Monday, April 30, 2012

'Μια βόλτα στο Σούνιο'





Μια βόλτα στο Σούνιο




Ήταν απόγευμα και νόμιζε κανείς ότι το πλοίο που φαινόταν στο βάθος του ορίζοντα  δεν θα προλάβαινε να ξεφύγει απ’ τη βουτιά του ήλιου και θα καιγόταν. Ο Άλκης καθόταν πάνω σε αμέτρητα υγρά βότσαλα. Το μυαλό του είχε αδειάσει εδώ και λίγη ώρα. Άφησε με πολύ κόπο τα γεγονότα των τελευταίων ημερών και ήρθε σε μέρος γνώριμο . Η θάλασσα πάντα τον διεκδικούσε επίμονα απ’ την ματαιότητα της ζωής του. Σαν να ήθελε να τον αγκαλιάσει μέσα της. «Δεν είμαι ο γιός σου» της είπε δυνατά. Κάποιος που ψάρευε λίγο παρακάτω κοντοστάθηκε και τον κοίταξε. Δεν μπορούσε να βουτήξει, η άνοιξη ήταν προ των πυλών, κρύωνε. Θα το ‘θελε όμως. Να πάει μια βόλτα μέχρι απέναντι στο νησάκι, να νιώσει την καρδιά του να χτυπά δυνατά για λογαριασμό του. Αλλά να που ξεπρόβαλλε στα ζαλισμένα του μάτια η εικόνα της καταστροφής  για μια ακόμη φορά.
Ήταν μια Κυριακή μεσημέρι.  Ο Άλκης βρισκόταν στη σοφίτα του εξοχικού του σπιτιού στην Βέροια και μελετούσε ένα σχέδιο για την κατασκευή ενός αίθριου. Απ’ το παράθυρο  μπορούσε να δει την καταπράσινη κοιλάδα που απλώνονταν γύρω απ’ τα πόδια του βουνού. Ο επαρχιακός δρόμος που την έκοβε στα δύο αγκάλιαζε την νοτιοανατολική πλευρά του οικήματος και χανόταν με κατεύθυνση την εθνική. Εκείνη τη στιγμή ένα διθέσιο ανοικτό αυτοκίνητο κατέβαινε με μεγάλη ταχύτητα . Με δυσκολία κρατιόταν στο οδόστρωμα. Έπιασε να το παρατηρεί ανήσυχος. Κόντευε να φτάσει στην στροφή τους. Ο οδηγός έκανε μια δυο άτσαλες τιμονιές , ο Άλκης έφυγε απ’ το παράθυρο φωνάζοντας, κουτρουβαλώντας τις σκάλες. «Μαρία, Γιώργο…….». Το σπίτι τραντάχτηκε , γέμισε με ήχους από φρεναρίσματα, σπασμένα τζάμια, κραυγές, στριγκλιές. «Τα παιδιά ……!». Όρμησε τρομαγμένος στο σαλόνι έτοιμος να νικήσει τον Χάρο για να τα σώσει.

Τα μάτια του υγράνθηκαν. Αυτός ο εφιάλτης είχε ριζώσει για τα καλά μέσα του. «Γλύτωσαν , ναι, ευτυχώς» έλεγε λίγη ώρα μετά στην γυναίκα του «είναι απίστευτο μα τ’ αυτοκίνητο έφτασε σε απόσταση αναπνοής απ τα σώματα τους. Είμαστε στο νοσοκομείο της Βέροιας. Μην ανησυχείς .»
«Ξεκινάω, σε πέντε το πολύ ώρες θα ’μαι εκεί. Δώσε μου να τους μιλήσω…». Η Βέρα είχε παραμείνει στην Αθήνα για να παραστεί σε ένα διεθνές συνέδριο μετεωρολογίας. Οι τελευταίες ραγδαίες εξελίξεις στο κλίμα της χώρας προκάλεσαν παγκόσμιο συναγερμό , δεν θα μπορούσε να λείψει.
«Πάρε τα παιδιά και πήγαινε τα να ξεσκάσουν, ευκαιρία είναι.» του είχε πει. Τα νεύρα όλων τελευταία είχαν υποστεί μεγάλη πίεση. Οι συνεχείς αυξομειώσεις της θερμοκρασίας  και τα έκτακτα καιρικά φαινόμενα τους ταλαιπωρούσαν εδώ και δύο χρόνια. Ουσιαστικά δεν υπήρχαν εποχές. Μέσα σε ένα μήνα μπορούσες να βιώσεις και τις τέσσερις μαζί. Αλλά και η σχέση του με την Βέρα περνούσε κρίση ύστερα από δεκατρία χρόνια γάμου και τα παιδιά το είχαν αντιληφθεί. Ενδεχομένως πριν κι απ’ τον ίδιο! Οι ατελείωτες ώρες στο γραφείο και η απουσία ερωτικής διάθεσης στάθηκαν αρκετά για την έναρξη μιας περιόδου εκνευρισμού που φαινόταν να μην έχει τέλος. Και έπειτα συνέβη αυτό το ατύχημα που θα ‘πρεπε να τους είχε φέρει πιο κοντά. Μα αυτό κράτησε  για λίγες μόνο μέρες. Δεν υπήρξαν τραυματισμοί. Τα παιδιά υπέστησαν ένα μικρό σοκ που βρισκόταν ήδη στη φάση της εκτόνωσης. Ο οδηγός του αυτοκινήτου βγήκε ουσιαστικά αλώβητος εκτός από λίγες εκδορές και μερικά θλαστικά τραύματα. Μετά όλα φάνηκαν να επανέρχονται στην ίδια νοσηρή πραγματικότητα.
Ο Άλκης σηκώθηκε και περπάτησε κατά μήκος της παραλίας. «Δεν ωφελεί» σκέφθηκε «δεν ωφελεί να τα φέρνω στο νου μου. Το πρόβλημα είναι η σχέση μου με τη Βέρα». Έφτασε στο σημείο όπου είχε αφήσει την μοτοσυκλέτα του. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του μια γρήγορη βόλτα στο Σούνιο, χωρίς σκέψεις, μια βόλτα παρέα με την αδρεναλίνη μα δεν τα χει καταφέρει και πολύ καλά ως τώρα. Είχε σταματήσει για να ξεπιαστεί και τον πήραν χαμπάρι οι αναμνήσεις και οι σκοτούρες. Τώρα φορούσε το κράνος και τα γάντια του, κούμπωνε μέχρι πάνω το μπουφάν του και ξεκινούσε. Θα μετρούσε τις στροφές. Θα πήγαινε απ’ το Λαύριο μέχρι την Ανάβυσσο και μετά πάλι πίσω φλερτάροντας με την άσφαλτο.
«Θα πάω μέχρι το Λαύριο και θα επιστρέψω» έλεγε η Άννα στον εαυτό της ενώ ποδηλατούσε κατά μήκος της παραλιακής λεωφόρου. Θυμήθηκε τα εφηβικά χρόνια που έκανε προπόνηση με την ομάδα ώρες ατελείωτες μέχρι τελικής πτώσης. Πριν από λίγο καιρό είχε περάσει απ’ τον παλιό ποδηλατικό όμιλο και έχει συναντήσει κάποιες επίδοξες πρωταθλήτριες. Πόση ζήλεια μπορεί να νοιώσει κανείς; Όχι περισσότερη απ’ αυτήν που ένοιωσε εκείνη την μέρα όταν συνειδητοποίησε ότι τα νιάτα που βούιζαν γύρω της δεν θα ξαναγυρνούσαν ποτέ για κείνη.  Έπρεπε να γίνει σαράντα χρονών για να το βιώσει τόσο έντονα; «Έπρεπε να πάθει η μάμα μου Αλτσχάιμερ για να ξαναρχίσω τις βόλτες;» σκέφθηκε και ο ήλιος πόνεσε τα μάτια της ξεθωριάζοντας με χαρακτηριστική άνεση την γκρίζα επιφάνεια του δρόμου. Έσμιξε λίγο τα βλέφαρα της προσπαθώντας να δει μέχρι την αρχή της επόμενης στροφής. Άλλαξε ταχύτητα, η διαδρομή άρχισε να γίνεται κάπως ανηφορική.
Υπάρχει πάντα η κωμική πλευρά των καταστάσεων αρκεί να είναι σε θέση κανείς να την αντιληφθεί. Πριν από τρεις μήνες την κάλεσε στη δουλειά μια αστυνομικός και την πληροφόρησε πως η μητέρα της βρισκόταν στο τμήμα του Ν. Ψυχικού αναζητώντας επίμονα τον γάτο της. Ναι, γάτος υπήρχε, με τη διαφορά όμως ότι βρισκόταν στο σπίτι της στην Ανάβυσσο και ουδέποτε είχε φύγει όντας ηλικιωμένος και βαριά άρρωστος με νεφρική ανεπάρκεια. Ύστερα από μια σειρά εξετάσεων εξακριβώθηκε η αιτία για την αιφνίδια αλλαγή στην συμπεριφορά της μάνας της και η Άννα το ‘ριξε στο …. ποδήλατο. Ο τελευταίος εν ζωή συγγενής της είχε ξεκινήσει την μοναχική του πορεία προς το θάνατο και εκείνη άρχισε να καλύπτει δεκάδες χιλιόμετρα λες και η καλύτερη φυσική κατάσταση που θα αποκτούσε θα αποτελούσε την λύση για να αντιμετωπίσει την επώδυνη απώλεια. Ίσως πάλι να το έκανε επειδή κάποιες στιγμές κατάφερνε να γεμίζει το μυαλό της με τις ενδείξεις του ψηφιακού πολυόργανου που ήταν στερεωμένο με μια λωρίδα βέλκρο στο αλουμινένιο τιμόνι του δικύκλου της και την πληροφορούσαν για την απόσταση που είχε διανύσει, την μέση ωριαία ταχύτητα και τις θερμίδες που έκαιγε αφήνοντας για λίγο κατά μέρους τα επεισόδια απώλειας μνήμης της μητέρας της που πύκνωναν επικίνδυνα. Η φαρμακευτική αγωγή που ακολουθούσε δεν φαινόταν να έχει αποτέλεσμα και το αποκορύφωμα είχε έρθει το προηγούμενο μεσημέρι όταν γυρνώντας το μεσημέρι απ’ την δουλειά της, η Αργυρώ, μια περήφανη γυναίκα απ’ τον Μοριά που είχε μεγαλώσει σχεδόν μόνη της την Άννα ύστερα απ’ τον αναπάντεχο θάνατο του συζύγου της δεν κατάφερε να αναγνωρίσει την ίδια της την κόρη. Αυτό το τελευταίο συμβάν της είχε κόψει τα φτερά. Η Άννα ήταν αισιόδοξος άνθρωπος. Δεν το έβαζε εύκολα κάτω, αντιδρούσε. Όπως τώρα. Κατηφόριζε και επιτάχυνε όσο άντεχαν τα πνευμόνια της έχοντας το Γαϊδουρονήσι να διακόπτει τη συνέχεια του Αιγαίου στα δεξιά της και τους υπέροχους απόκρημνους βράχους από κάτω της να προδικάζουν τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης αφηρημάδας.  Η εικόνα της μητέρας της καθισμένης στο τραπέζι της κουζίνας υπό το άγρυπνο βλέμμα μιας Βουλγάρας οικιακής βοηθού που σίγουρα κάπως αλλιώς θα είχε φανταστεί το μέλλον της σ’ αυτή την ηλιόλουστη χώρα, είχε γλιστρήσει στο πίσω μέρους του κεφαλιού της μαζί με τη φράση ‘ποια είσαι κορίτσι μου;’ που στόλιζε το καινούργιο πορτραίτο που της είχε ζωγραφίσει η μοίρα.
Ο Άλκης είχε αρχίσει να ανεβάζει ρυθμό. Ο εξοπλισμός αναβάτη πίστευε πως αποτελούσε μια μετεξέλιξη της μεσαιωνικής πανοπλίας. Μια καλύτερη εκδοχή με πιο ελαφριά υλικά. Προστατευτικά παντού, στις μπότες, στα γάντια, στους ώμους, στην μέση, στην πλάτη. Όλα αυτά είχαν νόημα όταν βρισκόταν σε κίνηση. Μόλις σταματούσε όμως του ερχόταν να τα πετάξει από πάνω του. Αν ήταν μάλιστα και κουρασμένος δυσκολευόταν να κατέβει κιόλας. Και μάλλον αυτό συνέβαινε τώρα. Είχε καιρό να διανύσει αποστάσεις μεγαλύτερες απ’ τα δέκα χιλιόμετρα που χρειαζόταν για να πάει και να ‘ρθει απ’ το τεχνικό του γραφείο. Τα παιδιά επικρατούσαν καθολικά στον ελεύθερο χρόνο του σαββατοκύριακου. Ακόμα και να μπορούσε να αφιερώσει στον εαυτό του λίγες ώρες για να πάει μια γρήγορη βόλτα και να τις στερήσει από εκείνα, η κακή συναισθηματική του κατάσταση εξασφάλιζε αιώνια κακοκαιρία στη διάθεση του. Σήμερα όμως που έλειπε η Βέρα και τα παιδιά βρισκόντουσαν για πρώτη φορά στο εξοχικό της αδερφής του, συνειδητοποίησε πως είναι μάταιο να αναζητά την τέλεια δικαιολογία για να κάνει κάτι που πραγματικά τον ευχαριστεί. Η κούραση είχε φθάσει με την μορφή μειωμένων αντανακλαστικών και ελαφριάς δυσκαμψίας κατά την τοποθέτηση του σώματος στις στροφές. Ένα δυο μικρά λαθάκια άναψαν το κόκκινο λαμπάκι της αυτοσυγκράτησης. Ο ρυθμός κατέβηκε και αποφασίστηκε γλυκιά υποχώρηση στην αρχαία αγκαλιά του Ναού του Ποσειδώνα. Σταμάτησε ανάμεσα σε δυο λευκές παύλες που αποτελούσαν μέρος της ατέρμονης άλλοτε διακεκομμένης και άλλοτε συνεχούς λωρίδας που διαχώριζε το πήγαινε απ’ το έλα του δρόμου, για να γυρίσει προς τα  πίσω. Περίμενε υπομονετικά την  ασθμαίνουσα ποδηλάτισσα που φαινόταν να ταλαιπωρείται απ’ την ξαφνική άνοδο της έντασης του ανέμου καλύπτοντας σχεδόν όρθια τα τελευταία μέτρα που την χώριζαν απ’ το να βρεθεί σε απόσταση αναπνοής από εκείνον. «Μα τι κάνει αυτός ο τύπος στη μέση του δρόμου;» μουρμούρισε η Άννα. Μόλις πέρασε από δίπλα το αγριεμένο βλέμμα της συνάντησε δυο μαύρα μεγάλα μάτια να χαμογελούν μέσα απ’ το κράνος του. «Όλοι οι μηχανόβιοι μην δουν θηλυκό, έτοιμοι για σχόλια και εξυπνάδες είναι» σκέφθηκε και συνέχισε με πάθος την ποδηλασία. Ήξερε ότι μέχρι ν’ ανέβει στον Ναό θα έχανε κάνα κιλό ιδρώτα το οποίο βέβαια θα προτιμούσε να μεταφραζόταν σε πόντους από την πλούσια περιφέρεια της. Μ’ αυτήν την φρούδα ελπίδα αλλά και με την προοπτική ενός δροσερού χυμού να τονώνει τον οργανισμό της ολοκλήρωσε τις απαραίτητες  πεταλιές  που χρειάστηκαν για να φθάσει στον χώρο  στάθμευσης. Εκεί άφησε το ποδήλατο δίπλα στην μηχανική του εξέλιξη που είχε την μορφή της μοτοσυκλέτας του Άλκη και ανέβηκε τα πέτρινα σκαλάκια που οδηγούσαν στο καφεστιατόριο. «Οι τουρίστες πάνε κατ’ ευθείαν στον Ναό κι αν τους μείνει χρόνος επιστρέφουν για να πιούν ή να φάνε κάτι. Εμείς πίνουμε ένα καφέ και αν μας μείνει χρόνος φεύγουμε για να πιούμε άλλον έναν λίγο πιο κάτω. Δεν συμφωνείτε;». Το μοναδικό άδειο τραπέζι με καλή θέα στο ηλιοβασίλεμα βρισκόταν δίπλα σ’ αυτό  που είχε καθίσει μόλις πριν από λίγο ο Άλκης. Συνηθισμένος στο να απευθύνει το λόγο σε ανθρώπους που αγαπάνε κάθε μορφή οχήματος που έχει δυο τροχούς είπε δυνατά αυτό που μόλις είχε σκεφθεί βλέποντας μια μικρή ομάδα νεαρών γυναικών με ανοιχτόχρωμα χαρακτηριστικά που παρέπεμπαν σε βόρειες χώρες να προσεγγίζουν τον αρχαίο χώρο.
«Πρωτότυπο. Δεν μου έχει τύχει να με πλησιάζουν κάνοντας καυστικά σχόλια για την φυλή μας» του απάντησε κάπως ειρωνικά η Άννα βγάζοντας από ένα υφασμάτινο σακίδιο ένα μικροσκοπικό συνθετικό δεματάκι που σε δευτερόλεπτα θα μεταμορφωνόταν σε ένα μπλε ελεκτρίκ αδιάβροχο. Το έριξε πάνω της γιατί ήταν ιδρωμένη και κρύωνε.
«Λέτε να βρέξει;» την ρώτησε περιπαικτικά ο Άλκης κοιτάζοντας ψηλά τον καθαρό ουρανό.
«Βλέπω ότι εκτός από πνευματώδης είστε και χωρατατζής».
«Με λένε Άλκη και κερνάω μπύρα».
«Με λένε Άννα και πίνω χυμό» του απάντησε εύθυμα εκείνη και η κουβέντα  χώθηκε ανάμεσα στους δυο συνομιλητές σαν να το είχε ξανακάνει άπειρες φορές στο παρελθόν. Μίλησαν για τους Έλληνες και τις ιδιομορφίες τους, τις αδυναμίες τους, για τις δουλειές του καθενός για την μαγεία της ισορροπίας ανάμεσα σε δυο τροχούς. Καθώς η ώρα περνούσε και αισθανόντουσαν ακόμα πιο άνετα πέρασαν και στα προσωπικά τους.
«Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε συνέχεια την αλλαγή από τη μια κατάσταση στην άλλη από πριν, τι θα κάνουμε δηλαδή όταν θα ’ρθει. Ας έρθει και μετά και εμείς αναγκαστικά θα προσαρμοστούμε. Η μητέρα σου κάποια μέρα θα φύγει. Μέχρι τότε πολλά μπορεί να έχουν συμβεί. Δες και το σημερινό. Μια αναπάντεχη γνωριμία στο περιθώριο μιας δυσάρεστης κατάστασης.» της είπε ο Άλκης.
«Το ίδιο ισχύει και για σένα. Μην προδικάζεις την διακοπή της σχέσης σου με τη Βέρα, ίσως για ένα διάστημα να χρειαστεί να μην βλέπεστε συχνά.»
«Εσύ θα μπορούσες να διατηρείς μια σχέση χωρίς να είσαι κοντά με τον άλλον;»
«Κάπως έτσι είμαι με τον Θέμη, τον φίλο μου. Εκείνος κάθε τρεις και λίγο εξαφανίζεται. Για παράδειγμα τώρα έχω να τον δω είκοσι μέρες».
«Ώρα είναι να μου πεις πως δεν σε ενοχλεί κιόλας, διότι αν κάτι τέτοιο συμβαίνει τότε μάλλον το κεφάλαιο ‘Θέμης’ περιέχει μια νοσηρή σχέση».
«Αυτό δεν μπορείς να το ξέρεις εσύ που βρίσκεσαι απέξω» του πέταξε κάπως θυμωμένα η Άννα. Ο Άλκης αντιλήφθηκε το λάθος του. Είχε αρχίσει να κρίνει καταστάσεις που δεν γνώριζε. Πρότεινε αναχώρηση.  Άλλωστε είχε σχεδόν βραδιάσει και ήταν επικίνδυνο για την καινούργια του φίλη να ποδηλατεί στα σκοτεινά στροφιλίκια του Σουνίου
«Θα πάμε παρέα μέχρι την Ανάβυσσο» της πέταξε.
«Είμαι μεγάλη κοπέλα, μην ανησυχείς θα τα καταφέρω. Έχει φεγγάρι απόψε.» του είπε χαμογελώντας.
«Όχι, όχι δεν γίνεται. Θα σε συνοδεύσω».
«Μα εσύ πας πολύ πιο γρήγορα. Θα την κάψεις την ασημί βολίδα σου αν τρέχεις με 20 και με 30 χιλιόμετρα». Στεκόντουσαν ήδη μπροστά απ’ την μηχανή του. Απ’ το πίσω μέρος του λόφου μπορούσε κανείς να δει την θάλασσα να σκουραίνει καθώς χήρευε απ’ το φως του ήλιου. Τα χέρια τους σχεδόν ακουμπούσαν. Μια παρόρμηση φάνηκε να κυριεύει προς την στιγμήν την Άννα. Γύρισε να κοιτάξει τον Άλκη, να βρει τα χείλη του. Ίσως κάτι παρόμοιο να πέρασε κι απ’ το δικό του μυαλό μα η αντίδραση του ήταν να βάλει το κράνος του.
«Τι έγινε;» της είπε καθώς απάντησε το βλέμμα της.
«Τι να ‘γινε» του απάντησε εκείνη μπερδεμένη.
«Ξέρεις τι σκέφθηκα;» της είπε.
«Τι;»
«Θα πιάνεσαι απ’ την χειρολαβή, να εδώ πίσω» της έδειξε το σημείο στην μοτοσυκλέτα του  «και θα σε τραβάω στις ανηφόρες για να μην κουράζεσαι». Η Άννα περίμενε κάποια άλλη απάντηση μα σύντομα επανήλθε στην πραγματικότητα. «Τι κουτό» σκέφθηκε «πως μου ήρθε να το κάνω αυτό;». Εξήντα λεπτά είχαν σταθεί αρκετά για να αισθανθεί μια οικειότητα και μια έλξη που την οδήγησαν χωρίς κόπο ή δεύτερες σκέψεις στην επιθυμία να τον φιλήσει. Οι δυο τους ξεκινούσαν τώρα, εκείνη μπροστά στο πρώτο κατηφορικό κομμάτι και εκείνος να ακολουθεί. Τα άστρα είχαν αρχίσει πλέον να φέγγουν και το φεγγάρι ανέβαινε σιγά σιγά μέχρι την κορφή του ορίζοντα γαληνεύοντας τις διεσταλμένες κόρες των δυο οδηγών που γευόντουσαν το οδικό τους παιχνίδι σαν να αποτελούσε το πρελούδιο του ξαφνικού έρωτά τους.
Φτάνοντας σε μια κλειστή στροφή μια δέσμη από φώτα κάποιου οχήματος που πλησίαζε απ’ την άλλη μεριά φάνηκε να τους αποσπά την προσοχή. Στιγμές αργότερα κατέληξαν στο χαντάκι του δρόμου στην προσπάθεια τους να αποφύγουν το αυτοκίνητο που είχε βρεθεί από κάποιο λάθος υπολογισμό στην δική τους κατεύθυνση.  Λίγα μέτρα πιο κάτω το αμάξι σταμάτησε και από μέσα βγήκε ένα ζευγάρι. Η οδηγός ήταν φανερά ταραγμένη. Έτρεξε μαζί με το συνοδό της στο σημείο όπου βρισκόντουσαν τα πληγωμένα δίκυκλα και αναζήτησε τους επιβαίνοντες. Αναίσθητοι στην άκρη του δρόμου κείτονταν αγκαλιασμένοι ο Άλκης με την Άννα.
«Μα αυτός είναι ο άντρας μου» είπε σιγανά η Βέρα μην πιστεύοντας στα μάτια της.
Μέσα στην αναμπουμπούλα θα μπορούσαν να είχαν σχολιάσει την απίθανη στάση των δυο τραυματισμένων. Μα το σοκ είχε προέλθει απ’ την αναγνώριση. Αργότερα στο νοσοκομείο η Βέρα σκεφτόταν πως όλα αυτά έγιναν εξ αιτίας μιας έντονης φιλονικίας που είχε με τον συνοδηγό της. Ο τελευταίος δεν ήταν άλλος απ’ τον εραστή της, τον άνθρωπο που περίμενε εδώ και καιρό από εκείνη να διαλύσει το γάμο της και που όταν κατάλαβε πως δεν ήταν σε θέση να το κάνει, έριξε το αυτοκίνητο του πάνω στον τοίχο του εξοχικού σπιτιού της στην Βέροια βάζοντας σε κίνδυνο την ζωή των παιδιών της. Αυτά συζητούσαν την ώρα που οδηγούσε. Ήθελε πια να τελειώσει αυτή η περιπέτεια μαζί του και να ξαναγυρίσει στον άντρα της. Δεν γνώριζε όμως πως ήταν ήδη πολύ αργά. Ο Άλκης και η Άννα συνήλθαν και συνέχισαν μαζί την βόλτα της ζωής …..




Τέλος


Monday, April 23, 2012

Το επόμενο διήγημα έχει τίτλο Αμέθυστος, ελπίζω να σας αρέσει ...




Αμέθυστος



 «Αμέθυστος. Υπέροχος. Λίγο μουντός σε σχήμα οβάλ, χρώματος βαθύ μωβ, ποικιλία ‘Βαθύς Σιβηρικός’. Προέλευση Ρωσία. Αν και πιστεύω πως τα λόγια είναι περιττά. Λοιπόν; Πως σας φαίνεται;» Η κυρία παρατηρούσε το μεγάλο πετράδι και σκεπτόταν την μητέρα της. Ήταν πράγματι πανέμορφο.

«Θα πρότεινα ένα απλό δέσιμο με ασήμι, ανισομεγέθης γάμπα, φαρδιά εκεί που θα τοποθετηθεί η πέτρα με μια μικρή επιχρύσωση 24 καρατίων περιμετρικά της βάσης και λεπτή στο σημείο που θα βρίσκεται πίσω απ’ το δάχτυλο. Δηλαδή κάτι σαν κι αυτό» είπε ο Σταύρος ο Πετράς όπως τον φώναζαν στο νησί, ο ιδιοκτήτης του εργαστηρίου και μαγαζιού, δείχνοντας της ένα στρουμπουλό δαχτυλίδι με ένα σκουρόχρωμο κεχριμπάρι, που αναπαύονταν σε ένα γύψινο ραφάκι, απορροφώντας τον ζεστό καλοκαιρινό ήλιο μέσα απ’ το τζάμι της βιτρίνας. Η Μυρτώ η βοηθός του, είχε σηκωθεί εδώ και λίγα λεπτά απ’ τον ξύλινο πάγκο, αφήνοντας στη μέση κάποια επισκευή που της είχε ανατεθεί και κοίταζε με αγωνία την κυρία Τρέκη που ετοιμαζόταν να παραγγείλει το κόσμημα. «Επίτηδες το κάνει» σκεφτόταν «επειδή ξέρει πόσο μ’ αρέσει η συγκεκριμένη πέτρα. Της την έδειξε για να με πικάρει». Ο Σταύρος είχε γυρίσει τις θάλασσες του κόσμου δουλεύοντας με την ιδιότητα του μηχανικού στα πλοία μαζεύοντας παράλληλα πολύτιμους λίθους που τους πούλαγε σε τεχνίτες και μαγαζιά στην Ελλάδα. Όταν αποφάσισε πως δεν άντεχε να βλέπει άλλο το μηχανοστάσιο, επέστρεψε στο νησί που τον είχε μεγαλώσει και άνοιξε αυτό το μαγαζί κάτω απ’ τη βεράντα που συνήθιζε να ρεμβάζει ο πατέρας του όταν επέστρεφε τ’ απογεύματα, αποκαμωμένος απ’ την δουλειά στα κτήματα, χρόνια πριν τον αγκαλιάσει για πάντα η θάλασσα.

Έμαθε να δένει πέτρες σχεδόν μόνος του και να τις κάνει δαχτυλίδια, παντατίφ και σκουλαρίκια που σε τίποτα δεν είχαν να ζηλέψουν δουλειές επώνυμων δημιουργών, κατέχοντας ένα μέρος της τέχνης από ένα Γιαννιώτη μούτσο, γιο αργυροχρυσοχόου, που είχε μπαρκάρει μαζί του σ’ ένα απ’ τα τελευταία του ταξίδια στην Ασία επειδή ήθελε να ξεφύγει απ’ την παράδοση της πόλης του και την καταπίεση του πατέρα του. Η πέτρα που μόλις πριν λίγο είχε εμφανίσει στην κυρία Τρέκη είχε αγοραστεί έναντι πενιχρής αμοιβής πέντε μήνες πριν από ένα Ρώσο περιπλανώμενο τουρίστα, που τον ξέβρασαν τα γαλανά νερά του Αιγαίου σε μια αμμώδη παραλία στο δυτικό άκρο του νησιού χωρίς κανείς ποτέ να μάθει πως και γιατί. Ή τουλάχιστον αυτή ήταν η ιστορία που είπε στην Μυρτώ όταν  παρουσιάστηκε με το νεοαποκτηθέν λάφυρο στο μαγαζί και εκείνη του ζήτησε να της το χαρίσει κρατώντας σε χρήματα την αξία του απ’ το μηνιάτικο της. Μετρούσε ήδη δυο χρόνια στο εργαστήρι του και άλλα δεκαοκτώ στην ζωή. Οι ημιπολύτιμοι λίθοι και δη ο αμέθυστος ασκούσαν μια ιδιαίτερη γοητεία στα βαθυπράσινα μάτια της. Πίστευε πως κάθε ένας απ’ αυτούς κουβαλούσε ενέργεια που την μετέδιδε σ’ αυτόν ή αυτήν που τον έφερε μαζί του. Φρόντισε να μάθει την δουλειά πολύ γρήγορα μιας και την τρόμαζε η σκέψη και μόνο ότι σε αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να επιστρέψει στο ορεινό χωριό που γεννήθηκε,  όπου το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να κάνει θα ήταν να πλέκει με τις ώρες τα υφαντά που εμπορεύονταν ο πατέρας της σε ντόπιους και τουρίστες, τσακίζοντας στη δουλειά την πλάτη της μάνας της και την δική της. Ο Σταύρος ήταν θείος απ’ το σόι της μητέρας της και είχε καταφέρει να ξεκολλήσει την μικρή απ’ την πατρική φυλακή, εξ αιτίας μιας χάρης που του χρώσταγε ο πατέρας της. Το ένα του μάτι είχε προσβληθεί από μια ανίατη πάθηση και δεν έβλεπε σχεδόν καθόλου παρά μόνο περιφερειακά δυσχεραίνοντας την λεπτοδουλειά που απαιτούσε το πρόσφατο επάγγελμα του. Έτσι πήρε την Μυρτώ στην δούλεψη του και της έμαθε αυτά που ήξερε. Εκείνος θα ασχολιόταν πια μόνο με το εμπόριο. «Σας έχω φέρει ένα δαχτυλίδι της μητέρας μου για να το φτιάξετε στα μέτρα της. Θα της το κάνω δώρο» του είπε η κυρία Τρέκη και πρόσθεσε «κατάφερα και το πήρα χωρίς να με πάρει χαμπάρι αλλά πρέπει να το επιστρέψω λίαν συντόμως γιατί ποιος την ακούει. Μέχρι και την αστυνομία μπορεί να καλέσει για να το βρει. Πάντως συμφωνώ απόλυτα με την επιλογή σας η οποία όπως πάντα είναι καλόγουστη» Τελειώσε την φράση χαμογελώντας πιο θηλυκά απ’ όσο θα άρμοζε σε μια παντρεμένη γυναίκα. Ο Σταύρος είχε μεγάλη αδυναμία στον ποδόγυρο και τούτη δω πίστευε πως θα την κατάφερνε κάποια στιγμή. Ήταν η τρίτη συνεχόμενη χρονιά που παραθέριζε στο νησί μην παραλείποντας κάθε φορά να διαθέσει ένα σεβαστό ποσό για κοσμήματα στο κατάστημα του. Η κυρία είχε ‘επιφάνεια’ όπως συνήθιζε να λέει για τους οικονομικά εύρωστους γι αυτό και ήθελε να την εντυπωσιάσει.
«Μόνο που δεν θα είναι έτοιμο μέχρι αύριο το πρωί που φεύγετε» πετάχτηκε η Μυρτώ σαν γάτα που της πάτησαν την ουρά.
«Θα μπορούσαμε βέβαια να σας το στείλουμε χωρίς καμία επιβάρυνση σε όποια διεύθυνση επιθυμείτε» πρόσθεσε ήρεμα ο Σταύρος διαλύοντας την συννεφιασμένη αύρα της βοηθού του. «Εσύ Μυρτώ κοίτα να ξεκινήσεις να το φτιάχνεις από σήμερα. Οι μικροεπισκευές μπορούν να περιμένουν. Η κυρία Τρέκη θα εξυπηρετηθεί με απόλυτη προτεραιότητα».
«Αηδίες» σκέφθηκε η Μυρτώ. «Κοίτα τον που σαλιαρίζει κιόλα. Κάτι τέτοια μου γυρνάνε το στομάχι τα μέσα έξω». Άρπαξε με μια απότομη κίνηση τον αμέθυστο απ’ τα χέρια της και χάθηκε πίσω απ’ το ξύλινο παραβάν που απομόνωνε τον χώρο του εργαστηρίου απ’ τα περίεργα βλέμματα. Τον άφησε απαλά πάνω σε ένα τσόχινο κουτάκι σαν να κρατούσε αυγό που με την παραμικρή κίνηση θα έσπαγε και έπιασε για άλλη μια φορά να τον παρατηρεί σαν να περίμενε πως κάτι θα βρει μέσα στον σκοτεινό βυθό του. Έπειτα πήρε λίγο χοντρό ασημένιο σύρμα, το πύρωσε και κόλλησε πάνω του ένα φαρδύ κομμάτι από φύλλο του ίδιου μετάλλου. Άρχισε σιγά σιγά να λειαίνει τις επιφάνειες έχοντας κατά νου το δαχτυλίδι με το κεχριμπάρι το οποίο έτσι κι αλλιώς ήταν δικό της σχέδιο. Σε δύο ώρες το ορφανό κόσμημα ήταν σχεδόν έτοιμο. Αύριο το πρωί θα έβαζε την πέτρα. Θα μπορούσε να το τελειώσει σήμερα μα δεν θα έκανε το χατίρι ούτε σε κείνη πόσο μάλλον σε κείνον.
Το επόμενο πρωί η Μυρτώ άργησε. Το μηνιαίο άλικο ραντεβού της γυναικείας φύσης έφερε πόνο και εξάντληση μεσ’ την νύχτα, μετακινώντας την συνηθισμένη ώρα έγερσης  τριάντα λεπτά αργότερα. Ο Σταύρος που ήταν πρωινός τύπος και με την ηλικία ξυπνούσε πλέον απ’ τα άγρια χαράματα στεκόταν στην είσοδο του μαγαζιού χαζεύοντας την περαντζάδα.
«Θες να μου πεις ότι κουράστηκες απ’ την πολλή δουλειά;» της είπε μόλις την είδε χαμογελώντας ειρωνικά και πρόσθεσε «θα μπορούσες να το είχες τελειώσει και χθες το δαχτυλίδι».
«Θα μπορούσα. Και εσύ θα μπορούσες να μην της είχες δείξει αυτόν τον αμέθυστο. Αλλά της τον έδειξες. Ας πούμε πως είμαστε πάτσι». Καθώς πέρναγε από μπροστά του της έδωσε ένα μικρό μπάτσο στον ποπό.
«Κομμένα τα χέρια σου Πετρά. Κι άσε τις γαλιφιές, δεν πιάνουν». Απ’ τα νεύρα της έριξε το καμινέτο και το βάζο με τον καφέ στο διάσπαρτο με μεταλλικά σκουπίδια δάπεδο. Ψαλιδιές, ρινίσματα και υπολείμματα από κατεστραμμένα εξαρτήματα φρόντισαν να εμπλουτίσουν το ηχητικό αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
«Αν είναι να μας τα γκρεμίσεις όλα καλύτερα να πας για κάνα μπανάκι στα βραχάκια μπας και ησυχάσεις. Τι έγινε; Σε έφτυσε κάνας λεβέντης ή έχεις τα ρούχα σου;»
«Δουλειά σου» του απάντησε. Μάζεψε ότι είχε πέσει τα παράτησε στον νεροχύτη και βγήκε έξω για να πάρει καφέ.
«Πάλι φεύγεις;». Αυτή τη φορά ο Σταύρος δεν πήρε απάντηση. Ήξερε ότι το είχε παρατραβήξει μα στ’ αλήθεια του άρεσε πολύ να την πειράζει. Δεν είχε ποτέ πονηρό σκοπό για την ανιψιά του, την νοιαζότανε. Ήταν άνθρωπος χωρίς παιδιά και κάπως έτσι θα ήθελε να ήταν η κόρη του. Ατίθαση και καπάτσα, χαριτωμένη. Όμορφη δεν θα την έλεγες αλλά είχε τον τρόπο της να ελκύει τα αρσενικά του νησιού. Και το ήξερε. Πολλές φορές μάλιστα της έκανε εντύπωση που κάποιοι δεν της έδιναν σημασία. Όπως ο Λάμπης για παράδειγμα που στεκόταν τώρα με γυρισμένη την πλάτη πίσω απ’ την μπάρα και της ετοίμαζε τον καφέ.


«Μίλα μας και ας μην μας αγαπάς» του είπε καθώς περίμενε να αποτελειώσει την παραγγελιά της.
«Τι έγινε βρε Μυρτούλα;» αποκρίθηκε βαριεστημένα.
«Τι να γινε, έχει ζέστη και εγώ κάθομαι κι ασχολούμαι με σάχλες»
«Και με τι θα ‘θελες να ασχολείσαι; Δουλειά είναι κι αυτή όπως όλες. Αν βαρέθηκες πες το στο Σταύρο να σου δώσει κανα ρεπό αν και Ιούλη μήνα σιγά μην σ’ αφήσει να φύγεις».


Ο Λάμπης είχε δίκιο. Αποκλείεται να της έδινε άδεια παρόλο που ακόμα βρισκόντουσαν στην δεύτερη εβδομάδα του μήνα και η κίνηση στην αγορά ήταν πεσμένη. Το απόγευμα της ίδιας μέρας το δαχτυλίδι ήταν πια έτοιμο. «Εδώ που τα λέμε» έλεγε ο Σταύρος καθώς περιεργαζόταν με θαυμασμό το κόσμημα μέσα στην παλάμη του, «μου φαίνεται κάπως παράτολμο να το στείλω με τις ταχυμεταφορές. Κάτι μπορεί να συμβεί και να χαθεί. Ποτέ δεν ξέρεις». Γύρισε και κοίταξε με νόημα την Μυρτώ.


«Τι θα έλεγες για μια μικρή βόλτα στην πρωτεύουσα;». Εκείνη δεν απάντησε. Έψαξε πίσω απ’ το βλέμμα του να βρει το ψέμα μα η πρόταση ήταν πέρα για πέρα αληθινή. Λίγες ώρες μετά βρισκόταν στο δωμάτιο της και ετοίμαζε ενθουσιασμένη τα λιγοστά πράγματα που θα έπαιρνε μαζί της στο ταξίδι. Το πλοίο ξεκινούσε στις οκτώ το πρωί απ’ το λιμάνι που βρισκόταν μερικά μέτρα απ’ το σπίτι που έμενε, όμως παρόλα αυτά κατάφερε να πηδήξει στην μπουκαπόρτα την στιγμή που μάζευαν τους κάβους. Ανέβηκε στην γέφυρα και βρήκε ένα παγκάκι δίπλα στο πιλοτήριο. Εκεί την περίμεναν οι αχτίδες του ήλιου που φρόντισαν μέσα σε λίγες ώρες να καλύψουν κάθε γυμνό σημείο του κορμιού της δίνοντας στο δέρμα της χρώμα ώριμου καλοκαιρινού φρούτου. Ζαλισμένη όπως ήταν απ’ την έκθεση στο φωτοβόλο αστέρι, κατέβηκε στο λιμάνι του Πειραιά αναζητώντας την αφετηρία του λεωφορείου που θα την προωθούσε στον τελικό της προορισμό. Είχαν περάσει δέκα χρόνια απ’ την τελευταία φορά που είχε κατέβει για κάποιο πρόβλημα υγείας με την μητέρα της και της έκανε την ίδια, αν όχι μεγαλύτερη εντύπωση η συνεχής κινητικότητα προσώπων και πραγμάτων μέσα στο πολύβουο αστικό περιβάλλον. Η διαδρομή με το λεωφορείο της εξασφάλισε μερική ηχητική απομόνωση και μια πιθανή ψύξη στον ιδρωμένο σβέρκο της εξ’ αιτίας του ισχυρού κλιματιστικού. Είχε καθίσει δίπλα σε ένα παράθυρο και καταχωρούσε στην μνήμη της εικόνες από πλατείες, κτίρια, σπίτια, μνημεία, δρόμους σαν αρχάριος χρήστης που ανακάλυπτε την πληροφοριακή αφθονία του Διαδικτύου. Κάποια στιγμή τα κτίρια λιγόστεψαν, το πράσινο στάθηκε κι απ’ τις δυο πλευρές του δρόμου και το λεωφορείο φάνηκε να ανηφορίζει στο άπειρο. Η Μυρτώ που είχε ανοίξει παρά τις διαμαρτυρίες κάποιων επιβαινόντων το παράθυρο, κοίταξε μακριά στον ορίζοντα. Σε λίγο δυο διαφορετικές αποχρώσεις του μπλε έσμιγαν μπροστά απ’ τον κόλπο της Βουλιαγμένης.


«Δεσποινίς, στην επόμενη στάση κατεβαίνετε» της φώναξε ο οδηγός που είχε αναλάβει να την ειδοποιήσει εγκαίρως. Θα μπορούσε στ’ αλήθεια να συνεχίσει, να φτάσει μέχρι το τέρμα της γραμμής. Έριξε μια ματιά στον αμέθυστο που ήταν δεμένος με το μεσαίο της δάκτυλο απ’ την αρχή του ταξιδιού και πάτησε το κόκκινο κουμπί για να κατέβει. «Κάπου εδώ χωρίζουν οι δρόμοι μας» φάνηκε σαν να του είπε παρατηρώντας τον για άλλη μια φορά.


Το διαμέρισμα της μητέρας της κυρίας Τρέκη βρισκόταν στο τέλος μιας μεγάλης ανηφόρας στον τέταρτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας με φρεσκοβαμμένη πρόσοψη και μεγάλα μπαλκόνια που έβλεπαν το μεγαλύτερο μέρος του κόλπου. Η Μυρτώ δεν είχε πολύ καιρό για χάσιμο. Ήταν απόγευμα και στις δέκα το βράδυ έπρεπε να βρίσκεται στο λιμάνι για να επιβιβαστεί στο πλοίο της επιστροφής. Η δίφυλλη γυάλινη πόρτα της εισόδου ήταν ανοικτή. Κάποιος έβγαινε τραβώντας ένα ποδήλατο, φορώντας σορτσάκι και μακό με παρδαλά χρώματα, ένα εξίσου πολύχρωμο κράνος και επιγονατίδες. Της έριξε μια γρήγορη ματιά και έπειτα επιδόθηκε σε μια φρενήρη κούρσα με το δίτροχο όχημα του λες και είχε μείνει δυο γύρους πίσω στον αγώνα της ζωής του.


«Ποια είστε;» ακούστηκε μια νεανική φωνή μισανοίγοντας την βαριά πόρτα ασφαλείας. Η Μυρτώ συστήθηκε, δήλωσε τον σκοπό της επίσκεψης της και περίμενε μέχρις ότου η κυρία Δήμητρα σηκώσει τις αμπάρες όπως την άκουσε να λέει και την καλωσορίσει. Η ηχητική φρεσκάδα έδειχνε να ταιριάζει με την κινητικότητα της. Όχι όμως και με το παρουσιαστικό της που μαρτυρούσε πως της απέμεναν κάτι λιγότερο από δυο δεκαετίες  για να αγγίξει το τριψήφιο νούμερο  που προκαλεί δέος. Το αν θα το κατάφερνε ή όχι σίγουρα δεν απασχολούσε την Μυρτώ που έπιασε να παρατηρεί το μικρό καθιστικό που ξεδιπλώνονταν μπροστά της. Παλιά βαριά έπιπλα από σκουρόχρωμο ξύλο καταλάμβαναν δυσανάλογο χώρο σε σχέση με τα διαθέσιμα τετραγωνικά, δυσχεραίνοντας ακόμα και την διέλευση μέχρι την έξοδο για την βεράντα.
«Να κάτσουμε έξω που έχει δροσιά» της φώναξε η κυρία Δήμητρα απ’ την κουζίνα καθώς ετοίμαζε ένα δίσκο με παγωμένη λεμονάδα και λίγα βουτήματα.


«Λοιπόν, έκανες όλο αυτό το δρόμο για να μου δώσεις το δαχτυλίδι που μου πήρε η κόρη μου; Δεν σου κάνει εντύπωση που δεν το παρέδωσες στην ίδια για να μου το φέρει;» την ρώτησε.


«Η αλήθεια είναι πως όχι. Μας εξήγησε πως μόλις θα επέστρεφε απ’ τις διακοπές της στην Αθήνα θα αναχωρούσε αμέσως για κάποια δουλειά στο εξωτερικό». Θα προτιμούσε να την άφηνε μόνη της παρέα με ένα, δυο λίτρα απ’ αυτή την υπέροχη λεμονάδα να χαζεύει τις μαβιές αποχρώσεις που σε λίγη ώρα θα πλημμύριζαν τον ουρανό παρά να ακούει για την προβληματική σχέση που είχε με την κόρη της. Μα η ηλικιωμένη γυναίκα δεν έβρισκε εύκολα άνθρωπο για να πει τον πόνο της. Η κουμπάρα και μοναδική της φίλη που παρέμενε ζωντανή εκτελούσε χρέη γιαγιάς στο εξοχικό του γιού της και έτσι το καλοκαίρι το περνούσε μοναχικά, πάνω στο λόφο αγναντεύοντας τις αναμνήσεις.


«Ναι, πάντα βρίσκει μια καλή δικαιολογία για να μην με δει.» συνέχισε «Βαριέται. Νομίζει πως με τα δωράκια που μου κάνει κατά καιρούς εκπληρώνει το καθήκον της απέναντι μου». Η Μυρτώ αποφάσισε να μην μιλήσει. Κάποια στιγμή θα στέρευε δεν μπορεί.


«Πάντως οφείλω να ομολογήσω πως αυτή τη φορά ξεπέρασε τον εαυτό της. Το δαχτυλίδι είναι πανέμορφο και αυτός ο αμέθυστος …. Εσύ το ‘φτιαξες;». Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της καρφώνοντας το βλέμμα ασυναίσθητα στο πετράδι. Στο μεταξύ φωνές έφτασαν μέχρι το μπαλκόνι. «Κυρία Ντήμητρα άνοιξε»


«Εγώ να πηγαίνω» βρήκε την ευκαιρία η Μυρτώ.


«Όχι, περίμενε, μην φεύγεις. Θα χτύπησαν το κουδούνι και επειδή καθόμαστε έξω δεν πήραμε χαμπάρι» της πέταξε. Σε λίγα λεπτά έμπαινε στο σπίτι ένα ψηλός ξερακιανός τύπος με κοντά ξανθά μαλλιά.


«Α, ήρθες επιτέλους. Σε περιμένω απ’ την περασμένη Δευτέρα. Νόμιζα πως μόνο οι Έλληνες τεχνίτες καθυστερούσαν μα και σεις οι ξένοι δεν πάτε πίσω».


«Ντουλειά, πολύ ντουλειά λίγο χρόνο» της απάντησε ο ξένος κοιτώντας παράλληλα την Μυρτώ.


«Αυτός είναι ο Ιγκόρ, ξυλουργός, συντηρητής επίπλων και ποιος ξέρει τι άλλο». Ο Ιγκόρ χαμογελούσε κι ας μην καταλάβαινε. «Έχει κάτι  μήνες εδώ. Ήρθε να ψάξει τις ρίζες του. Ο πατέρας του ήταν κάποιος Έλληνας που φρόντισε να κανονίσει την μάνα του μια βραδιά και έπειτα να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του. Νησιώτης σαν και σένα. Ο Ιγκόρ πήγε να τον γυρέψει στην Νάξο. Έμπλεξε με κακές παρέες, τον έκλεψαν, άκρη δεν έβγαλε με τον πατέρα που τον έδιωξε κακήν κακώς και έτσι γύρισε στην Αθήνα απένταρος. Κάνει δουλειές από δω κι από κει, πιάνουν τα χέρια του. Εμένα μου τον σύστησε μια κυρία που έχει ένα φούρνο εδώ πιο κάτω. Του αρέσει η Ελλάδα, δεν θέλει να φύγει, έτσι δεν είναι Ιγκόρ;».


Ο Ρώσος είχε ξεκινήσει να δουλεύει πάνω σ’ ένα μπουφέ από οξιά, κατασκευασμένο δυο αιώνες πριν. Καθώς γύρισε να κοιτάξει για άλλη μια φορά την Μυρτώ η ματιά του πάγωσε πάνω στο δαχτυλίδι που φορούσε η περιστασιακή εργοδότρια του. Άρχισε να δείχνει τον αμέθυστο και να συλλαβίζει συνδυασμούς του κυριλλικού αλφαβήτου που μόνο κάποιος απ’ τα μέρη του θα ήταν σε θέση να καταλάβει. Φαινόταν ταραγμένος. Πλησίασε την κυρία Δήμητρα και με νοήματα τώρα, προσπαθούσε να της δώσει να καταλάβει πως πάνω στο μεσαίο οστεώδες δάκτυλο του δεξιού χεριού της υπήρχε ένα κομμάτι απ’ την ζωή του. Ήταν βέβαιος. Θα αναγνώριζε αυτό το μωβ πετράδι ανάμεσα από χίλια όμοια. Ήταν το μοναδικό ενθύμιο που είχε η μητέρα του απ’ τον άνθρωπο που ερωτεύτηκε, απογοητεύτηκε και απέκτησε το πολυτιμότερο αγαθό για μια γυναίκα μέσα σε μια νύχτα.


Λίγες ώρες μετά η Μυρτώ και ο Ιγκόρ βρισκόντουσαν στον Πειραιά. Ο ουρανός ήταν πορτοκαλί. Αστέρια δεν υπήρχαν, παρά μόνο αυτό το χρώμα που δημιουργούσαν τα φώτα της πόλης. Ο Ιγκόρ καθόταν σε ένα παγκάκι μπροστά απ’ την φωτισμένη είσοδο του πλοίου. Παρατηρούσε μηχανικά τα αυτοκίνητα και τα φορτηγά που έμπαιναν μέσα ενώ μασουλούσε ένα ξέχειλο σουβλάκι με πίτα. Στο μυαλό του είχε προετοιμάσει την δεύτερη συνάντηση με τον πατέρα του με την υποστήριξη πλέον της Ελληνίδας ξαδέρφης του. Η Μυρτώ στεκόταν λίγο πιο πέρα, μπροστά απ’ την συσκευή ενός τηλεφωνικού θαλάμου σχηματίζοντας το νούμερο του Σταύρου στην οθόνη. Μεσολάβησαν μονάχα πέντε μπιπ μέχρι να ανοίξει η γραμμή και να ξεστομίσει την καλύτερη ατάκα που είχε σκεφθεί μέχρι τότε:


«Σταύρο, ξέρεις κάτι; Είσαι και ψεύτης και πατέρας!»


Τέλος

Σπύρος Γλύκας 2012

Monday, April 16, 2012




'Ο Καναπές'. Διαβάστε το τρίτο μου διήγημα καθισμένοι στο αγαπημένο σας έπιπλο. Μονάχα μην ανοίξετε την τηλεόραση γιατί χάθηκα ... (!!)




Ο Καναπές



Το μονοπάτι που οδηγούσε στο πρώτο καταφύγιο του βουνού ήταν στενό και ανηφορικό. Υπολογίζαμε πως σε μισή ώρα θα είχαμε φθάσει. Θα διανυκτερεύαμε εκεί και θα συνεχίζαμε αξημέρωτα το άλλο πρωί την πορεία μας, μέχρι να φθάσουμε στο ψηλότερο σημείο για να απολαύσουμε την θέα και να κατασκηνώσουμε για τελευταία φορά πριν πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής. Ανυπομονούσα να έρθει η μέρα που θα ξεκινούσε αυτή η εκδρομή. Η πεζοπορία αποτελούσε την βασική μου διέξοδο απ’ την καθημερινότητα και ένα προσωρινό αντίδοτο στην μοναξιά που με συντρόφευε το τελευταίο διάστημα. Η αιφνίδια αναχώρηση του συζύγου μου για τον άλλο κόσμο συνέπεσε με τις ορμονικές διαταραχές της εμμηνόπαυσης. Ίσως το ισχυρότερο κοκτέιλ που μπορεί μια γυναίκα να δοκιμάσει στα πενήντα της, ικανό να της αναποδογυρίσει ανεπιστρεπτί την ψυχική της ηρεμία. Πήρα τα βουνά λοιπόν. Ύστερα από προτροπή της μιας και μοναδικής μου κόρης, η οποία αισθανόταν τύψεις που δεν βρισκόταν στα πάτρια εδάφη για να με υποστηρίξει σ’ εκείνες τις δύσκολες στιγμές τον πρώτο καιρό, που απέδιδα στην απουσία του αντρός μου ότι στραβό κι αν συνέβαινε. Απ’ το κάψιμο μιας λάμπας, μια βλάβη του αυτοκινήτου εξ αιτίας της ακινησίας του, την άνοδο των τιμών στα αγαθά πρώτης ανάγκης μέχρι και την αποδοχή κληρονομιάς. Από τας Παρισίους όπου με κάλεσε για να μείνω όσο ήθελα προκειμένου να ηρεμήσω, αλλά δεν δέχθηκα γιατί απλώς δεν υπήρχε περίπτωση να αντέξω αυτόν τον υπερφίαλο τον  γαμπρό μου τον Κλώντ, μου διεμήνυσε ότι η φυσική άσκηση συνδυασμένη με κοινωνική δραστηριότητα θα έδινε διέξοδο στα προβλήματα μου. Αυτή την ιδέα της την είχε προτείνει ο ψυχολόγος τον οποίο έκρινε απαραίτητο ότι έπρεπε να επισκέπτεται κάθε μήνα, για να εξισορροπεί τις ψυχικές αναταράξεις που της προκαλούσε η απουσία της μητρότητας. Ήθελε πολύ να κάνει παιδί μα ότι κι αν είχαν δοκιμάσει δεν είχε φέρει αποτέλεσμα. Όσο κι αν την αγαπούσα δεν μπορούσα παρά να αναγνωρίσω ότι ήταν μουντρούχα, δύσκολη, γκρινιάρα. Άλλος ένας λόγος που δεν ήθελα να πάω στη Γαλλία για να μείνω με τους μήνες. Εδώ που τα λέμε μου έμοιαζε αρκετά.

Όταν έγινα μέλος σε ένα σύλλογο πεζοπορίας με έδρα το Περιστέρι, τα περισσότερα άτομα ήμασταν γυναίκες της ηλικίας μου. Μαζευόμασταν 12 όλοι κι όλοι σε μια καφετέρια κοντά στον σταθμό του Μετρό, ανοίγαμε τους χάρτες μας, φέρναμε πληροφορίες απ’ το Διαδίκτυο και συζητούσαμε για τα πιθανά μέρη που θα επισκεπτόμασταν. Μέσα σε δυο χρόνια από τότε που είχε πεθάνει ο Άρης, είχα καταφέρει να καλύψω 8 πανέμορφες διαδρομές σε βουνά ανά την Ελλάδα και να αποκτήσω μια καλή φίλη την Μυρτώ. Στην τελευταία μας λοιπόν εξόρμηση προστέθηκε ένα καινούργιο μέλος, ο Κώστας. Ήταν ένα διευθυντικό στέλεχος γνωστής εταιρίας παρασκευής τσιμέντου, κόντευε κι αυτός τα πενήντα και είχε επιστρέψει εδώ και καιρό στο πατρικό του σπίτι πλάι στην μητέρα του. Οι γυναίκες. Αυτές του έφταιγαν. Και σαν γνήσιος Έλληνας υιός μόλις βρήκε τα σκούρα και με πρόφαση την προχωρημένη ηλικία της μάνας του, ταμπουρώθηκε πίσω απ’ την οικογενειακή εστία προτιμώντας να δίνει τις συναισθηματικές του μάχες εκ του ασφαλούς. Έτσι ξεκίνησε να πολιορκεί και μένα μεταξύ άλλων, όταν ακόμα οι ρόδες του πολυτελέστατου πούλμαν κυλούσαν στην απλωμένη εθνική οδό που ένωνε την Αθήνα με την συμπρωτεύουσα. Η ακατάσχετη φλυαρία του  περιλάμβανε κυρίως γεγονότα απ’ την ταραχώδη νεανική του ηλικία που την έζησε στην Αλεξάνδρεια, σε μια εποχή που σε τίποτα δεν θύμιζε τις λαμπρές ημέρες που γνώρισε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 50 ο Ελληνισμός. Λίγο με ενδιέφεραν όλα αυτά. Οι ρυθμοί που ακολουθούσα σ’ αυτές τις εξορμήσεις της μικρής μας ομάδας ήταν πολύ χαλαροί και ένας λόγος παραπάνω που συνέχιζα την πεζοπορία, ήταν η απουσία οποιασδήποτε μορφής πίεσης και δη αρσενικής. Ας με έβρισκαν πίσω στην πόλη. Εδώ ερχόμουν για να αδειάσω το κεφάλι μου και να φουσκώσω τα πνευμόνια μου με αρκετό οξυγόνο. Δυστυχώς η πολιορκία συνεχίσθηκε και μετά την άφιξη μας στον προορισμό μας. Μονάχα η απότομη ανάβαση σε κάποια σημεία έδειχνε ικανή να κάμψει το λεκτικό του σθένος. Η ζημιά όμως είχε γίνει. Μου είχε χαλάσει την διάθεση και αποφάσισα να τραπώ σε φυγή. Στην τελευταία μας στάση πριν το καταφύγιο και ενώ όλοι έσπευσαν να δροσίσουν τα ξερά τους λαρύγγια με το γάργαρο παγωμένο νερό μιας πηγής που ανάβλυζε σε εκείνο το σημείο, άρπαξα την ευκαιρία και χώθηκα σε ένα μονοπατάκι που περνούσε μέσα από πυκνές καστανιές και εκ πρώτης όψεως φαινόταν να διατηρεί οπτική επαφή αλλά και την ίδια κατεύθυνση με το κεντρικό μονοπάτι. Έτσι θα μπορούσα να τους παρακολουθώ χωρίς ψυχικές οδύνες. Ανεβαίνοντας  μερικά μέτρα πιο πάνω άρχισα να ξεμακραίνω κατευθυνόμενη δυτικά σε σχέση με την ομάδα μας. Δεν έδωσα σημασία και συνέχισα. Το πολύ πολύ να ξαναγυρνούσα πίσω στην πηγή και να επέστρεφα απ’ την κανονική διαδρομή. Φυσούσε και το θρόισμα των φύλλων απομόνωνε οποιονδήποτε ήχο απ’ το δάσος δίνοντας μου την εσφαλμένη εντύπωση πως βρισκόμουν κοντά σε θάλασσα. Ο ήλιος περνούσε μέσα απ’ τα δένδρα και σχημάτιζε δαιδαλώδη μοτίβα με τις σκιές τους στην επιφάνεια του νωπού εδάφους. Περπατούσα μόνη μα αισθανόμουν σαν με είχε πάρει αγκαλιά η φύση γεμίζοντας τα μάτια μου εικόνες, αλλάζοντας το χρώμα τους από καστανό, πότε σε πράσινο, άλλοτε σε κίτρινο κι άμα κοιτούσα ψηλά σε μπλε. Ήμουν όμορφη χωρίς ηλικία, πατούσα έξω απ’ τον χρόνο. Μόνο η ευτυχία που ξεχείλισε μεσ’ στο κορμί μου, φρόντισε να με προσγειώσει στο βουνό που βρισκόμουν με την εφήμερη διάρκεια της. Και τότε, ακριβώς εκείνη τη στιγμή που για μια ακόμα φορά σκέφθηκα πόσο λίγο κρατάει η μαγεία στην μικρή πορεία του καθενός προς τον θάνατο συνάντησα ένα …. έπιπλο! Το μονοπατάκι έβγαζε σε ένα άνοιγμα που θα μπορούσε να φιλοξενήσει μια οικογένεια με αρκούδες, ή μερικά ελάφια που διεκδικούν το ταίρι τους ή μια ομάδα σαν την δική μας να κολατσίζει. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν υπήρχε παρά μονάχα ένας τριθέσιος καναπές. Πλησίασα, πέρασα την παλάμη μου πάνω απ’ το ύφασμα. Ήταν τραχύ και λίγο υγρό. Πίεσα τα μαξιλάρια. Η εικόνα τρύπωσε βίαια στο κουτί με τις αναμνήσεις και ξέβρασε ένα σωρό ζωγραφιές πάνω σε καμβά, φτιαγμένες με πινέλα, με σπάτουλα, με το χέρι. Με πάθος, με αγάπη. Σουρεαλιστικές τις περισσότερες φορές με κυρίως θέμα την φύση. Ήταν εικόνες, πίνακες απ’ την τελευταία δουλειά του Άρη. Μια έκθεση που τόσο ήθελε να κάνει μα τον πρόλαβε η μετάβαση στην απόλυτη υπέρβαση όπως συνήθιζε να λέει αστειευόμενος για τον θάνατο. Ασυναίσθητα βρέθηκα να κάθομαι στη μια μεριά του καναπέ και να κοιτάζω δίχως να βλέπω. Θα πέρασαν μερικά λεπτά μέχρι να αρχίσω να αναρωτιέμαι πως διάολο βρέθηκε τούτο δω το πράγμα εδώ πάνω. Το παράδοξο της υποθέσεως κατάφερε να διακόψει το παρελθοντικό μου παραλήρημα και να μαλακώσει την συγκίνηση που είχε συννεφιάσει τη διάθεση μου. Σηκώθηκα και τράβηξα ένα ένα τα μαξιλάρια, ψάχνοντας για στοιχεία που θα πρόδιδαν την προέλευση του. Σε μια γωνία σβολιασμένο με περίμενε ένα χάρτινο σημείωμα. Το ξετύλιξα προσεχτικά και έπιασα να αποκρυπτογραφήσω το περιεχόμενο του. Καθόλου εύκολο. Τα γράμματα είχαν κυλίσει το ένα μέσα στ’ άλλο παριστάνοντας μια ξεπλυμένη μπλε ανακατωσούρα. Μπα, δεν έβγαζα νόημα. Έφερα ένα γύρω το έπιπλο. Έπεσα στα τέσσερα και κοίταξα από κάτω. Τίποτα. Έβαλα τα μαξιλάρια και πάλι στη θέση τους και κάθισα. Ο αέρας είχε δυναμώσει. Το φως άλλαζε καθώς ήταν πια απόγευμα. Ξαφνικά δυο χέρια κάλυψαν τα μάτια μου. Γύρισα σαστισμένη προς τα πίσω και είδα τον Κώστα.

«Εδώ κρύβεσαι και σε ψάχναμε. Τι λες; Να τον πάρουμε τον καναπέ;» μου είπε εύθυμα. Δευτερόλεπτα χρειάστηκαν για να σβήσουν την μικρή περιπέτεια που είχα απολαύσει μόνη μου. Η πρωινή νευρικότητα είχε επανέλθει δριμύτερη.

«Με κοψοχόλιασες» του είπα θυμωμένα. Ήρθε και έκατσε δίπλα μου.

«Εδώ θα την βγάλεις απόψε;»

«Μπορεί, γιατί ρωτάς;»

«Να, λέω μήπως σου φέρω καμιά κουβέρτα. Πάντως και στο καταφύγιο είναι περίφημα. Χάνεις». Αισθανόμουν παγιδευμένη. Να διανυκτερεύσω σε ένα καναπέ στο πουθενά μέσα στο δάσος δεν ήταν στις προθέσεις μου. Απ’ την άλλη η σκέψη και μόνο ότι θα ήμουν μαζί του σε ένα κλειστό χώρο μέχρι να μας πάρει ο ύπνος φάνταζε ακόμα χειρότερη.

«Πάντως να ξέρεις πως ακόμα και αν αποφασίσεις να κατασκηνώσεις εδώ πέρα δεν θα σ’ αφήσω μοναχή σου. Θα μείνω και εγώ». ‘Τώρα μάλιστα’ είπα από μέσα μου. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.

«Ξέρεις τι μου θυμίζει αυτός ο καναπές;» μου είπε και πρόσθεσε δίχως να μου αφήσει χρόνο να του απαντήσω «την παιδική μου ηλικία. Έπαιζα ποδόσφαιρο από μικρός και ήμουν καλός. Βάζαμε στοιχήματα στις αλάνες που πηγαίναμε μαζί με τον Ντέιβιντ, ένα ντόπιο αγόρι που ήταν ο καλύτερος μου φίλος. Ήταν ένα ψιλόλιγνο παιδί που πούλαγε τσιγάρα στο καπνοπωλείο της γειτονιάς που έμενα. Ο πατέρας μου ήταν μανιακός καπνιστής και έτσι γνωριστήκαμε μιας και μας ένωνε το κοινό πάθος για την μπάλα. Ο Ντέιβιντ φορούσε πάντα μια μπλούζα που αντιπροσώπευε την εμφάνιση κάποιας γνωστής ευρωπαϊκής ομάδας. Όποιος έχανε λοιπόν σε εκείνα τα παιχνίδια κερνούσε τις υπέροχες λεμονάδες που μπορούσες να απολαύσεις στην Αίγυπτο. Θυμάμαι μια φορά που είχαμε παίξει με άλλα δυο Ελληνάκια και είχαμε κερδίσει ύστερα από δυο ώρες μπάλα κάτω από αφόρητες συνθήκες. Ζέστη. Ήμασταν τόσο εξαντλημένοι που δεν μπορούσαμε να πάρουμε τα πόδια μας. Με τις λεμονάδες ανά χείρας, περπατούσαμε ζαλισμένα μέχρις ότου  πετύχαμε μια μετακόμιση έξω από ένα μεγάλο κτίριο. Ένα φορτηγό είχε σταματήσει και κάμποσα άτομα μπαινόβγαιναν μεταφέροντας έπιπλα, διακοσμητικά, οικιακές συσκευές, βαλίτσες με ρούχα, κουζινικά, βιβλία. Εκείνη την ώρα λοιπόν έβγαζαν ένα χιλιομπαλωμένο καναπέ, τριθέσιος πρέπει να ήταν κι αυτός και τον παράτησαν δίπλα σε ένα σωρό με σκουπίδια στην πίσω πλευρά της πολυκατοικίας που δεν την έβλεπε ήλιος. Στα κουρασμένα μας μάτια το μέρος έμοιαζε με σαλόνι πολυτελείας. Χωρίς δεύτερη κουβέντα καθίσαμε και οι τέσσερις και μοιραστήκαμε τις λεμονάδες κοροϊδεύοντας τους μεταφορείς, λέγοντας ενήλικα ανέκδοτα και παραθέτοντας τις φανταστικές περιπέτειες του καθενός με το αντίθετο φύλλο. Όμορφα χρόνια». Ο Κώστας δεν πτοήθηκε που δεν μπήκα στον κόπο να σχολιάσω την μικρή του ιστορία και επανήλθε δριμύτερος. «Εσένα σου θυμίζει κάτι αυτό το έπιπλο;». Σκέφθηκα πως ήταν καλή ευκαιρία να του κόψω λίγο τη φόρα και του ανέφερα τον άντρα μου. Του είπα πως ήταν ζωγράφος και ότι τα τελευταία του έργα απεικόνιζαν διάφορα αντικείμενα μεταξύ και των οποίων έπιπλα που βρισκόντουσαν σε αχανή πράσινα τοπία. Σηκωθήκαμε και κατευθυνθήκαμε αργά προς το καταφύγιο. Η σιωπή του έδειχνε σεβασμό. Ήταν το πρώτο θετικό στοιχείο που παρατήρησα πάνω του. Δεν μου απεύθυνε τον λόγο όλο το βράδυ. Έδειχνε να έχει χάσει τον αυθορμητισμό του. Όταν ετοιμαστήκαμε για ύπνο με πλησίασε και μου μίλησε.

«Συγνώμη για την φλυαρία μου. Πρέπει να σε κούρασα. Δεν είχα καταλάβει ότι ήσουν φορτισμένη εκείνη τη στιγμή. Παρασύρομαι πολλές φορές. Συγνώμη και πάλι. Καληνύχτα». Η Μυρτώ μου πρότεινε να φορέσουμε τα μπουφάν και να κάτσουμε λίγο έξω. Πάλι θα θαύμαζα τον έναστρο ουρανό; Με την κουβέντα απόφυγα την ανεπιθύμητη σιωπή που ετοίμαζε σκοτεινές διαδρομές στο μυαλό μου. Μιλήσαμε για προσωπικά της ζητήματα. Αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο της απόλυσης απ’ το δικηγορικό γραφείο στο οποίο δούλευε το ένα τρίτο της ζωής της ως γραμματέας και προβληματιζόταν πώς θα συμπλήρωνε τα υπόλοιπα 7 χρόνια που της απέμεναν για να βγει στη σύνταξη. Θα ήταν πολύ δύσκολο να ξαναβρεί δουλειά σε τέτοια ηλικία. Είχε χωρίσει εδώ και πολλά χρόνια απ’ τον άντρα της και ο γιος της ήταν άλλος ένας πτυχιούχος άνεργος που σύχναζε στις καφετέριες παριστάνοντας πως δεν συμβαίνει και τίποτε. Κάποια στιγμή θα άνοιγαν οι πόρτες διάπλατα και γι αυτόν. Δεν είχε σοβαρούς λόγους για να ανησυχεί. Μετά την κουβέντα της Μυρτώς δεν άφησα να έρθει και η σειρά μου να μιλήσω παρά προφασίστηκα την πρωινή μου έγερση και αποσύρθηκα για ύπνο. Και ήταν όντως πρωινή. Έβαλα το ξυπνητήρι του κινητού μου τηλεφώνου για τις 5 τα ξημερώματα. Τέτοιο θέαμα από εκεί ψηλά κοντά στην κορφή του βουνού δεν θα το έχανα. Το άλλο πρωί σηκώθηκα με κόπο απ’ τον υπνόσακο  μου, έριξα λίγο νερό στο πρόσωπο απ’ την πήλινη κανάτα που βρήκα πάνω σε ένα ράφι, δίπλα στο τζάκι που ακόμα σιγόκαιγε και βγήκα έξω να περπατήσω. Ήμουν πιασμένη σε όλο μου το κορμί απ’ τη χθεσινή πεζοπορία. Ένας πόνος γλυκός, με νόημα. Κίνησα προς το σημείο όπου είχα αντικρύσει τον καναπέ. Ήταν μούσκεμα. Έβαλα το αντιανεμικό που είχα μαζί μου πάνω στο μαξιλάρι και κάθισα. Από μακριά ξεκινούσε η μέρα και εγώ αισθανόμουν σαν είχα δώσει μόλις το σύνθημα για να αρχίσουν όλες οι δραστηριότητες πάνω στη γη. Τις θεϊκές μου δυνάμεις ανέλαβε να απομυθοποιήσει ο Κώστας που σκίασε μεγάλο μέρος του τοπίου που απλωνόταν ως εκεί που έφθανε το βλέμμα, καθώς ανέβαινε τα τελευταία μέτρα του μονοπατιού που οδηγούσε στον καναπέ.

«Καλημέρα» μου είπε και πρόσθεσε «το ‘ξερα ότι θα σε έβρισκα εδώ πέρα».

«Και παρ’ όλα αυτά ήρθες να με βρεις;» του απάντησα.

«Αλήθεια, ζωγράφιζε καλά ο άντρας σου;».

«Αρκετά. Ήταν όμως άσχετος από δημόσιες σχέσεις. Καθόλου εύκολος με τους συναδέλφους τους και απόλυτος στις συναλλαγές του με τους εμπόρους και τις γκαλερί. Η Τέχνη πάνω απ’ όλα και  όλους. Αυτό πίστευε και αυτό πήρε μαζί του μιας και εδώ είναι ζήτημα αν υπάρχει και κανένας άλλος που να το πρεσβεύει».

«Δεν ξέρω. Είμαι λίγο εκτός σ’ αυτά τα θέματα. Απαίδευτο το μάτι μου σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης. Θα με ενδιέφερε όμως να μάθω αν..»

«Αν βρισκόταν κάποια να σου δείξει» του είπα χαμογελώντας.

«Ναι, κάπως έτσι. Τελικά έμαθες πως βρέθηκε ο καναπές εδώ πέρα;» μου είπε αλλάζοντας απότομα την κουβέντα.

«Φαντάζομαι πως θα πρέπει κάποτε να αποτελούσε ένα απ’ τα έπιπλα που βρίσκονται στο καταφύγιο».

«Κι όμως αυτός ο καναπές εμφανίστηκε ξαφνικά μια μέρα πριν φθάσουμε εδώ».

Σηκώθηκα όρθια και έκανα μερικά βήματα μέχρι το πλάτωμα απ’ όπου μπορούσα να δω ακόμα καλύτερα το πράσινο που απλωνόταν στα πόδια του βουνού και χανόταν σιγά σιγά προς την θάλασσα. Γύρισα και κοίταξα πίσω τον Κώστα που δεν είχε κουνηθεί απ’ τη θέση του. Με τον ήλιο να στέλνει τις πρώτες αχτίνες του πάνω στο πρόσωπο του μπερδεύτηκα προς στιγμήν και νόμισα πως είδα τον Άρη. «Λες;» του είπα. «Λες να μου ‘στειλε μήνυμα απ’ το υπερπέραν;».

«Λέω πως θα ήταν ωραία ιδέα να ξεσκονίσεις τους τελευταίους του πίνακες και να ετοιμάσεις την έκθεση που τόσο πολύ θα ήθελε να είχε κάνει».

«Είναι αστείο, μα μιλάς σαν να τον ξέρεις. Σαν φίλος του».

«Θα σου πω άλλη μια μικρή ιστορία. Πριν από χρόνια πέθανε ο πατέρας μου. Η μάνα μου που του είχε μεγάλη αδυναμία έκανε πολύ καιρό για να συνέλθει. Μα κι όταν αυτό συνέβη ήξερα ότι ζούσε πολύ συχνά την επαφή του μέσα στο σπίτι μας αλλά και στα όνειρα της. Ο πατέρας μου ήθελε πολύ να κάνουν ένα μεγάλο ταξίδι μαζί στην Ευρώπη, αλλά δεν έβαζε ποτέ χέρι στις οικονομίες που είχε μαζέψει απ’ την δουλειά μην τυχόν τις χρειαζόμασταν εμείς τα παιδιά του. Ενάμιση χρόνο μετά τον θάνατο του, η μητέρα μου ξεκινούσε για ένα ταξίδι που κράτησε ένα μήνα παρέα με μια καλή της φίλη. Αισθάνομαι ότι από τότε που επέστρεψε χαμογελάει στ’ αλήθεια όταν ακούει τις χαζομάρες που τις αραδιάζω κάθε φορά που έχω κέφια».

Το επόμενο βράδυ επέστρεψα στην Αθήνα. Η εκδρομή μας είχε ολοκληρωθεί. Κάναμε δώδεκα ώρες για να φθάσουμε αλλά ακόμα και με όλη αυτή την κούραση να  βαραίνει  τις πλάτες μου έστησα την αλουμινένια σκάλα κάτω απ’ το πατάρι και έπιασα να κατεβάζω ένα ένα τα τελευταία έργα του Άρη. Σύντομα θα ερχόμουν σε επαφή με κάποιους ανθρώπους που εκτιμούσαν την δουλειά του και η έκθεση θα έπαιρνε σάρκα και οστά σημειώνοντας μάλιστα μεγάλη επιτυχία.

Ο Κώστας συνέχισε να εμφανίζεται στις μαζώξεις μας. Κάποια μέρα ύστερα από μήνες, μια Κυριακή, ξαναβρεθήκαμε εκεί ψηλά στο πανέμορφο βουνό. Αναζητήσαμε τον καναπέ αλλά δεν τον βρήκαμε. Η αλήθεια είναι πως δεν θα ήθελα να είχε συμβεί κάτι διαφορετικό.



Τέλος

Σπύρος Γλύκας 2012

Monday, April 9, 2012

Βοήθεια



«Βοήθεια». Αυτή η λέξη ξεκίνησε να περιφέρεται στον φωταγωγό και έφθασε στο παράθυρο της κουζίνας μου καθώς βύθιζα πεινασμένη το πιρούνι μου σε ένα μπιφτέκι που μόλις πριν από λίγα λεπτά είχα ψήσει. Πόσο κουρασμένη ήμουν, πόσο ήθελα να φάω με την ησυχία μου και να ξαπλώσω για λίγη ώρα παίρνοντας δυνάμεις για την βραδινή μελέτη.  Μόλις είχα γυρίσει απ’ την βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου ύστερα από μια τρίωρη παραμονή αναζητώντας στοιχεία για την πτυχιακή μου εργασία. Όχι το θέμα της δεν ήταν τα σωστικά συνεργεία, οι διασώστες ή οι πρώτες βοήθειες που τρύπωσαν στις εγκεφαλικές μου κυψέλες διακόπτοντας την επικοινωνία με την γεύση αλλά μια συγκεκριμένη χρονική περίοδος μιας γνωστής τοπικής ζωγράφου. Ήμασταν ελεύθεροι να προτείνουμε οτιδήποτε είχε σχέση με τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό για να τελειώσουμε τον τετραετή κύκλο σπουδών φτάνει να γινόταν δεκτό απ’ την επιτροπή του Ιδρύματος. «Βοήθεια». Δεύτερη φορά. Αν και ημιτελής ηχητικά, δυο γράμματα έλειπαν και τις δυο φορές που ακούστηκε, θα ‘πρεπε να ‘χει κανείς πρόβλημα με τ’ αυτιά του για να μην καταλάβει ότι κάποιος άνθρωπος, το πιο πιθανό γυναίκα και μάλιστα κάποιας ηλικίας βρισκόταν σε ανάγκη. Σηκώθηκα και πλησίασα στο παράθυρο που έβγαινε στον φωταγωγό. Ησυχία. Πέρασε ένα διάστημα ικανό να με ανησυχήσει αρκετά. Σκέφθηκα να καλέσω την αστυνομία. Ήταν απ’ τις ελάχιστες φορές που είχα βρεθεί μεσημέρι στο μικρό διαμέρισμα που είχα νοικιάσει πριν από τρία χρόνια στην Λισσαβώνα. Δεν είχα καταφέρει να καταλύσω στην φοιτητική εστία και αναγκάστηκα να φορτώσω στους γονείς μου άλλο ένα έξοδο πιάνοντας μια γκαρσονιέρα σε μια συνοικία πολύ κοντά στο κέντρο της πόλης. Η γκρίζα πολυκατοικία ήτανε σε κακή κατάσταση είχε  επτά ορόφους, εκατό διαμερίσματα και απ’ το μοναδικό μπαλκονάκι του σπιτιού μου έβλεπα τον ακάλυπτο χώρο, ένα άλλο παρόμοιο κτίριο και ατελείωτες σειρές από απλωμένα ρούχα. «Βο..θε..α». Αυτή τη φορά μου φάνηκε ότι ακούστηκε πιο απελπισμένα και ήμουν σίγουρη πως ερχόταν απ’ τον πάνω όροφο. Δεν θα έχανα άλλο χρόνο. Φόρεσα μια ζακέτα, έβαλα τα σαραβαλιασμένα αθλητικά μου κι ανέβηκα δυο δυο τις σκάλες. Οι διάδρομοι έμοιαζαν πολύ με νοσοκομείο. Βαμμένοι τοίχοι με πλαστική κρεμ μπογιά σου έδιναν την αίσθηση πως είχαν γλίτσα στην επιφάνεια τους. Υπολόγισα την θέση του δικού μου σπιτιού και κοντοστάθηκα σε μια γωνία. Δυο πόρτες αριστερά και μια δεξιά αποτελούσαν τις πιθανές επιλογές μου. Δίχως να χάσω χρόνο χτύπησα διαδοχικά τα κουδούνια στις πρώτες δυο. Η πρώτη πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε μια μελαμψή κοπέλα με μακριά μαλλιά και μαύρους κύκλους γύρω απ’ τα μελιά της μάτια. Σε χαμηλή ένταση ακουγόταν ένα γνωστό τραγούδι των Red Hot Chili Peppers. «Τι θες;» μου έκανε. Της εξήγησα.

«Κοίτα, σε λίγο θα με έπαιρνε ο ύπνος και μου τη χάλασες χωρίς λόγο. Μάλλον την γριά του 32Α θ’ άκουσες. Κάθε τρεις και λίγο η ίδια ιστορία. Αφού την έχει μάθει όλο το κτίριο. Καινούργια θα ‘σαι».

«Μένω τρία χρόνια εδώ» της είπα.

«Ε, τότε μήπως ήσουν μέχρι χθες κουφή γιατί αλλιώς δεν εξηγείται. Πάντως μιας και μιλήσαμε .... με λένε Μάλια και δουλεύω στο Μπάιρο Άλτο, σε ένα μπαράκι. Πέρνα άμα θες κάνα βράδυ να τα πούμε». Χάθηκε για ένα λεπτό μέσα και ξαναγύρισε με μια μωβ καρτούλα. «Να, πάρε. Έχει ωραίο κόσμο, θα δεις». Μου ‘κλεισε το μάτι με νόημα.

«Με λένε Χαρά» της απάντησα προτείνοντας το χέρι μου «χάρηκα και ευχαριστώ για την πρόσκληση».

«Τι έγινε; Πιάσαμε κουβεντούλα; Εσείς παίζετε με τα κουδούνια;». Η δεύτερη πόρτα από αριστερά είχε ανοίξει. Ένας άντρας γύρω στα 50, αξύριστος με ανακατωμένα μαλλιά και ένα πουράκι στο στόμα μας είχε απευθύνει το λόγο.

«Ωχ, εσύ μας έλειπες. Χαρά επειδή βαριέμαι να μιλάω με τον τύπο την κάνω. Τα λέμε».

«Έτσι είναι η Μάλια. Αναιδέστατη. Αλλά για πες μου, γιατί μου χτυπήσατε;»

Εξήγησα και πάλι τον λόγο και έλαβα την ίδια απάντηση. Η γριά με την παράξενη συνήθεια να ζητάει βοήθεια χωρίς λόγο. Κάτι σαν το παραμύθι με τον ψεύτη βοσκό και τον λύκο. Είχα αποφασίσει να δω αν τελικά ο λύκος θα ερχόταν να φάει τα πρόβατα και κανείς δεν θα έσπευδε να βοηθήσει τον βοσκό νομίζοντας πως τους λέει ψέματα και πάλι. Διάβασα το κιτρινισμένο καρτελάκι που βρισκόταν σε ένα μπρούντζινο πλαίσιο κάτω απ’ το κουμπί του κουδουνιού. ‘Κυρία Φάγιας’. Το ματάκι της πόρτας είχε μαυρίσει. Κάποιος βρισκόταν από πίσω και με παρακολουθούσε. Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να επιστρατεύσω τον ηλεκτρισμό και τον ήχο για να κινήσω την προσοχή. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, με βαθιές ρυτίδες στις άκρες των ματιών και του στόματος που  θα μπορούσαν να προδίδουν εκατομμύρια συσπάσεις καλοσύνης και χαμόγελου με καλησπέρισε ευγενικά. Τίποτα στην μορφή της, στον τρόπο που μου μίλησε δεν πρόδιδε αναστάτωση. Ξαφνικά ένοιωσα ντροπή. Τι να της έλεγα; Ότι έσπευσα να την βοηθήσω επειδή νόμισα πως κινδύνευε; Μα δεν μου ερχόταν και τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή.

«Πέρασε, θα μου πεις μόλις κάτσεις για ποιο λόγο ήρθες να με βρεις. Καφέ;». Δεν ήταν και στις προθέσεις μου να βρεθώ σε ένα ξένο σπίτι για καφέ με μια γιαγιά που μπορεί να έκρυβε κάποια διαταραγμένη προσωπικότητα ενώ λίγα μέτρα πιο κάτω με περίμεναν δυο στοίβες από βαριά βιβλία, λεξικά, φωτοτυπίες και ασύνδετες σημειώσεις σαν άλλοι πύργοι της Βαβέλ έτοιμοι να τσακίσουν την πνευματική μου ακεραιότητα. Το διαμέρισμα ήταν άνετο, πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο χρειαζόταν για να ζήσει ένας άνθρωπος, διακοσμημένο με ασυνήθιστα λιτά έπιπλα που παρέπεμπαν στις αρχές τις δεκαετίας του 60. Οι τοίχοι στο καθιστικό ήταν σχεδόν άδειοι με δυο μεγάλες μεταξοτυπίες να δεσπόζουν πάνω από ένα δερμάτινο καναπέ. Η μια απεικόνιζε ένα ιμπρεσιονιστικό τοπίο με ένα γκριζωπό ανεμόμυλο να τραβάει το μάτι κάπου στα δυο τρίτα της συνθέσεως και η δεύτερη ένα σοβαρό κύριο με μια πίπα στο στόμα που καθόταν στην μέση του πουθενά σε μια μπαμπουδένια κουνιστή καρέκλα  σε κάποιο χωράφι αγναντεύοντας το μέλλον της ανθρωπότητας. Ξέχασα που ήμουν για λίγο, αφαιρέθηκα χαζεύοντας καταμεσής του σαλονιού τα δυο κάδρα. Στο μεταξύ η κυρία Φάγιας μου ετοίμασε ένα φλιτζάνι περαστό καφέ που άπλωσε το άρωμα του στο σπίτι ενημερώνοντας με για την επικείμενη άφιξη του. Αναρωτήθηκα πώς μια φαινομενικά συμπαθητική ηλικιωμένη γυναίκα είχε δημιουργήσει τέτοια στρεβλή εικόνα στους γείτονες της. Απ’ την άλλη μεριά του δωματίου υπήρχε ένα σιδερένιο τρίποδο που συγκρατούσε ένα τετράγωνο λευκό πίνακα σαν κι αυτούς που χρησιμοποιούνται στις αίθουσες διδασκαλίας. Ένας μπλε μαρκαδόρος είχε διανύσει οριζοντίως και καθέτως αρκετές φορές την γυαλιστερή επιφάνεια του σχηματίζοντας εν τέλει κάτι που θα μπορούσε να αποτελεί ένα εβδομαδιαίο πρόγραμμα.

«Βλέπω πως σας αρέσει η ζωγραφική» μου είπε  καθώς άφηνε ένα ξύλινο στρογγυλό δίσκο με ένα φλιτζάνι και λίγα μπισκότα πάνω στο θαμπό γυαλί του μεταλλικού τραπεζιού που βρισκόταν κοντά μου.

«Ναι, πάρα πολύ. Η πτυχιακή που ετοιμάζω για το Πανεπιστήμιο έχει σαν θέμα της το έργο μιας τοπικού ζωγράφου, της Vieira da Silva*  » της απάντησα.

«Την έχω ακουστά, κάπως μοντέρνα για τα γούστα μου είναι η αλήθεια. Είστε φοιτήτρια λοιπόν. Εδώ γεννηθήκατε;»

«Όχι, είμαι  Ελληνίδα απ’ την Λάρισα και σπουδάζω Ευρωπαϊκό πολιτισμό.»

«Ελληνίδα; Μα εσείς μιλάτε άψογα τα πορτογαλέζικα. Μπράβο σας. Έχω επισκεφθεί την χώρα σας. Υπέροχη». Τελειώνοντας την φράση της έριξε ένα βλέμμα στον πίνακα.

«Με την αδερφή μου την Μαρία» είπε δείχνοντας το όνομα που ήταν γραμμένο κάτω απ’ την στήλη που είχε σαν κεφαλίδα την μέρα Τρίτη, «είχαμε περάσει ένα αξέχαστο καλοκαίρι στις Κυκλάδες το 1966». Έπιασε να μου διηγείται τις διακοπές της στην Μήλο, την Πάρο και την Νάξο. Η αδερφή της ήταν παντρεμένη με τον καλύτερο φίλο και κουμπάρο του συζύγου της. Οι δυο τους παράτησαν άντρες και παιδιά και έκαναν το πρώτο τους ταξίδι μαζί ύστερα από πολλά χρόνια έγγαμου βίου και οικογενειακών υποχρεώσεων.

«Αν επιτρέπεται σε τι εξυπηρετεί ο πίνακας;» την ρώτησα γεμάτη περιέργεια.

«Ο πίνακας με κρατάει ζωντανή. Όλα αυτά τα ονόματα που βλέπεις γραμμένα είναι από πρόσωπα που έφυγαν. Είναι οι άνθρωποι που σημάδεψαν την ζωή μου. Έχω μείνει μόνη. Εντελώς. Η κόρη μου βρίσκεται πολύ μακριά από δω, στην Βραζιλία και την βλέπω σπάνια , δυο με τρεις φορές τον χρόνο. Έχει παντρευτεί ένα ντόπιο αεροπόρο και δουλεύει μαζί του στις τοπικές αερογραμμές. Δεν τα πάμε και τόσο καλά. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία». Το πρόσωπο της συννέφιασε για πρώτη φορά εκείνο το μεσημέρι. «Κάθε μέρα φέρνω στο νου περιστατικά που αντιστοιχούν στο πρόσωπο που έχω σημειώσει και με τη βοήθεια των φωτογραφιών αντιμετωπίζω την νοσταλγία». Στο κάτω μέρος του τετράγωνου τραπεζιού υπήρχαν λευκώματα γεμάτα με έγχρωμα και μαυρόασπρα στιγμιότυπα  τοποθετημένα με τέτοιο τρόπο που τα πολύχρωμα εξώφυλλα τους μου θύμιζαν τον κύβο του Ρούμπικ**. Έπιασε ένα απ’ αυτά και το άνοιξε σε μια σελίδα με φωτογραφίες από εκείνο το καλοκαίρι του 66. Ενόσω συνέχιζε την αφήγηση της αμύνθηκα της βαρεμάρας  που απειλούσε να κάνει την εμφάνιση της με την μορφή της αδιαφορίας στην έκφραση μου, τοποθετώντας εαυτόν στη θέση της λαλίστατης γιαγιάς, ούσα ανέμελη σε μια Μήλο σχεδόν ανεξερεύνητη με λιγοστούς επισκέπτες στις εξωτικές αμμουδιές της, παρέα με την Ζωή την καλύτερη μου φίλη με το πλεονέκτημα της έγκαιρης επιστροφής στην κουκλίστικη Λισσαβώνα λίγους μήνες πριν η Χούντα κηλιδώσει την ιστορία της χώρας μου.

«Δεν θέλω να πεθάνω» μου δήλωσε ξαφνικά. «Θα δεις και εσύ όταν θα μεγαλώσεις. Γερνάμε βιολογικά όχι ψυχικά. Φτάνει μια στιγμή και αναρωτιέσαι γιατί σε εγκαταλείπει σιγά σιγά ο οργανισμός σου ενώ εσύ δεν αισθάνεσαι ότι παίρνεις μέρος σ’ αυτή τη φθορά. Αλλά οι άνθρωποι σου που αναχωρούν για εκεί που ο καθένας θέλει να πιστεύει ότι πάνε τοποθετούν σ’ αυτή την αναπόφευκτη πορεία  τα προειδοποιητικά σήματα. Ο δρόμος στενεύει, ανηφορίζει και εσύ δεν έχεις άλλη επιλογή παρά να τον ακολουθείς. Οι αναμνήσεις είναι τα σημεία που σταματάς για να ξαποστάσεις και να κοιτάξεις τη θέα που όσο πάει γίνεται και πιο δυσδιάκριτη».

«Μα δεν σας είπα ποιος ήταν ο λόγος της επίσκεψης μου» της πέταξα. Δεν άντεχα άλλο, είχε αρχίσει και με επηρέαζε η σκοτεινή φιλοσοφία της.

«Ναι, αλήθεια. Η καλή παρέα σε κάνει να ξεχνάς». Μου χαμογέλασε με νόημα. «Για πες μου λοιπόν». Της διηγήθηκα για την λέξη που μου χάλασε την όρεξη και με έκανε να φαντάζομαι ηλικιωμένες γυναίκες με σπασμένα μέλη από αναπάντεχες πτώσεις ανήμπορες να εξυπηρετήσουν τον εαυτό τους.

«Ώστε ανησύχησες καλή μου. Ευτυχώς. Αυτό δείχνει πως νοιάζεσαι γιατί αν πεις για κάτι άλλους που μένουν πιο κοντά μου …. Έλα αύριο αν θέλεις να μάθεις τι συμβαίνει πραγματικά». Έφυγα κάπως εκνευρισμένη. Γιατί να πρέπει να περιμένω άλλη μια μέρα; Τόσο σημαντικό ήταν ή απλώς η κυρία Φάγιας έπαιζε με την περιέργεια μου; Αποφάσισα να μην την ξαναδώ και στρώθηκα στο διάβασμα. Κατά τις 11 το βράδυ έβαλα μια άνω τελεία και ετοιμάστηκα για βραδινή έξοδο. Οι φίλοι μου με περίμεναν στην ταράτσα του επιβλητικού ανελκυστήρα της Santa Justa*** πίνοντας μπύρες, χαζεύοντας για μια ακόμα φορά από ψηλά την θέα της φωτισμένης πόλης. Ήταν το αγαπημένο σημείο συνάντησης. 45 μέτρα μας χώριζαν απ’ τους κοινούς πεζούς, απόσταση ικανή να αμβλύνει τα προβλήματα του καθενός και να γεμίσει το βλέμμα με όμορφες εικόνες. Είτε κοίταζες στο τέρμα του ορίζοντα πασχίζοντας να βρεις την τελευταία πηγή φωτός είτε κοιτάζοντας κάτω στους δρόμους όπου άνθρωποι και οχήματα, πλατείες, κτίρια  και στενοί δρόμοι έμοιαζαν να αποτελούν  μέρος μιας όμορφης ζωντανής μακέτας  σαν κι αυτές που με πολύ μεράκι έφτιαχνε ο αδερφός μου όταν ήμασταν μικρά και που με πολύ παιδικό μίσος φρόντιζα κάθε φορά να καταστρέφω.

Η μωβ κάρτα που μου είχε δώσει η Μάλια ταίριαζε απόλυτα με το χρώμα που επικρατούσε στον εσωτερικό χώρο του μαγαζιού που δούλευε σαν σερβιτόρα. Τραπέζια δεν υπήρχαν μονάχα κάποιες μπάρες όπου μπορούσες να ακουμπήσεις το ποτό σου και να ακούσεις χορευτικές επιτυχίες του περασμένου αιώνα. Στις 12 τα μεσάνυχτα δεν είχε μαζέψει ακόμα αρκετό κόσμο άλλωστε για τους φοιτητές ήταν περίοδος εξετάσεων και έτσι η νέα μου φίλη στάθηκε για λίγο μαζί μας κερνώντας μας μια γύρα σφηνάκια.

«Τελικά τι έγινε με την κυρία Φάγιας; Σώθηκε; Σώθηκες;» μου είπε χαμογελώντας.

«Άστα, μ’ έπιασε κατάθλιψη, τι το ‘θελα. Η γιαγιά είναι χαμένη στις αναμνήσεις της και αμπελοφιλοσοφεί με κάθε ευκαιρία. Άσε που δεν έμαθα για ποιο λόγο φωνάζει βοήθεια. Έτσι θα καταντήσω και εγώ αν με το καλό φθάσω τα χρόνια της;»

«Όσο γι αυτό έχεις πολύ δρόμο μπροστά σου. Μην το σκέφτεσαι καθόλου. Κοίτα τον τύπο που σε χαζεύει από απέναντι».

«Εμένα  χαζεύει ή το στήθος μου;»

«Και εσένα και αυτό!» μου πέταξε και έφυγε ξαφνικά για να εξυπηρετήσει κάποιους που μόλις πέρναγαν το κατώφλι της εισόδου. Όταν κάμποση ώρα αργότερα αναχωρούσα αγκαλιά με τον Ισπανό που με φλέρταρε μου χαμογέλασε πονηρά λέγοντας μου «Καλό διάβασμα!».

Την άλλη μέρα σηκώθηκα με ένα πονοκέφαλο και με ένα μαντράχαλο να κοιμάται στο κρεβάτι τυλιγμένος με τα πράσινα σεντόνια μου. «Ωραία» σκέφθηκα. «Συμβουλές για το πώς να οργανώσετε την μελέτη σας απ’ την Χαρά». Οι τύψεις έσβησαν με ένα φιλί απ’ τον εφήμερο εραστή μου. Δώσαμε ένα αόριστο ραντεβού στο άμεσο μέλλον και έπειτα επέστρεψα στο παρελθόν που αφορούσε την ζωή της Vieira da Silva. Ο χρόνος άρχισε να κυλάει γρήγορα κι αυτό σήμαινε πως είχα βρει επιτέλους ρυθμό. Η εργασία μου έπαιρνε σιγά σιγά μορφή. Αλλά να που καθώς το φως του μεσημεριού πέρναγε μέσα απ’ τις σκονισμένες περσίδες και μοίραζε  κίτρινες ρίγες στο ταλαιπωρημένο ξύλινο πάτωμα του δωματίου, η ίδια ομάδα από  2 σύμφωνα, 1 δίφθογγο και 3 φωνήεντα αντήχησε και πάλι στον φωταγωγό τόσο δυνατά που θα ορκιζόμουν ότι είχαν κερδίσει κάποιο πρωτάθλημα. «Βοήθεια». Μέχρι να σηκωθώ για να κλείσω το παράθυρο της κουζίνας και να απομονώσω αυτή την κάλπικη έκκληση η λέξη άλλαξε μορφή και ο ήχος μου θύμισε κάτι απ’ τα παιδικά μου χρόνια. «Χαρά». Η γριά είχε βαλθεί να με διακόψει. Και αν συνέχιζε να φωνάζει το όνομα μου βγαίνοντας στον διάδρομο; Ίσως και να επινοούσα πλέον αφορμές για να ανέβω ξανά στο διαμέρισμα της  δικαιολογώντας έτσι στον εαυτό μου την αιφνίδια αναίρεση της προηγούμενης απόφασης μου. Το σώμα μου φαινόταν να το είχε αποφασίσει πριν από μένα και έτσι βρέθηκα για δεύτερη φορά μέσα σε εκείνο το ευρύχωρο σαλόνι με ένα φλιτζάνι περαστό καφέ στο χέρι και με την κυρία Φάγιας να λάμπει εξ αιτίας της παρουσίας μου. Στην μέση του δωματίου υπήρχε μια μικρή μηχανή προβολής και η μια απ’ τις δυο μεταξοτυπίες είχε αντικατασταθεί με ένα κιτρινισμένο κινηματογραφικό πανί.

«Θα αναρωτιέσαι βέβαια για ποιόν λόγο δεν σου αποκάλυψα χθες το μυστικό μου. Αλλά είναι απλό. Ήθελα να διαπιστώσω αν όντως ενδιαφέρεσαι ή απλώς όταν κατάλαβες πως τίποτα σοβαρό δεν συμβαίνει θα με αγνοούσες και θα συνέχιζες την ζωή σου όπως πριν κλείνοντας τ’ αυτιά σου κάθε φορά που θα τύχαινε να ξανακούσεις την λέξη. Απ’ όσους μένουν εδώ γύρω μόνο η ταχυδρόμος χτύπησε την πόρτα μου μια μέρα για να δει αν τρέχει κάτι και έπειτα δεν ξαναφάνηκε». Σκέφθηκα να της πω πως και εγώ το ίδιο παρ’ ολίγο να έκανα μα η περιέργεια είχε κερδίσει την μάχη με την ειλικρίνεια και η ανυπομονησία έδινε τον ρυθμό.

«Πριν από ένα χρόνο έχασα την Μάρτα την δίδυμη μου αδερφή» μου είπε ενώ παράλληλα μου έδειξε το όνομα της γραμμένο στον πίνακα. «Χθες ήταν η μέρα της. Στο σπίτι της λοιπόν μεταξύ άλλων βρήκα κι αυτή την μηχανή προβολής μαζί με μερικές ταινίες που είχαν τραβήξει οι γονείς μας όταν ήμασταν είκοσι χρονών. Απ’ τα πέντε καρούλια μονάχα ένα δεν είχε αλλοιωθεί». Τελειώνοντας την φράση έθεσε σε λειτουργία την μηχανή σβήνοντας τα φώτα. Θυμήθηκα τις προβολές παλιών βουβών  ταινιών που είχα παρακολουθήσει τον πρώτο χρόνο στο αμφιθέατρο της σχολής. Σε τόνους άσπρο, γκρι και μαύρο, μια κοπέλα έκανε κούνια, μια άλλη την παρακολουθούσε και μια ηλικιωμένη γυναίκα καθόταν σε μια αναπαυτική κουνιστή καρέκλα κουνώντας πέρα δώθε το κεφάλι.

«Είναι η γιαγιά μας. Καλοκαίρι του 52, στο εξοχικό μας στην Cascais. Έχουμε αποφασίσει να την τρομάξουμε. Δες τι θα γίνει σε λίγο. Η Μάρτα θα πέσει απ’ την κούνια και θα μείνει δήθεν αναίσθητη. Ούτε ο πατέρας μου που τραβάει το φιλμ δεν το γνώριζε. Η κακομοίρα η γιαγιά, τι τράβαγε απ’ την αδερφή μου». Σε λίγο βλέπω την κοπέλα στην κούνια να τραβιέται προς τα πίσω για να πάρει ακόμα μεγαλύτερη φόρα. Την στιγμή που βρίσκεται  στο ψηλότερο σημείο και αρχίζει πάλι να υποχωρεί προς τα πίσω δίνει ένα σάλτο και πέφτει άτσαλα στο έδαφος. Είναι τόσο παραστατικό που οποιοσδήποτε θα ανησυχούσε. Η Μάρτα παραμένει ασάλευτη πάνω στο γρασίδι και η γιαγιά πετιέται απ’ την καρέκλα φωνάζοντας ενώ η κυρία Φάγιας στέκεται όρθια δίπλα στο καρούλι που ξετυλίγεται και μιμείται τα βουβά της χείλη. «Βοήθεια», η γιαγιά πλησιάζει το κορίτσι, «βοήθεια» ξαναλέει δυνατά και κάθεται στον καναπέ χαμογελώντας. Η ταινία τελειώνει. Η κυρία Φάγιας έχει απομείνει να χαζεύει τον τοίχο. Δάκρυα κυλάνε τώρα στα μάτια της.

Για λίγο καιρό συνέχιζα να πηγαίνω στο διαμέρισμα 32Α . Γνώρισα κι άλλα κεφάλαια απ’ τη ζωή της, κι άλλους ανθρώπους. Κάποια μέρα έφυγε ήσυχα στον ύπνο της αφήνοντας τον απόηχο της λέξης ‘Βοήθεια’ να αναζητά μάταια την φωνή της στον φωταγωγό ….



Τέλος





*Maria Helena Vieira da Silva (1908–1992) Πορτογαλίδα ζωγράφος.

**Ο Κύβος του Ρούμπικ παιχνίδι puzzle που κυκλοφόρησε το 1980


***ανελκυστήρας της Santa Justa αξιοθέατο στην Λισσαβώνα

Σπύρος Γλύκας 2012