιωξαν κακήν κακώς απ’ το ιατρείο και λίγο αργότερα ήρθε ένα μεγάλο φουσκωτό στο λιμάνι, σαν κι αυτά που χρησιμοποιούν οι πειρατές στον Ειρηνικό και τον πήρε. Ο τύπος δεν ήταν όποιος κι όποιος. Υπήρχε κόσμος από πίσω που έτρεχε για αυτόν. Πέρασαν τρεις μέρες και χθες το μεσημέρι την ώρα που επέστρεφα στο δωμάτιο που έμενα για να αλλάξω ρούχα και να κάνω ένα μπάνιο βρήκα την πόρτα ορθάνοιχτη. Δεν έδωσα σημασία. Θα μπορούσε να είχε μπει και η νοικάρισσα η οποία συνήθιζε να μου φέρνει καλούδια γιατί με συμπαθούσε. Με το που μπήκα όρμησαν από πίσω μου και με κοίμισαν με ένα μαντήλι που μου έσπρωξαν στη μύτη. Όταν ξύπνησα βρισκόμουν σε ένα άγνωστο μεγάλο χώρο με λιγοστό φωτισμό και πολύ υγρασία. Με είχαν αφήσει κατάχαμα στο τσιμεντένιο δάπεδο. Κοίταξα τριγύρω και το μόνο που υπήρχε ήταν μια λευκή πλαστική καρέκλα. Στην μια άκρη του μακρόστενου κτιρίου που έμοιαζε με τεράστια αποθήκη δέσποζε μια συρόμενη λαμαρινένια γκαραζόπορτα. Πέρασαν αρκετές ώρες δίχως να εμφανιστεί κάποιος. Η δίψα και η πείνα μου έκαναν παρέα μέχρι αργά το πρωί. Σηκώθηκα πιασμένος απ’ την καρέκλα όπου είχα καταφέρει να κοιμηθώ 2 ωρίτσες και προσπάθησα να προστατέψω τα μάτια μου απ’ το έντονο λευκό φως που γλίστρησε σιγά σιγά μέσα, μέχρι το σημείο που είχα σταθεί καθώς άνοιγε μηχανικά η γκαραζόπορτα. Τρεις φιγούρες με πλησίασαν. Πριν προλάβω καλά καλά να δω τα χαρακτηριστικά τους μου έδεσαν τα μάτια και τα χέρια και με έβαλαν μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Οι δυο έκατσαν πίσω μαζί μου. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής δεν έβγαλε κανείς άχνα. Το μόνο που μπορούσα να ακούσω απ’ το καλά μονωμένο εσωτερικό του αμαξιού ήταν το κλιματιστικό που δούλευε υπερωρίες. Ήταν τόσο δυνατό που αναρωτιόμουν πώς και οι ίδιοι δεν είχαν παγώσει. Ευτυχώς η απόσταση που διανύσαμε δεν ήταν μεγάλη. Θα πρέπει να είχε περάσει γύρω στη μισή ώρα όταν σταματήσαμε κάπου και ένας απ’ αυτούς μου μίλησε. «Αν θες να φανείς έξυπνος σου προτείνω να μην τολμήσεις να φωνάξεις ή να αντισταθείς. Θα βρεθούμε για λίγο ανάμεσα σε κόσμο. Θα σου λύσουμε τα χέρια και τα μάτια. Από αυτό το σημείο και έπειτα δεν υπάρχει επιστροφή. Το αφεντικό μου ζήτησε να σε δει και να μάθει λεπτομέρειες για εκείνο το βράδυ στο νησί που ανέλαβες να σώσεις το γιό του. Επειδή μπορεί να μην το έμαθες, το παιδί πέθανε. Πρέπει να τον διαβεβαιώσεις ότι δεν θα μιλήσεις πουθενά γι αυτό το περιστατικό αλλά και να του εξηγήσεις τι ακριβώς συνέβη και δεν τα κατάφερες. Αλλιώς μπορείς να θεωρείς τον εαυτό σου από τώρα νεκρό. Δεν τα ‘χει βάλει μαζί σου, πιστεύει πως υπάρχει κάποια προδοσία και εσύ μπορεί να είσαι αυτός που θα τον βοηθήσει». Δεν μιλούσα. Αισθανόμουν σαν ήμουν μέσα σε ένα όνειρο. Τι σχέση έχω εγώ μ’ όλα αυτά. Γιατρός ήθελα να γίνω. Να ασχοληθώ με την επιστήμη μου. Να βοηθήσω ανθρώπους. Και ήρθαν αυτοί και μέσα σε μια νύχτα και μου έκαναν τη ζωή ένα αδιέξοδο. Οργή. Με κατέλαβε οργή. Έπρεπε να αντιδράσω και ας με καθαρίζανε. Με το που με έβγαλαν απ’ το αυτοκίνητο και με έλυσαν το ‘σκασα.

«Έτσι απλά;» μου λέει η Λία.

«Απλό σου φαίνεται εσένα; Άρχισα να τρέχω. Στο δρόμο. Τι θα έκαναν; Θα με πυροβολούσαν; Δεν με ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή. Δυο έτρεχαν ξοπίσω μου και ο άλλος μπήκε στο αυτοκίνητο προφανώς για να μου βγει από κάπου και να με μπλοκάρουν. Την περιοχή δεν την γνωρίζω. Έστριψα δεξιά σ’ αυτόν τον στενό διάδρομο που με συνάντησες εσύ. Από εκείνη τη στιγμή τρέχω, μπαίνω σε μαγαζιά, βγαίνω και προσπαθώ να ξεφύγω».

Η Λία με κοιτάζει στα μάτια.  «Κοίτα μπορώ να σε βοηθήσω αν θέλεις. Μείνε απόψε εδώ, δεν πρόκειται να μας ενοχλήσει κανείς και το πρωί βλέπουμε».

«Και οι ιδιοκτήτες;» την ρωτάω.

«Επιστρέφουν την άλλη βδομάδα Θύμιο. Ηρέμησε. Έχει ζεστό νερό μέσα, θέλεις να κάνεις ένα μπάνιο; Μπορώ να σου δώσω ρούχα απ’ το υπηρετικό προσωπικό».

«Θα με ντύσεις γκαρσόνι λοιπόν;» της λέω και χαμογελάω.

«Γιατί όχι» μου απαντάει. Ακούγεται ένα κουδούνισμα. Σηκώνεται και κατευθύνεται προς το σπίτι. «Να με συγχωρείς, αλλά πρέπει να απαντήσω, δεν θα αργήσω. Μετά θα σε ξεναγήσω σ’ αυτό το αριστούργημα». Μου χαμογελάει. Μα τι διάβολο χάθηκαν τα ασύρματα; σκέφτομαι. Αφήνω ένα με δυο λεπτά και μπαίνω και εγώ προσέχοντας να μην κάνω θόρυβο απ’ την κεντρική πόρτα. Μπροστά μου βλέπω μια μεγάλη μαρμάρινη σκάλα που οδηγεί στον πάνω όροφο. Απ’ την οροφή κατεβαίνει ένας μικρός κρυστάλλινος πολυέλαιος. Δεξιά και αριστερά υπάρχουν ομοιώματα αρχαίων αγαλμάτων. Κιτς. Στ’ αριστερά βρίσκω το σαλόνι. Η δίφυλλη πόρτα είναι κατά το ήμισυ ανοικτή. Βλέπω την πλάτη της Λίας. «Ναι, είμαι σίγουρη. Ήρθε πριν από ένα τέταρτο περίπου. Ο άνθρωπος σας είναι στον κήπο αυτή τη στιγμή». Δεν πρόκειται να κάτσω ν’ ακούσω την υπόλοιπη συνομιλία. Τρέχω. Φθάνω στην μικρή πορτούλα απ’ την οποία είχα μπει πριν από λίγο. Γυρνάω το κλειδί και ανοίγω. Βγάζω το κεφάλι μου κοιτάζω δεξιά, μετά αριστερά. Φεύγω απ’ το στόμα του λύκου. Τρέχω και πάλι. Συνεχίζω και ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα ξεφύγω και θα σταματήσω να ζω χωρίς ανάσα. . . . .


Τέλος

Σπύρος Γλύκας  2012